Σύγχρονα Organ Trios

hammond-b3.jpg
Όταν το 1934 ο Laurens Hammond σχεδίασε το ηλεκτρικό όργανο που έγινε παγκόσμια γνωστό με το επώνυμό του, το προόριζε να γίνει ένα φτηνότερο υποκατάστατο του εκκλησιαστικού οργάνου και του ακουστικού πιάνου. Και πράγματι αυτή ήταν σε γενικές γραμμές η χρήση του την επόμενη εικοσαετία, μέχρι που εμφανίστηκε στο προσκήνιο ο Jimmy Smith. Ο Smith, θαυμαστής του Charlie Parker, προσπάθησε να εντάξει το χάμοντ στο μπήμποπ, ενσωματώνοντας στο παίξιμό του τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της μουσικής. Με το αριστερό χέρι ακολουθούσε τη γρήγορη κίνηση των ακόρντων, χρησιμοποιούσε στο δεξί την τεχνική του κάθετου αυτοσχεδιασμού και έχοντας μελετήσει μπάσο, έπαιζε τις περπατητές γραμμές με τα πόδια στα πετάλια. Η επίδρασή του ήταν τόσο μεγάλη που δεν περιορίστηκε μόνο στη τζαζ αλλά επεκτάθηκε και στη σόουλ, το r&b, το ροκ. Ο Larry Young έδωσε μια νέα δημιουργική πνοή στο όργανο, αγκαλιάζοντας τον Coltrane και τον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό. Στις μέρες μας, με βιρτουόζους που κινούνται γύρω από την παράδοση όπως ο Joey DeFrancesco και η Barbara Dennerlein (στα βήματα του Smith ο πρώτος και του Young η δεύτερη), αλλά και μουσικούς με πιο ανανεωτική προσέγγιση όπως ο John Medeski ή ο Craig Taborn, παρά τις συνεχείς τεχνολογικές εξελίξεις το χάμοντ εξακολουθεί να αποτελεί πολύτιμο εκφραστικό εργαλείο της τζαζ. Δύο ευρωπαϊκά γκρουπ (ένα από τη Δανία και ένα από την Ιρλανδία) και δύο νεοϋορκέζοι, οργανίστας ο ένας, κιθαρίστας ο άλλος, δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους με το κλασικό organ trio (χάμοντ, κιθάρα, τύμπανα), το πιο δημοφιλές τζαζ σχήμα με χάμοντ.

ibrahim-electric-absinthe.jpg
Ibrahim Electric: “Absinthe” (Stunt records)
Με τέτοιο όνομα δεν θα μπορούσαν να είναι ένα συνηθισμένο organ trio. Το συγκρότημα του Jeppe Tuxen (χάμοντ), του Niclas Knudsen (κιθάρα) και του Stefan Pasborg (ντραμς) από τη Δανία, έχει ως βάση του το γκρουβ, το φανκ και τη σόουλ τζαζ της δεκαετίας του ’60, αλλά δανείζεται μελωδίες και κλίμακες από την ανατολή και την Αφρική, στοιχεία από προγκρέσιβ ροκ και ψυχεδέλεια, χρησιμοποιεί την εκρηκτικότητα και την αισθητική του πανκ, κι όλα αυτά με αρκετό χιούμορ και τρέλα. Με τα δύο προηγούμενα άλμπουμ (το δεύτερο με τη συμμετοχή του σούπερ τρομπονίστα Ray Anderson) και με το αψέντι που μας σερβίρει τώρα, ο Ηλεκτρικός Ιμπραήμ προτείνει τη δική του ιδιόμορφη, γεμάτη ενέργεια εκδοχή για το organ trio. Ο Knudsen ανεβοκατεβαίνει τις πεντατονικές και λυγίζει τις χορδές σαν γνήσιος κιθαρίστας του ηλεκτρικού μπλουζ, το χάμοντ του Tuxen κυμαίνεται μεταξύ Brian Auger, Ray Manzarek και Booker T. και ο ρυθμός του Pasborg είναι ασταμάτητος. Το μεθυσμένο ταξίδι των Ibrahim Electric με ένα παρατεταμένο αυτοσχεδιαστικό κρεσέντο διασχίζει το Μάλι, την ανατολική Ασία, το Μαρόκο, το Σικάγο, τη ψυχεδελική δυτική ακτή και το καντέρμπουρι και είναι πολύ εύκολο να μας παρασύρει κάνοντάς μας συνταξιδιώτες τους.
www.ibrahimelectric.dk

organics-new-light-cd.jpg
Organics: “New Light” (Music Network)
Οι Organics είναι τρία νέα παιδιά από το Δουβλίνο που δεν έχουν σκοπό να ταρακουνήσουν τα μουσικά πράγματα, καθώς δεν παίζουν τίποτα που να μην το έχουμε ξανακούσει. Παραμένοντας όμως μαζί 10 χρόνια τώρα, επενδύουν σε σταθερές αξίες της τζαζ και στον πρώτο δίσκο που κυκλοφορούν ό,τι κάνουν τους βγαίνει εντελώς φυσικά. Η στρέιτ αχέντ πορεία που ακολουθούν τους οδηγεί κατευθείαν στον ήχο του κλασικού organ trio, όπως διαμορφώθηκε τη δεκαετία του ’60. Δυνατό σουίνγκ ντράιβ, ανάλαφρο μπητ με τα σκουπάκια και λάτιν περάσματα από τα τύμπανα του Kevin Brady, συνεχή κοφτά ακόρντα και καθαρές μελωδικές γραμμές πάνω σε γνωστά χνάρια του μπήμποπ από την πένα του John Moriarty και γεμάτο, τρισδιάστατο παίξιμο που κυμαίνεται ισορροπημένα μεταξύ φανκ, τζαζ, μπλουζ και γκόσπελ από τα πλήκτρα του Justin Carroll που θυμίζει αρκετά το στυλ του Larry Young. Η επιρροή αυτή καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το mood, αλλά και τις μελωδικές επιλογές, όπως στο “Pound”, που έχει φανερές αναλογίες με το “Moontrane” του Woody Shaw από το περίφημο “Unity” του Larry Young. Κατά τα άλλα πατώντας πάντοτε σε σταθερό έδαφος οι Organics κερδίζουν τις εντυπώσεις με το δεμένο παίξιμο και τον ευχάριστο ήχο τους.
www.organicsmusic.com

pat-bianchi-cd-cover.jpg
Pat Bianchi: “East Coast Roots” (Jazzed Media)
Μέχρι τα δεκαοκτώ του περίπου ο νεοϋορκέζος Pat Bianchi ήταν ένας αυτοδίδακτος τζαζ πιανίστας που προσπαθούσε να διευρύνει την κατάρτισή του μελετώντας κλασική μουσική. Τότε άκουσε ένα δίσκο του Joey DeFrancesco και τον κέρδισε ο ήχος του χάμοντ. Λίγα χρόνια αργότερα είχε την ευκαιρία να παίξει μαζί με το μέντορά του και τώρα στα 32 του κάτοικος πλέον του Ντένβερ στο Κολοράντο, κυκλοφορεί τον πρώτο του δίσκο έχοντας μαζί του τον Byron Landham, μόνιμο ντράμερ του DeFrancesco και τον γνωστό κιθαρίστα Mark Whitfield, που έχει παίξει για ένα διάστημα στο γκρουπ του Jimmy Smith. Με αυτά τα δεδομένα δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πώς ακούγεται το “East Coast Roots”. Το άλμπουμ είναι μια συλλογή από οικεία και λιγότερο οικεία κομμάτια και πάντως όχι από αυτά που συνήθως επιλέγουν οι οργανίστες (όπως το “Turn Out the Stars” του Bill Evans, το «Straight Street» του Coltrane και το “Little B’s Poem του Bobby Hutcherson), συνειδητή κίνηση του Bianchi στην προσπάθειά του να βρει τρόπους προσέγγισης του οργάνου του που δεν σχετίζονται αναγκαστικά με αυτά που έχουν κάνει οι προκάτοχοί του. Δίνοντας ίσο αυτοσχεδιαστικό χρόνο στον Whitfield, μπροστά από τον διακριτικό ως επί το πλείστον ρόλο του Landham, ο Bianchi μας προσφέρει ένα απολαυστικό μαίηνστρημ πρόγραμμα και αναδεικνύεται σε ένα νέο μάστερ του χάμοντ.
www.patbianchi.com

nick-moran-cd-cover.jpg
Nick Moran Trio: “The Messenger” (CAP)
Η εντελώς clean-cut και όλο χαμόγελα εμφάνισή του στο εξώφυλλο του CD μάλλον τον αδικεί, γιατί αν και δεν ποντάρει στις παρεκκλίσεις, ούτε η εξερευνητική ματιά τού λείπει ούτε το νεύρο. Βέρος νεοϋορκέζος ο κιθαρίστας Nick Moran ξεκίνησε παίζοντας ροκ με ήρωες τον Jeff Beck, τον Jimmy Page και τον Peter Frampton. Ανακάλυψε τη τζαζ μέσω του George Benson και οι κυριότερες επιρροές του είναι ο Jim Hall, ο Wes Montgomery, ο Miles Davis και οι Jazz Messengers του Art Blakey. Στις εννιά συνθέσεις του πρώτου του CD προσπαθεί να απλωθεί σε διάφορά πεδία. Κατά βάση διακατέχεται από μια χαρούμενη διάθεση και φτάνει σε ζωηρό φάνκι ήχο παίζοντας σε μίντιουμ και απ τέμπο (“Papa George”, “The Messenger”, “Sensory Awakening”, “That Greasy Stuff”, “Perfect Moment”). Στην προσπάθειά του να αποτίσει φόρο τιμής στον Wayne Shorter τον ακούμε σε ένα δυνατό φιούζον κομμάτι (“Shorter Steps”) που όμως δεν μας θυμίζει και πολύ το μεγάλο σαξοφωνίστα. Η μελωδία του “The Secret Life” μοιάζει με μουσική από παλιά κατασκοπική ταινία και ιδίως με το “The Cicilian Clan” του Morricone, ενώ η μπαλάντα “The Black Rose” δημιουργεί μια χαλαρή λάτιν ατμόσφαιρα. Καλύτερο κομμάτι του άλμπουμ το “Indigo City”, ένας χαμηλόφωνος ύμνος στη Νέα Υόρκη, με πολύ όμορφη δουλειά από τον πολυταξιδεμένο αργεντινό οργανίστα Ed Withrington, που δίνει έναν πλούσιο κοσμοπολίτικο τόνο σε ολόκληρο το άλμπουμ.
www.nickmoranmusic.com

Jazz & Tzaz, Οκτώβριος 2007

Advertisements

0 Responses to “Σύγχρονα Organ Trios”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Kατηγορίες

Email me:

vagarag at freemail.gr

Αρχείο

Blog Stats

  • 26,106 hits
Οκτώβριος 2007
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Σεπτ.   Νοέ. »
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
293031  

Αρέσει σε %d bloggers: