Αρχείο για την κατηγορία 'συνεντεύξεις / interviews'

Michael Jefry Stevens

Παράλληλοι δρόμοι
Ο νεοϋορκέζος πιανίστας Michael Jefry Stevens πέρασε τα εφηβικά του χρόνια στη Φλόριντα παίζοντας ροκ εν ρολ με μια Farfisa. Όταν στα δεκαοκτώ του άκουσε για πρώτη φορά το “Kind of Blue” και τον Coltrane, αισθάνθηκε κάτι σαν σοκ κι άρχισε να αφιερώνει όλο του το χρόνο στη μελέτη της τζαζ. Λίγο αργότερα ξαναγύρισε στη Νέα Υόρκη, σπούδασε υπό την καθοδήγηση μεγάλων μουσικών και ξεκίνησε να ηχογραφεί. Πρώτα με τον σαξοφωνίστα Mark Whitecage κι ύστερα με τον Herb Robertson, τον Dom Minasi, τον Dominic Duval. Ανάμεσα στα πολλά γκρουπ που συμμετείχε σε ηγετικό ρόλο ήταν το Mosaic Sextet στα τέλη της δεκαετίας του ’80, με τον Dave Douglas τότε στα πρώτα του βήματα και μια σειρά από σχήματα με τα οποία εξακολουθεί να δουλεύει μέχρι σήμερα: το κουαρτέτο Conference Call (με τον σπουδαίο γερμανό σαξοφωνίστα και κλαρινετίστα Gebhard Ullman), το Stevens, Siegel, Ferguson Trio, το Fonda/Stevens Group, τους In Transit. Σήμερα με πάνω από 50 δίσκους στο ενεργητικό του και εγκατεστημένος στο Μέμφις είναι παραγωγικότερος από ποτέ. «Για μένα η μουσική πάνω απ’ όλα είναι έκφραση ομορφιάς. Κι αυτό προσπαθώ να εκφράσω. Την ομορφιά, που μπορεί να εμφανιστεί με διάφορους τύπους και σχήματα» δηλώνει εμφατικά. Και πράγματι ακούγοντας στη σειρά πέντε από τους δίσκους που κυκλοφόρησε τους τελευταίους μήνες, καταλαβαίνουμε απόλυτα τι εννοεί, καθώς δύσκολα πιστεύουμε ότι στη θέση του πιανίστα και του leader σε αυτές τις τόσο διαφορετικές μεταξύ τους δουλειές, βρίσκεται ένα και το αυτό πρόσωπο.
συνέχεια

Eric Ineke


Ένα εξπρές της τζαζ από την Ολλανδία
Ακριβώς ένα χρόνο μετά το Trio BraamDeJoodeVatcher, ένα άλλο γκρουπ έρχεται να μας δώσει πρόσθετες αποδείξεις για το γεγονός ότι η Ολλανδική σκηνή της τζαζ είναι από τις καλύτερες στον κόσμο. Ο ντράμερ Eric Ineke και το κουιντέτο του JazzXpress θα εμφανιστούν στο Θέατρο Απόλλων το Σάββατο 31 Μαΐου, στις 9 το βράδυ. Κι αυτή τη φορά η συναυλία διοργανώνεται από το Πνευματικό Κέντρο Δήμου Ερμούπολης με τη χορηγία της Ολλανδικής Πρεσβείας στην Αθήνα, επιβεβαίωση του ότι κάποιες χώρες επιμένουν στην επιλογή τους να επενδύουν στον πολιτισμό.
συνέχεια

Keefe Jackson

Κακές συνήθειες στο Σικάγο

Keefe Jackson’s Project Project: “Just Like This” (Delmark)
«Μην ακούς τον Ornette Coleman και το World Saxophone Quartet, γιατί θα αποκτήσεις κακές συνήθειες», του είχε πει ένας από τους πρώτους του δασκάλους στο Αρκάνσας. Όμως ο Keefe Jackson άκουγε μετά μανίας όσους δίσκους του Ornette και της τελευταίας φάσης του Coltrane έβρισκε στη συλλογή του πατέρα του. Από τα 14 του άρχισε να παίζει επαγγελματικά σαξόφωνο και κλαρινέτο, χάρη σε ένα νόμο επί της θητείας του Bill Clinton ως κυβερνήτη της πολιτείας, που επέτρεψε στους ανήλικους να παίζουν στα κλαμπ. Όταν επισκέφτηκε το Σικάγο ανακάλυψε ότι εκεί υπήρχαν πολλοί μουσικοί που μοιράζονταν τα γούστα του για τη φρη τζαζ και από το 2001 εγκαταστάθηκε εκεί μόνιμα και ηχογραφεί για την ιστορική εταιρεία Delmark. Το 2005 κυκλοφόρησε την πρώτη του δουλειά ως συνιδρυτής του κουαρτέτου Chicago - Luzern Exchange και πέρσι το “Ready Everyday” με το σεξτέτο του Fast Citizens.
συνέχεια

Μια βραδιά ευρωπαϊκής τζαζ

drechslerquartet_3.jpg
Χάρη σε μια πρωτοβουλία του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Ερμούπολης και την ευγενική χορηγία της Αυστριακής Πρεσβείας στην Αθήνα, ένας σημαντικός καλλιτέχνης της νέας ευρωπαϊκής σκηνής της τζαζ έρχεται στην πόλη μας για μια μοναδική συναυλία. Πρόκειται για τον κλαρινετίστα και σαξοφωνίστα Ulrich Drechsler που θα εμφανιστεί με το τρίο του στο Θέατρο Απόλλων την Κυριακή 6 Απριλίου, στις 9 το βράδυ.
συνέχεια

The Necks

Μουσική με το μικροσκόπιο
The Necks: “Townsville” (ReR)

«Όταν έπαιζα σε κλασικά ρεσιτάλ, κονσέρτα και ηχογραφήσεις, πριν ξεκινήσω παρατηρούσα ότι μου έλειπε κάποιο βασικό συναίσθημα. Δεν μπορούσα να καταλάβω ποιο ήταν, αλλά όταν εκάθησα και το σκέφτηκα συνειδητοποίησα ότι οφειλόταν στο γεγονός ότι ήξερα εκ των προτέρων όλα όσα θα συνέβαιναν. Μπορεί να παίξω καλά, σκέφτηκα, μπορεί καταπληκτικά, μπορεί και απαίσια, αλλά ξέρω όλες τις νότες που θα ακουστούν και δεν έχω καν ανέβει στη σκηνή. Θέλω λοιπόν να είμαι ελεύθερος να διαλέξω τι να κάνω και πότε να το κάνω».
Αυτές οι φράσεις του Keith Jarrett, σε μια συνέντευξή του πριν από μερικά χρόνια, συνοψίζουν με τον απλούστερο τρόπο και τη μουσική σκοπιά των Necks, ενός όχι μόνο από τα πιο ξεχωριστά πιάνο τρίο, αλλά και από τα πιο ιδιόμορφα μικρά σύνολα που έχουμε ακούσει την τελευταία εικοσαετία. Όταν ο πιανίστας Chris Abrams, ο μπασίστας Lloyd Swanton και ο ντράμερ Tony Buck ανεβαίνουν πάνω στη σκηνή δεν έχουν την παραμικρή ιδέα τι πρόκειται να ακολουθήσει. Κάποιος από τους τρεις θα ξεκινήσει με ένα στοιχειώδες μελωδικό ή ρυθμικό σχήμα και πάνω σε αυτό θα χτίσουν ολόκληρη την εμφάνισή τους, κινούμενοι για μια περίπου ώρα - όση και η διάρκεια του σετ τους - με μια ατέλειωτη ακολουθία μικρών, μετά βίας αντιληπτών αλλαγών, ανάμεσα στο μινιμαλισμό, το πειραματικό ροκ και την αυτοσχεδιαζόμενη μουσική.
συνέχεια

Erdem Helvacıoğlu

erdem-helvacioglu-altered-realities.jpg
Αλλοιωμένες πραγματικότητες
Erdem Helvacıoğlu: “Altered Realities” (New Albion)

Όταν πριν από πολλά χρόνια άκουσα για πρώτη φορά το “Evening Star”, το δεύτερο δίσκο που ηχογράφησαν με κιθάρα μόνο και ηλεκτρονικά, ο Brian Eno και ο Robert Fripp το 1975, για να βγω από την αμηχανία και την αδυναμία μου να προσδιορίσω τι ακριβώς ήταν αυτό που άκουγα, είχα καταλήξει ότι αυτή τη μουσική πρέπει να έχεις το κατάλληλο hi-fi για να την εκτιμήσεις. Χρειάστηκα χρόνο για να σχηματίσω μια ιδέα για τα περί ambient που είχε τότε στα σκαριά ο Eno και για το ότι φυσικά δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη σχέση με την ποιότητα του στερεοφωνικού.
συνέχεια

Jewels and Binoculars

ships.jpg

Όψεις του Dylan
Jewels and Binoculars: “Ships with tattooed sails” (Upshot records)

Η ιδέα για την ενσωμάτωση των τραγουδιών του Bob Dylan στο τζαζ ρεπερτόριο δεν είναι φυσικά καινούρια. Tο “Blowin’ in the Wind” διασκευαζόταν ήδη από το 1963 από τον Stan Getz στο “Reflections” και ένα χρόνο αργότερα από τον πιανίστα Ray Bryant στη ζωντανή του ηχογράφηση “Live at Basin Street”. Μια γρήγορη αναδρομή στο χρόνο μάς φέρνει στο μυαλό διασκευές του “My Back Pages” από τον Keith Jarrett, του “Mr. Tambourine Man” από την Abbey Lincoln, του “Just Like a Woman” από τον Bill Frisell, του “Times they are A-Changing” από τον Joshua Redman, του “Lay, Lady Lay” από την Cassandra Wilson. Πέρσι ο πιανίστας Jamie Saft (John Zorn, Bobby Previte) κυκλοφόρησε με το τρίο του ένα ολόκληρο άλμπουμ με τραγούδια του Dylan. Όμως η δημιουργία ενός σχήματος που να παίζει αποκλειστικά και μόνο τη μουσική του και το οποίο έχει κιόλας στο ενεργητικό του τρία άλμπουμ, είναι σίγουρα δίχως προηγούμενο.
συνέχεια

Dominic Duval

dominic-duval.jpg
Η ζωή αρχίζει στα πενήντα
Όταν κυκλοφόρησε τον πρώτο του δίσκο ο Dominic Duval είχε ήδη ξεπεράσει τα πενήντα. Από τότε μέχρι σήμερα, μέσα σε μια μόλις δεκαετία κατάφερε να έχει στο ενεργητικό του μερικές δεκάδες ηχογραφήσεων και να γίνει ένας από τους πιο δραστήριους μουσικούς της φρη τζαζ. Γεννήθηκε το 1944 στη Νέα Υόρκη σε μια οικογένεια εργατών που μετανάστευσαν από την ανατολική Ευρώπη. Ξεκίνησε από πολύ μικρός να παίζει σαξόφωνο μέχρι που κατάλαβε ότι το όργανο αυτό δεν του ταίριαζε και το γύρισε στο μπάσο. Στα δεκαέξι του, προσβλέποντας σε νέες συγκινήσεις, κατατάχθηκε στο στρατό, όπου έμεινε για τέσσερα χρόνια, υπηρετώντας για ένα διάστημα και στο Βιετνάμ. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 έκανε προσπάθειες να επιστρέψει στη μουσική, αλλά δεν ήταν η καλύτερη περίοδος για τη τζαζ. Απογοητεύτηκε. Έγινε εργάτης, έκανε οικογένεια, δούλεψε σκληρά για να μεγαλώσει τα πέντε του παιδιά. Στην ουσία όμως δεν παράτησε ποτέ τη μουσική. Άκουγε συνεχώς, μελετούσε, τζαμάριζε όποτε του δινόταν η ευκαιρία με άσημους τότε μουσικούς. Τον Patience Higgins, τον Mark Whitecage, τον νεαρό Dave Douglas. Ένα ντέμο που έστειλε το 1995 στον Robert Rusch (δημοσιογράφο, παραγωγό και ιδρυτή της εταιρίας Cadence και του περιοδικού με το ίδιο όνομα) που μόλις είχε ξεκινήσει τη νέα του εταιρία CIMP, του άνοιξε το δρόμο. Σε λίγο είδε τις ηχογραφήσεις του να κυκλοφορούν η μια μετά την άλλη. Έγινε μέλος στο γκρουπ του Cecil Taylor, άρχισε να παίζει σε μόνιμη βάση με μουσικούς όπως ο Joe McPhee, ο Marshall Allen, ο Steve Swell, ο Herb Robertson, ο Paul Lytton, ο David S. Ware και να εμφανίζεται με δικά του διαφορετικά σε μέγεθος και δομή γκρουπ. Οι περισσότερες δουλειές του κυκλοφορούν από την CIMP, την Cadence και τη Leo. Πέντε από αυτές, καθεμιά και με άλλο σχήμα, ήλθαν στο φως τους τελευταίους μήνες.
συνέχεια

Ingrid Jensen

nordic-connect-flurry.jpg
Σκανδιναβική Ψυχή
Nordic Connect: “Flurry” (ArtistShare)

Δανέζα στην καταγωγή, γεννημένη και μεγαλωμένη στον Καναδά και κάτοικος της Νέας Υόρκης, η Ingrid Jensen έχει στην τρομπέτα της έναν ποστ-μποπ ήχο που θυμίζει Woody Shaw και Miles Davis της δεκαετίας του ’60. Στο γράψιμό της όμως, τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια, ακούμε έντονα και το ευρωπαϊκό στοιχείο, κάτι που προέκυψε όχι μόνο λόγω της καταγωγής της, αλλά και των εμπειριών που έχει συσσωρεύσει με τις συχνές επισκέψεις και συνεργασίες της στην Ευρώπη. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 έπαιξε με τη Vienna Art Orchestra και έγινε η νεαρότερη καθηγήτρια στο Bruckner Conservatory στην Αυστρία. Αργότερα βρέθηκε με τη γυναικεία big band Diva, την ορχήστρα του Lionel Hampton και εδώ και καιρό κρατά μόνιμα μια θέση στην περίφημη Maria Schneider Orchestra.
συνέχεια

Komeda Project

crazygirl-cd-cover.jpg
Tribute σε έναν ευρωπαίο πρωτοπόρο
Komeda Project: “Crazy Girl” (WM Records)

Στη σύντομη καριέρα του (έζησε μόνο 38 χρόνια) κατάφερε να γίνει ένας κορυφαίος συνθέτης κινηματογραφικής μουσικής. Έγραψε σάουντρακ για ταινίες του Βάιντα, του Μπέργκμαν, του Πολάνσκι και μεγαλύτερη επιτυχία του ήταν το «Μωρό της Ρόζμαρι» (1968), που έμελλε να είναι και η τελευταία του δουλειά. Λιγότερο γνωστές είναι οι τζαζ ηχογραφήσεις του, αν και ήταν ένας από τους πρωτοπόρους της ευρωπαϊκής σκηνής και στενός συνεργάτης με τους μεγάλους πολωνούς τζαζίστες Tomasz Stanko, Zbigniew Namyslowski και Michal Urbaniak, που έκαναν μαζί του τα πρώτα τους βήματα.
συνέχεια

Kahil El’Zabar

kahil-el-zabar.jpg
Δημιουργικός ακτιβισμός
Στα 54 του ο ντράμερ Kahil El’Zabar είναι μια από τις πιο χαρακτηριστικές φιγούρες της δημιουργικής σκηνής του Σικάγο. Πληθωρική προσωπικότητα με πολλαπλά ταλέντα και μακρόχρονη πολιτική δράση, ο Zabar μπήκε πολύ νωρίς στη μουσική από τον πατέρα του που ήταν κι αυτός ντράμερ. Μεγαλώνοντας στο Σικάγο μπορούσε να βλέπει από κοντά τους μεγάλους μουσικούς που ζούσαν την εποχή εκείνη στην πόλη: τον Gene Ammons, τον Roland Kirk, τον Von Freeman, τον Yusef Lateef, αλλά και να ρουφά στην κυριολεξία κάθε ήχο που ακούγονταν στους δρόμους: γκόσπελ, μπλουζ, r&b, doo-wop. Έγινε επαγγελματίας μουσικός από τα δεκαέξι και στα δεκαοκτώ του συμμετείχε στην περίφημη AACM (Association for the Advancement of Creative Musicians) και έπαιζε με μέλη του Art Ensemble of Chicago. Το 1973 του προσφέρθηκε η ευκαιρία να σπουδάσει στο Παρίσι, αλλά προτίμησε να μελετήσει κρουστά στο πανεπιστήμιο της Γκάνας, απόφαση που στάθηκε καθοριστική για τις μετέπειτα μουσικές του επιλογές. Έχει παίξει με τον Dizzy Gillespie, τον Cannonball Adderley, το Stevie Wonder, τον Paul Simon και τη Nina Simone (στο διάστημα που έμεινε μαζί της σχεδίαζε και τα ρούχα της!). Ανάμεσα στις δουλειές που έχει κάνει για τον κινηματογράφο και το θέατρο, είναι και η ενορχήστρωσή του στη θεατρική έκδοση του «Βασιλιά των Λιονταριών».
συνέχεια

Sunny Jain - Jason Kao Hwang

sunny-jain-photo.jpgjason-kao-hwang-photo.jpg
Ανάμεσα σε πολλούς κόσμους

Το Σεπτέμβριο του 1963 το αμερικανικό υπουργείο εξωτερικών οργάνωσε μια περιοδεία της ορχήστρας του Duke Ellington στη Μέση Ανατολή και την Ασία που θα κατέληγε στην Κύπρο, την Αίγυπτο και την Ελλάδα. Μετά από δύο μήνες πετυχημένων εμφανίσεων στη Συρία, την Ιορδανία, το Αφγανιστάν, την Ινδία, τη Σρι Λάνκα, το Ιράν και το Ιράκ (όπου έγινε μια sold out συναυλία στη Βαγδάτη!) και ενώ η ορχήστρα βρισκόταν στην Άγκυρα, η τουρνέ διακόπηκε αιφνίδια λόγω της δολοφονίας του προέδρου John Kennedy.
συνέχεια

Robert Bachner - Mace Francis

mace-francis-orchestra.jpg
Η παγκόσμια επικράτηση του σουίνγκ τη δεκαετία του ’30, έστειλε τις αμερικάνικες μεγάλες ορχήστρες να περιοδεύουν σε ολόκληρο τον κόσμο. Η επαφή των bandleaders με την ευρωπαϊκή μουσική τούς έδωσε το ερέθισμα να υιοθετήσουν στις ενορχηστρώσεις τους μια πιο συμφωνική προσέγγιση, που ενισχύθηκε από την ανάπτυξη των μουσικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και την καθιέρωση της τζαζ ως μορφής τέχνης. Στην Ευρώπη ήδη από τη δεκαετία του ’50 είχαν δημιουργηθεί ορχήστρες που συνεργάζονταν με μεγάλους αμερικανούς μουσικούς, όπως ο Tadd Dameron, ο Slide Hampton και ο Quincy Jones.
συνέχεια

Larry Koonse

larry-koonse-photo.jpg

Με πυξίδα τη Τζαζ
Στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας τέσσερις φίλοι, ο κιθαρίστας Larry Koonse, ο ντράμερ Joe La Barbera, ο τρομπετίστας Clay Jenkins και ο μπασίστας Tom Warrington, αν και ήταν από τους πολύ γνωστούς μουσικούς της δυτικής ακτής, έβρισκαν μπροστά τους μόνο κλειστές πόρτες. Καμιά εταιρεία δεν δεχόταν να κυκλοφορήσει τις δουλειές που πρότειναν. «Με πείραζε» παραδέχτηκε σε μια συνέντευξή του ο Joe La Barbera, ντράμερ στο τελευταίο και ένα από τα καλύτερα τρίο του Bill Evans, «αλλά θυμάμαι ένα άρθρο που διάβασα για τον McCoy Tyner, ο οποίος όταν άφησε τον Coltrane δεν μπορούσε να υπογράψει συμβόλαιο. Νομίζω ότι κι ο Horace Silver δεν έχει συμβόλαιο με κάποια εταιρεία αυτή τη στιγμή. Γιατί λοιπόν θα έπρεπε εγώ να στεναχωριέμαι; Τότε ήταν που αποφάσισα ότι δεν έπρεπε να χάνω άλλο το χρόνο μου».
συνέχεια

Janet Feder

janet-feder.jpg
Janet Feder - Fred Frith: “Ironic Universe” (Ad Hoc)
Κάθε ήχος μπορεί να γίνει μουσική
Θυμάμαι την πρώτη φορά που είδα τον Σάκη Παπαδημητρίου σε μια σόλο εμφάνισή του. Την εντύπωση που μου έκανε ο τρόπος που αντιμετώπιζε ολόκληρο το πιάνο σαν ενιαίο εκφραστικό μέσο, χρησιμοποιώντας ως ηχητική πηγή τα πλήκτρα, τις χορδές, τα ξύλινα μέρη του. Έτσι νιώθω ακούγοντας και την Janet Feder στον καινούριο της δίσκο, παρόλο που εκείνη παίζει κιθάρα και οι πειραματισμοί της είναι περισσότερο δομημένοι.
ολόκληρο το άρθρο

Steve Herberman - Todd Mussman

herberman2.jpgmussman1.jpg

Κιθαρίστες σε διπλό ρόλο
Η ανάγκη για τους κιθαρίστες να επεκτείνουν τη γκάμα του οργάνου τους - κυρίως από την πλευρά των μπάσων - δεν είναι κάτι καινούριο. Η επτάχορδη κιθάρα χρησιμοποιείται εδώ και πάνω από 150 χρόνια. Ο George Van Eps έπαιζε μια επτάχορδη ηλεκτρική Epiphone, φτιαγμένη ειδικά γι αυτόν, ήδη από τη δεκαετία του ’30. Τον ακολούθησαν μουσικοί όπως ο Bucky Pizzarelli, o Lenny Brau, ο Ron Eschete και o Fred Fried και νεότεροι όπως ο Howard Alden, και ο John Pizarelli. Στα μέσα της δεκαετίας του ’90 ο Charlie Hunter με την οκτάχορδη κιθάρα του σχεδιασμένη από τον Ralph Novak, έκανε δημοφιλή το ρόλο του «δύο σε ένα» κιθαρίστα - μπασίστα. Δύο νέα παιδιά, ο Steve Herberman και ο Todd Mussman, με την ευκαιρία της κυκλοφορίας των νέων τους δίσκων εξηγούν πώς οδηγήθηκαν στην επτάχορδη κιθάρα ο πρώτος και στην οκτάχορδη ο δεύτερος, πώς ανέπτυξαν την τεχνική τους και ποια είναι τα πλεονεκτήματα που τους προσφέρουν οι παραπάνω χορδές.

ολόκληρο το άρθρο

Gordon Grdina

g-grdina.jpg
Gordon Grdina / Gary Peacock / Paul Motian: “Think Like the Waves” (Songlines)
Από την ECM στη μέση ανατολή μέσω Βανκούβερ

Ένας μπασίστας και ένας ντράμερ που έχουν συνδεθεί όσο λίγοι με την εξέλιξη του τζαζ τρίο εδώ και πενήντα σχεδόν χρόνια. Ήταν Δεκέμβριος του 1963 όταν ο Gary Peacock και ο Paul Motian συναντιόντουσαν για πρώτη φορά στο στούντιο για να ηχογραφήσουν το “Trio ‘64” πλάι στον Bill Evans. Σαράντα δύο χρόνια μετά και διανύοντας την όγδοη δεκαετία της ζωής τους ξαναβρίσκονται για μια ακόμη φορά σε ένα τρίο. Κι οι δυο τους έχουν δουλέψει συχνά με κιθαρίστες, αλλά ποτέ μέχρι τώρα σε ένα τρίο με ούτι. Την ευκαιρία αυτή τους προσέφερε ο κιθαρίστας και ουτίστας από το Βανκούβερ Gordon Grdina. Ο νεαρός καναδός, που μελέτησε με τον Peacock την τελευταία πενταετία, κάλεσε το δάσκαλό του να ηχογραφήσουν μαζί και η χαρά του ήταν διπλή όταν ο βετεράνος μπασίστας όχι μόνο αποδέχτηκε την πρόσκληση, αλλά έφερε μαζί του στο στούντιο και τον αγαπημένο ντράμερ του μαθητή του, τον Paul Motian.

ολόκληρο το άρθρο

Danny Grissett - Joel Holmes - Steve Blanco

1281fixed1.jpgeternalvision-cover1.jpgthumbcontact1.jpg

Υποσχέσεις για τρεις
Το πιάνο τρίο, το πιο συνηθισμένο και το δημοφιλέστερο μικρό σχήμα της τζαζ, περικλείει σε συμπυκνωμένη μορφή τα ουσιαστικά στοιχεία αυτής της μουσικής: πολυφωνία, αρμονική και ρυθμική πληρότητα, απεριόριστες δυνατότητες για αλληλεπίδραση, άμεση σύνδεση με την παράδοση του σουίνγκ. Μετά από μια μακρά ακολουθία από σπουδαία γκρουπ που καλύπτουν όλες τις εκφάνσεις της τζαζ, από το μαίηνστρημ ως τις πιο ακραίες μορφές της, από το κλασικό σχήμα με το πιάνο σε κυρίαρχο ρόλο, μέχρι το πιο σύγχρονο με τα τρία όργανα σε δημοκρατικά κατανεμημένους ρόλους, είναι δύσκολο να φανταστούμε ότι μπορεί να ακούσουμε κάτι καινούριο από μια τέτοια τριάδα. Ίσως γι αυτό και τα πιο ενδιαφέροντα πιάνο τρίο του σήμερα, όπως οι E.S.T., οι Bad Plus και οι Bandwagon του Jason Moran, οδηγούν αυτό το σχήμα σε μια νέα διάσταση, μακριά από την πεπατημένη των στάνταρντς. Παρόλα αυτά μας αρέσει να επιβεβαιώνουμε ότι υπάρχει πάντα χώρος για μοντέρνο μαίηνστρημ, ακόμα και για αναπαραγωγή των στάνταρντς, καθώς κάθε σύνθεση στη τζαζ μοιάζει με σκαρίφημα που κάθε εκτέλεση αποπειράται να ολοκληρώσει.

ολόκληρο το άρθρο

Calvin Keys

ecover400.jpg

Ένας κρυφός ήρωας της τζαζ
Όταν κανείς έχει τάξει τη ζωή του σε ένα σκοπό το μόνο που θέλει είναι να συνεχίζει να τον υπηρετεί. Έτσι μετά από πέντε δεκαετίες στη μουσική και έχοντας ξεπεράσει τα σοβαρά προβλήματα της υγείας του, ο Calvin Keys δε ζητά τίποτε άλλο από το να εξακολουθεί να κάνει αυτό για το οποίο γεννήθηκε, δηλαδή να παίζει κιθάρα. Να ακολουθεί την αδιάκοπη πορεία του στη μουσική, που ξεκίνησε τη δεκαετία του ’50, ήδη μέσα από το σπίτι του στην Ομάχα της Νεμπράσκα, αφού ο πατέρας του ήταν ένας από τους καλύτερους ντράμερ της πόλης.

ολόκληρο το άρθρο

Chris Speed

chris-speed-upstate-hat-and-finger.jpg

Ανεξάρτητη Πορεία
«Πώς μια δισκογραφική εταιρεία τζαζ βρίσκεται με ένα εκατομμύριο δολάρια στα χέρια της;». «Ξεκινώντας με τρία», λέει ένα αστείο που κυκλοφορεί στους κύκλους των μουσικών. Μιας και αυτή η προοπτική δεν περιλαμβάνεται στο μοντέλο λειτουργίας καμιάς κερδοσκοπικής εταιρείας, οι εξελίξεις στη τζαζ διαμορφώνονται ολοένα και περισσότερο από μικρές ανεξάρτητες εταιρείες που διευθύνονται είτε από ανθρώπους που αγαπούν αυτή τη μουσική, είτε από τους ίδιους τους καλλιτέχνες που αναλαμβάνουν οι ίδιοι να διαχειριστούν τη δουλειά τους. Ο Dave Holland και ο Dave Douglas ηχογραφούν πλέον με δική τους ετικέτα, ενώ η Maria Schneider, ο Jim Hall και ο Danilo Perez κάτω από την ομπρέλα της Artistshare. Η λογική αυτών των εταιρειών στηρίζεται στη μείωση κόστους παραγωγής, λειτουργίας, διανομής και πώλησης, αφού λειτουργούν με ελάχιστο προσωπικό και πολλές από αυτές διοχετεύουν το υλικό τους μόνο από το Ίντερνετ, καλύπτοντας συχνά το μέσο κόστος παραγωγής ενός CD με την πώληση 300-500 αντιτύπων. 

ολόκληρο το άρθρο

Επόμενη Σελίδα »