Larry Koonse

larry-koonse-photo.jpg

Με πυξίδα τη Τζαζ
Στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας τέσσερις φίλοι, ο κιθαρίστας Larry Koonse, ο ντράμερ Joe La Barbera, ο τρομπετίστας Clay Jenkins και ο μπασίστας Tom Warrington, αν και ήταν από τους πολύ γνωστούς μουσικούς της δυτικής ακτής, έβρισκαν μπροστά τους μόνο κλειστές πόρτες. Καμιά εταιρεία δεν δεχόταν να κυκλοφορήσει τις δουλειές που πρότειναν. «Με πείραζε» παραδέχτηκε σε μια συνέντευξή του ο Joe La Barbera, ντράμερ στο τελευταίο και ένα από τα καλύτερα τρίο του Bill Evans, «αλλά θυμάμαι ένα άρθρο που διάβασα για τον McCoy Tyner, ο οποίος όταν άφησε τον Coltrane δεν μπορούσε να υπογράψει συμβόλαιο. Νομίζω ότι κι ο Horace Silver δεν έχει συμβόλαιο με κάποια εταιρεία αυτή τη στιγμή. Γιατί λοιπόν θα έπρεπε εγώ να στεναχωριέμαι; Τότε ήταν που αποφάσισα ότι δεν έπρεπε να χάνω άλλο το χρόνο μου».

Και οι τέσσερις τους προχώρησαν στην ίδρυση μιας δικής τους εταιρείας. Μετά από οκτώ χρόνια και με δεκαπέντε άλμπουμ στο ενεργητικό της η Jazz Compass είναι περισσότερο μια μουσική κοινότητα παρά εταιρεία, μια παρέα που παθιάζεται με αυτό που κάνει. Αυτό διαπιστώνουμε και στις τέσσερις τελευταίες κυκλοφορίες της, όπου η ιδρυτική τετράδα και μια μικρή ομάδα γνωστών και φίλων εναλλάσσονται στους ρόλους του ηγέτη, του σάιντμαν και του παραγωγού.

Στο “Back Nine” συναντάμε τους τρεις από τους τέσσερις συνιδρυτές της εταιρείας σε ένα τρίο με leader τον Tom Warrington. Η όμορφη διασκευή του γνωστού “Nardis”, είναι ένας πεντάλεπτος διάλογος ανάμεσα στα τύμπανα του Joe La Barbera που στο συγκεκριμένο κομμάτι παίζει «εντός έδρας» και το μπάσο του Warrington, ο οποίος δεν βγαίνει συχνά μπροστά αλλά όταν βρίσκει ευκαιρία δείχνει πόσο καλός αυτοσχεδιαστής είναι. Στο υπόλοιπο άλμπουμ φιγουράρει σε πρώτο πλάνο η ακουστική ή ηλεκτρική κιθάρα του Koonse, ιδίως στις δύο πολύ καλές δικές του συνθέσεις (“Light and Shadow” και “Labyrinth”).

Το “Fantazm” είναι η δεύτερη ηχογράφηση του τρομπετίστα και διευθυντή ορχήστρας John La Barbera, μεγαλύτερου αδελφού του Joe, με την big band του. Ένα άλμπουμ με άψογη ενορχήστρωση, τεράστια πολυφωνία, απίθανες διασκευές στο “Moontrane” του Woody Shaw και το στάνταρντ “My Love and I” και πολύ καλή δουλειά από όλους τους σολίστες (ανάμεσά τους οι Bob Sheppard, Bill Cunliffe, Clay Jenkins και Wayne Bergeron), ιδιαίτερα όμως από τον τρίτο και πρεσβύτερο αδελφό La Barbera, το σαξοφωνίστα Pat.

Ο Pat La Barbera αναλαμβάνει ρόλο ηγέτη ενός κουιντέτου στο ζωντανά ηχογραφημένο στo πάρτι των εξηκοστών του γενεθλίων “Crossing the Line”, που φιλοξενεί τον τρομπετίστα Randy Brecker. Η γραμμή που διασχίζει ο σαξοφωνίστας δε σχετίζεται με κάποια μουσική τομή – παραμένει μέσα στα όρια του μαίηνστρημ, όπου κινείται πάντα με πολύ στυλ – αλλά με τα σύνορα της πατρίδας του, δεδομένου ότι είναι το πρώτο άλμπουμ του που κυκλοφορεί στην Αμερική από τo 1974 που άφησε την ορχήστρα του Buddy Rich και εγκαταστάθηκε στον Καναδά. Ποστ-μποπ με τέσσερα κομμάτια του σαξοφωνίστα και τρεις διασκευές, όλα με δεκάλεπτη περίπου διάρκεια και πρωταγωνιστή τον LaBarbera που βαδίζει στο δρόμο του πρώιμου Coltrane και του Wayne Shorter.

O Larry Koonse και ο Darek Oleszkiewicz αποτελούσαν το ήμισυ του Los Angeles Jazz Quartet, ενός από τα πολύ καλά σχήματα της δυτικής ακτής στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Οι δυο τους στο “Storybook” παίζουν μια σειρά από χαμηλόφωνα ντουέτα και σε μερικά κομμάτια γίνονται τρίο με τη διακριτική υπόκρουση του Munungo Jackson. Όλα τους θυμίζουν έντονα το “Beyond the Missouri Sky” του Charlie Haden και του Pat Metheny και με τη θεματολογία και την ομοιογένειά τους, αλλά και με την αισθητική προσέγγιση των δύο μουσικών στα όργανά τους. Μοναδική εξαίρεση το “Senegal Trance Dance”, με τον Koonse να επιχειρεί ένα διηπειρωτικό ταξίδι και να ντουμπλάρει στο στούντιο τα επαναλαμβανόμενα ακόρντα με τις ανοικτές χορδές της ακουστικής του κιθάρας με σολάρισμα στην ηλεκτρική που ανεβάζει την ένταση.

Πατρίδα του Joe LaBarbera είναι η Νέα Υόρκη και φυσικός του χώρος ο παραδοσιακός ήχος, που έχει μόνιμη κινητήρια δύναμη το σουίνγκ. Με αυτά τα δεδομένα αντιλαμβανόμαστε τον τίτλο του “Native Land”, αλλά και το περιεχόμενό του που προκύπτει σχεδόν επαγωγικά από το στρέιτ αχέντ κουιντέτο του LaBarbera (Clay Jenkins στην τρομπέτα, Bob Sheppard στο σαξόφωνο, Alan Pasqua στο πιάνο και Tom Warrington στο μπάσο). Χαρντ μποπ, μπλουζ, μπαλάντες, κάπου κάπου μια δόση από λάτιν και ένα εκτεταμένο σόλο ντραμς -φόρος τιμής στον Shelly Manne (“Manne-risms”), συνθέτουν ένα άλμπουμ ευχάριστο και πειστικό χάρη στην αμεσότητα και την ειλικρίνειά του.

Επαφή: http://www.jazzcompass.com

Συνέντευξη με τον Larry Koonse
Σε τι βαθμό καθόρισε την απόφασή σου να γίνεις κιθαρίστας το ότι και ο πατέρας σου ήταν κιθαρίστας της τζαζ;
Το ότι είχα πατέρα ένα μεγάλο κιθαρίστα έπαιξε σημαντικό ρόλο στη γνωριμία μου με τον κόσμο της μουσικής. Η μουσική του Bill Evans και του Wes Montgomery βρισκόταν πάντα στο μπάκγκραουντ τα χρόνια που μεγάλωνα στο σπίτι.

Μεγαλώνοντας τι είδους μουσική είχε τη μεγαλύτερη επίδραση πάνω σου και γιατί;
Η πρώτη στιγμή που ένοιωσα ότι ήθελα να μάθω κιθάρα ήταν αφού παρακολούθησα μια συναυλία του Andres Segovia. Ήμουν επτά χρόνων και η μουσική που έπαιξε ο μεγάλος μάστερ ήταν τόσο μαγική. Τα πρώτα χρόνια προσπαθούσα να καταπιαστώ με κάποια κομμάτια από το κλασικό ρεπερτόριο. Ήμουν πια στα δεκατρία μου όταν κίνησαν το ενδιαφέρον μου τζαζ μουσικοί όπως ο Joe Pass και ο Wes Montgomery.

Οι πρώτοι δίσκοι στους οποίους σε άκουσα ήταν οι δύο με το Los Angeles Jazz Quartet που κυκλοφόρησαν από την εταιρεία Naxos. Υπάρχει ακόμη αυτό το εξαιρετικό σχήμα;
Δυστυχώς όχι. Ο σπουδαίος μας ντράμερ και συνθέτης Kevin Tullius πέθανε πριν από μερικά χρόνια και αυτό μας έκανε να απογοητευτούμε. Μου λείπει πολύ αυτό το γκρουπ. Υπήρχε ένα πολύ ξεχωριστό βάιμπ σε αυτό το συγκρότημα και μέχρι σήμερα παραμένουμε στενοί φίλοι. Έχουμε παίξει σποραδικά με τον μεγάλο νεοϋρκέζο ντράμερ Mark Ferber, αλλά ο Darek, ο Chuck και εγώ ασχολούμαστε με πολλά διαφορετικά πρότζεκτ και είναι αδύνατο να διατηρήσουμε ενεργό αυτό το γκρουπ.

Πότε σκεφτήκατε για πρώτη φορά να δημιουργήσετε την Jazz Compass;
Είμαστε πολύ στενοί φίλοι με τον Joe La Barbera, τον Clay Jenkins και τον Tom Warrington και όλοι μας είχαμε απογοητευτεί με την κατάσταση που επικρατούσε στη μουσική βιομηχανία, με την έννοια ότι οι ηχογραφήσεις μας δεν μπορούσαν να βρουν διέξοδο. Τα συμβόλαια ήταν πολύ άσχημα σχεδιασμένα και πάντα ήταν προς όφελος της εταιρείας και όχι του καλλιτέχνη ο οποίος συνέθετε, έκανε πρόβες και ηχογραφούσε τη μουσική. Έτσι αποφασίσαμε να συνενώσουμε τους πόρους μας που θα μας επέτρεπαν να έχουμε την κυριότητα και τον έλεγχο της ίδιας μας της δουλειάς. Ελέγχουμε ό,τι δίνουμε σε κυκλοφορία για το κοινό καθώς και τον τρόπο συσκευασίας του.

Το καστ της Jazz Compass περιορίζεται σε μια περιορισμένη κοινότητα φίλων. Σκέφτεστε να επεκτείνετε τον αριθμό των μουσικών που θα ηχογραφούν στην εταιρεία;
Οφείλουμε να επεκτεινόμαστε με πολύ αργό ρυθμό γιατί οι πόροι μας είναι πολύ περιορισμένοι. Όλοι οι συνιδιοκτήτες της εταιρείας είμαστε πολυάσχολοι μουσικοί και καθώς κάτι τέτοιο είναι πολύ χρονοβόρο, το πλάνο μας είναι να επεκτεινόμαστε αργά ώστε να μην πνιγούμε. Ήδη η εταιρεία μας περιλαμβάνει ηχογραφήσεις από καλλιτέχνες εκτός του Tom, του Clay, του Joe και εμένα.

Ένας από τους σκοπούς της εταιρείας είναι «να παρουσιάζετε τη μουσική σας όπως την οραματίζεστε χωρίς συμβιβασμούς». Μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο σε μια μεγάλη εταιρεία;
Δεν ξέρω, αλλά σε μια εταιρεία σαν τη δική μας ναι, με την έννοια ότι είμαστε ελεύθεροι να παρουσιάσουμε ό,τι μας υπαγορεύει το μουσικό μας όραμα και ότι δεν υπάρχει κανείς να μας πει ότι δεν μπορούμε να το κάνουμε λόγω του ότι τα κομμάτια ξεπερνούν σε διάρκεια τα 5 λεπτά, ότι πρέπει να υπάρχουν και μερικά κομμάτια με φωνητικά ή ότι πρέπει να φιλοξενούν κάποιους καλλιτέχνες που προσελκύουν την προσοχή. Επειδή η εταιρεία είναι μικρή δεν διακινδυνεύουμε ποτέ στο θέμα του κέρδους, δεν περιμένει κανείς τον μισθό του από τον Tom, τον Clay, τον Joe και εμένα.

Ποιος είναι ο σκληρότερος συμβιβασμός για έναν καλλιτέχνη;
Θα έλεγα ότι αυτή τη στιγμή βρίσκομαι σε μια θέση στην οποία δεν χρειάζεται να κάνω και τόσο συχνά συμβιβασμούς στην τέχνη μου. Κάποιες φορές βρίσκω τον εαυτό μου στο στούντιο για ηχογραφήσεις που δεν αντιπροσωπεύουν την προσωπική μου αισθητική αλλά αυτές πλέον γίνονται όλο και σπανιότερα. Η μουσική κοινότητα γνωρίζει τι είναι αυτό που κάνω και οι δουλειές στις οποίες με καλούν είναι ανάλογες. Αν ψάχνουν για άλλα προσόντα απευθύνονται σε μουσικούς που τα διαθέτουν. Παλιότερα στο ξεκίνημα της καριέρας μου δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Έπρεπε να δουλέψω για να ζήσω και δεν είχα την πολυτέλεια να επιλέγω αυτά που μου ταίριαζαν. Σε γενικές γραμμές δεχόμουν όλες τις προτάσεις ώστε να γίνω γνωστός και να αποκτήσω εμπειρίες.

Πώς βλέπεις την εταιρεία σήμερα, έξι χρόνια μετά την ίδρυσή της;
Αισθάνομαι περίφημα. Έχουμε ένα συνεταίρο που φροντίζει για τα περισσότερα από τα θέματα της εταιρείας και είναι όμορφο να ξέρουμε ότι υπάρχει ένα κανάλι για μας μέσω του οποίου διοχετεύουμε τη μουσική μας. Θα ήταν όμορφο να έχουμε μεγαλύτερο κέρδος από την εταιρεία, αλλά την ξεκινήσαμε από την αρχή σαν καλλιτεχνικό και όχι επιχειρηματικό εγχείρημα και ως προς αυτό είναι πολύ πετυχημένη.

Ποια είναι η μεγαλύτερη δυσκολία στο να διατηρείς μια ανεξάρτητη εταιρεία; Σου πέρασε ποτέ από το μυαλό να τα παρατήσεις;
Όταν έχεις μια ανεξάρτητη εταιρεία το δυσκολότερο πράγμα είναι να βρεις έναν καλό διανομέα. Έχουμε την τύχη να συνεργαζόμαστε με τη City Hall για την ντόπια διανομή, αλλά χρειάζεται να δραστηριοποιηθούμε περισσότερο και στο εξωτερικό, την Ευρώπη, την Ασία (που δυνητικά είναι μια τεράστια αγορά) και τη Νότια Αμερική. Υπάρχουν πάρα πολλά ζητήματα της εταιρείας στα οποία χρειαζόμαστε έμπειρους συνεργάτες, η εξειδίκευση των οποίων μας είναι πολύ χρήσιμη. Πριν μας παρασχεθεί αυτή η βοήθεια σκεφτόμουν σοβαρά να τα παρατήσω γιατί αισθανόμουν υπερβολικό το βάρος σε συνδυασμό με τις υποχρεώσεις που έχω ως δάσκαλος και εκτελεστής.

Τι γνώμη έχεις για το σημερινό κλίμα της τζαζ σε παγκόσμιο επίπεδο;
Νομίζω ότι το ακροατήριο σε ολόκληρο τον κόσμο βρίσκεται σε μεταβατικό στάδιο. Λόγω του ότι η πρόσβαση στη μουσική μέσω του Ίντερνετ είναι τόσο άμεση, πιστεύω ότι από την πλευρά του καταναλωτή υπάρχει η τάση να βρει τις ηχογραφήσεις που τον ενδιαφέρουν και να μην μπει στον κόπο να βγει και να πάει να ακούσει τη μουσική ζωντανά. Ακόμη και στην Ευρώπη όπου τα πράγματα είναι πιο υγιή από πλευράς στήριξης της ζωντανής τζαζ τα πράγματα αλλάζουν. Στα μεγάλα φεστιβάλ η κατάσταση σε γενικές γραμμές είναι η ίδια, όμως φαίνονται να πλήττονται τα μικρά κλαμπ. Για μένα όλη η ουσία βρίσκεται στο να πηγαίνει κανείς σε ένα μικρό κλαμπ και να ζει την εμπειρία της δημιουργίας του μουσικού πάνω στη σκηνή. Δεν απολαμβάνω τα φεστιβάλ γιατί γενικά υπάρχει μια ατμόσφαιρα πάρτι και απουσιάζει η οικειότητα. Δυστυχώς ο μόνος τρόπος να επιβιώσει ένας καλλιτέχνης που κάνει μεγάλες περιοδείες είναι να συμμετέχει έστω και περιστασιακά σε αυτά τα φεστιβάλ. Δεν παριστάνω ότι γνωρίζω τι θα συμβεί με όλες αυτές τις τάσεις, το μόνο που ξέρω είναι ότι οφείλω να επιδιώκω την προσωπική μου εξέλιξη και να συνεχίσω να δουλεύω, καθώς αυτό συντελεί ουσιαστικά στο να μπορώ να αγκαλιάζω κάθε μέρα ξεχωριστά. Έχω την αίσθηση ότι σε ένα βαθμό θα είμαι σε θέση να εξακολουθήσω να το κάνω για πάντα.

Jazz & Tzaz, Μάιος 2007

Advertisements

0 Responses to “Larry Koonse”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Kατηγορίες

Email me:

vagarag at freemail.gr

Αρχείο

Blog Stats

  • 26,170 hits
Μαΐου 2007
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ.   Ιον. »
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Αρέσει σε %d bloggers: