The Necks

Μουσική με το μικροσκόπιο
The Necks: “Townsville” (ReR)

«Όταν έπαιζα σε κλασικά ρεσιτάλ, κονσέρτα και ηχογραφήσεις, πριν ξεκινήσω παρατηρούσα ότι μου έλειπε κάποιο βασικό συναίσθημα. Δεν μπορούσα να καταλάβω ποιο ήταν, αλλά όταν εκάθησα και το σκέφτηκα συνειδητοποίησα ότι οφειλόταν στο γεγονός ότι ήξερα εκ των προτέρων όλα όσα θα συνέβαιναν. Μπορεί να παίξω καλά, σκέφτηκα, μπορεί καταπληκτικά, μπορεί και απαίσια, αλλά ξέρω όλες τις νότες που θα ακουστούν και δεν έχω καν ανέβει στη σκηνή. Θέλω λοιπόν να είμαι ελεύθερος να διαλέξω τι να κάνω και πότε να το κάνω».
Αυτές οι φράσεις του Keith Jarrett, σε μια συνέντευξή του πριν από μερικά χρόνια, συνοψίζουν με τον απλούστερο τρόπο και τη μουσική σκοπιά των Necks, ενός όχι μόνο από τα πιο ξεχωριστά πιάνο τρίο, αλλά και από τα πιο ιδιόμορφα μικρά σύνολα που έχουμε ακούσει την τελευταία εικοσαετία. Όταν ο πιανίστας Chris Abrams, ο μπασίστας Lloyd Swanton και ο ντράμερ Tony Buck ανεβαίνουν πάνω στη σκηνή δεν έχουν την παραμικρή ιδέα τι πρόκειται να ακολουθήσει. Κάποιος από τους τρεις θα ξεκινήσει με ένα στοιχειώδες μελωδικό ή ρυθμικό σχήμα και πάνω σε αυτό θα χτίσουν ολόκληρη την εμφάνισή τους, κινούμενοι για μια περίπου ώρα – όση και η διάρκεια του σετ τους – με μια ατέλειωτη ακολουθία μικρών, μετά βίας αντιληπτών αλλαγών, ανάμεσα στο μινιμαλισμό, το πειραματικό ροκ και την αυτοσχεδιαζόμενη μουσική.

Οι Necks σχηματίστηκαν στο Σίδνεϋ πριν από είκοσι χρόνια και διατηρούν από τότε την ίδια σύνθεση. Οι δραστηριότητες των μελών τους δίνουν μια εικόνα της έκτασης στην οποία απλώνεται η μουσική τους. Ο Chris Abrams έχει γράψει σάουντρακ για το σινεμά και την τηλεόραση και έχει δουλέψει ως σέσιον μουσικός μεταξύ άλλων και με το γκρουπ του νυν υπουργού περιβάλλοντος και τεχνών της Αυστραλίας, τους Midnight Oil. Ο Lloyd Swanton είναι ηγέτης του πολύ καλού τζαζ γκρουπ Catholics και παίξει με πολλά γνωστά ονόματα, όπως με τον Sting, ενώ ο εκτός των Necks χρόνος του Tony Buck μοιράζεται ανάμεσα στο αβάν γκαρντ, το πανκ και το κλέσμερ.
Το καινούριο τους CD “Townsville”, το τέταρτο live που κυκλοφορούν, πήρε το όνομά του από την πόλη της βορειοανατολικής Αυστραλίας, όπου εμφανίστηκαν ένα καλοκαιρινό βράδυ του 2007. Ένα μουντό επαναλαμβανόμενο μοτίβο με δύο νότες που αντηχεί από το ηλεκτρικό μπάσο του Swanton, μόλις που σπάει τη σιωπή. Μερικά αφηρημένα σχεδιάσματα στο χώρο από τα πλήκτρα του Abrams και διακριτικά ασύμμετρα κτυπήματα στα πιατίνια του Buck συμπληρώνουν μια χαλαρή και υποτυπώδη μελωδική και ρυθμική βάση που ελάχιστα αλλάζει στα 54 λεπτά που διαρκεί το CD. Σιγά σιγά οι συστάδες από νότες που ξεχύνονται αδιάκοπα από το πιάνο ρίχνουν ένα πέπλο πάνω στο μπάσο και τα κρουστά που κινείται αργά αλλά ασταμάτητα, σαν τα κύματα της θάλασσας. Όλα όμοια κι όλα διαφορετικά μεταξύ τους.
www.thenecks.com

lloyd-swanton.jpg

Συνέντευξη με τον μπασίστα των Necks, Lloyd Swanton
Ποια είναι τα υπέρ του να είσαι σε ένα γκρουπ που η σύνθεσή του παραμένει σταθερή όλα αυτά τα χρόνια;
Απλά αναπτύσσεις ένα πολύ υψηλό επίπεδο αλληλοκατανόησης. Είναι σαν να βάζεις ένα ζευγάρι παπούτσια που σου ταιριάζουν τέλεια. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι οι Necks θα είχαν φτάσει ως εδώ αν άλλαζαν μέλη, γιατί αυτά που παίζουμε εξαρτώνται απόλυτα από το πόσο καλά ξέρει καθένας μας την προσέγγιση του άλλου. Στη τζαζ και την αυτοσχεδιαζόμενη σκηνή υπάρχει μια σταθερή κλίση προς το ελεύθερο, ατομικιστικό μοντέλο, αλλά πάντα εγώ λειτουργούσα με το πιστεύω ότι τα πλεονεκτήματα του να συνευρίσκεσαι μέσα σε ένα γκρουπ είναι πολύ περισσότερα από τα μειονεκτήματα. Και με τους Necks ήδη συνεχίζουμε μετά από 20 χρόνια.

Γιατί επιλέξατε να δουλεύετε ως τρίο; Ποια είναι τα προνόμια που σας παρέχει αυτό το σχήμα;
Όταν ο Chris και εγώ συζητήσαμε για πρώτη φορά το να φτιάξουμε ένα γκρουπ, σκεφτήκαμε το θέμα των μελών και αποφασίσαμε ότι χρειαζόμαστε μόνο άλλο ένα όργανο, τα τύμπανα. Ξέραμε ότι ο Tony ενδιαφερόταν για πράγματα παρόμοια με αυτά που θέλαμε να εξερευνήσουμε και έτσι τον προσκαλέσαμε. Πιστεύω ότι σε ένα τρίο υπάρχει μεγάλη ισορροπία. Ειδικά το τρίο πιάνο-μπάσο-ντραμς είναι ένα από τα πιο βασικά στη μοντέρνα τζαζ. Εκτός αυτού ακόμη και αν το θέλαμε, δεν νομίζω ότι εκείνη την εποχή μπορούσαμε να βρούμε κάποιον με πνευστό και που να ενδιαφερόταν να παίζει τόσο επαναλαμβανόμενα πράγματα όσο αυτά που ζητούσαμε.

Λένε ότι ο ήχος σας δεν είναι ούτε τζαζ ούτε ροκ, ότι βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο κράουτ ροκ και το μινιμαλισμό, ότι το “Townsville” είναι η διασταύρωση μεταξύ Erik Satie και Brian Eno. Εσύ διακρίνεις κάποιες επιρροές που να καθόρισαν σταδιακά τη μουσική σας προσέγγιση;
Στην ουσία νομίζω ότι η μεγαλύτερη επιρροή μας ήταν οι ίδιοι οι εαυτοί μας. Η μέθοδος με την οποία παίζουμε είναι βασικά ένα πλαίσιο που μας επιτρέπει να ανταλλάσσουμε ιδέες, έτσι ώστε να ανταποκρινόμαστε ο ένας στον άλλο περισσότερο από κάθε εξωτερικό ερέθισμα. Αλλά φυσικά προερχόμαστε από τη τζαζ και όταν πρωτοφτιάξαμε το γκρουπ είμαστε επηρεασμένοι από την νταμπ ρέγκε, την αφρικάνικη μουσική, τον James Brown, τον Jon Hassell, το «In a Silent Way» του Miles Davis, το «Music for Eighteen Musicians» του Steve Reich και την πρώτη εκτέλεση του «My Favourite Things» από τον John Coltrane.

Συνήθως ξεκινάτε παίζοντας μια απλή μελωδική ή ρυθμική γραμμή και στη συνέχεια την ακολουθείτε για περίπου μια ώρα, με μικρές, σταδιακές μεταβολές και παραλλαγές. Πώς αναπτύξατε αυτό το μοντέλο;
Δουλέψαμε εντατικά πάνω σε αυτό για μερικούς μήνες όταν δημιουργήσαμε το συγκρότημα το 1987. Διάβασα ένα βιβλίο του Christopher Small με τον τίτλο «Music, Society, Education» που μου έκανε τρομερή εντύπωση. Μια από τις απόψεις του Small είναι ότι σε πολλές από τις μουσικές του κόσμου, ο βασικός σκοπός είναι να αφήνεις τη μουσική που παίζεις να σε παρασύρει, παρά να επικεντρώνεσαι σε ένα ολοκληρωμένο έργο. Εμπνευσμένος από αυτό πρότεινα να φτιάξουμε ένα συγκρότημα που θα είχε μοναδικό σκοπό της ύπαρξής του αυτού του είδους τη δημιουργία. Έτσι γρήγορα ανακαλύψαμε ότι ο πιο φυσικός τρόπος για να το πετύχουμε ήταν ελαττώνοντας το υλικό πάνω στο οποίο θα δουλεύαμε και στη συνέχεια εξετάζοντάς το ας πούμε «με το μικροσκόπιο». Διαπιστώσαμε ότι ένας γρήγορος τρόπος για να δώσουμε μια καθαρή κατεύθυνση σε ένα κομμάτι ήταν να ξεκινά παίζοντας ένας μόνο από εμάς και επίσης ότι ένα διάστημα μεταξύ 40 λεπτών και μιας ώρας φαινόταν να είναι ό,τι έπρεπε για να συλλάβουμε μια ιδέα, να την εξερευνήσουμε, να προσθέσουμε ίσως μερικά στοιχεία ακόμη, να δούμε προς πού μας οδήγησε και τελικά να επανέλθουμε εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε.

Στο “Townsville” ξεκινήσατε με μια γραμμή του μπάσου χωρίς να έχετε ιδέα που θα σας οδηγούσε. Στις στούντιο ηχογραφήσεις χρησιμοποιείτε την ίδια διαδικασία ή εκεί υπάρχουν περισσότερα γραμμένα μέρη;
Στο στούντιο δεν είμαστε τόσο αυστηρά προσκολλημένοι στους κανόνες ερμηνείας που χρησιμοποιούμε στις συναυλίες. Αλλά και εκεί ο αυτοσχεδιασμός αποτελεί μεγάλο μέρος της δουλειάς μας. Συχνά αυτοσχεδιάζουμε σαν να πρόκειται για ζωντανή εμφάνιση και κάποια στιγμή όταν φτάσουμε σε ένα σημείο που μας αρέσει πολύ, γυρνάμε πίσω την ταινία και ξεκινάμε με αυτό το μοτίβο σαν βάση του κομματιού. Επίσης ένα μεγάλο μέρος της αίσθησης της δραματικής εξέλιξης προέρχεται όχι μεταλλάσσοντας ένα μοτίβο με τον τρόπο που το κάνουμε στις συναυλίες, αλλά προσθέτοντας ή αφαιρώντας προηχογραφημένα μέρη. Η διαδικασία της μίξης παίζει μεγάλο ρόλο στη δημιουργία των στούντιο άλμπουμ μας. Συχνά κάποια μέρη που ακούγονται έντονα στην αρχική ηχογράφηση, περιορίζονται στο ελάχιστο ή και σβήνονται τελείως.

Πώς αντιδρά συνήθως το κοινό που δεν είναι οικείο με τη μουσική σας στις ζωντανές σας εμφανίσεις;
Είμαστε πολύ τυχεροί γιατί συνήθως η ανταπόκριση του κοινού είναι εξαιρετικά θετική. Όταν πρωτοξεκινήσαμε συχνά νιώθαμε το χώρο γύρω μας πολύ σιωπηλό για τα δέκα περίπου πρώτα λεπτά των αυτοσχεδιασμών μας, οπότε και καταλάβαιναν ότι δεν επρόκειτο για εισαγωγή, αλλά ότι αυτό ήταν το κομμάτι! Αλλά συνήθως τους άρεσε και παρέμεναν για να δουν πού θα μας πήγαινε αυτό το ταξίδι. Τώρα πια νομίζω ότι έχουμε αρκετή φήμη, έτσι ώστε εκείνοι που δεν μας έχουν ξανακούσει θα έχουν διαβάσει κάπου ή κάποιος φίλος τους θα τους έχει περιγράψει τι είναι αυτό που κάνουμε.

Πώς επηρέασαν τη δουλειά σας και τη σχέση με τους θαυμαστές σας η εξέλιξη της τεχνολογίας και το Ίντερνετ;
Πρώτα από όλα αν δεν είχε εμφανιστεί το CD δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε τα άλμπουμ μας που έχουν διάρκεια μιας ώρας. Η τεχνολογία των ηχογραφήσεων έχει αλλάξει τρομερά τα τελευταία χρόνια. Προσπαθούμε να συμβαδίζουμε με αυτές τις αλλαγές και να εκμεταλλευόμαστε τις εξελίξεις όσο γίνεται περισσότερο. Τις συναυλίες μας δεν τις έχει επηρεάσει καθόλου, εκτός του ότι η ποιότητα του ήχου είναι έχει βελτιωθεί πολύ. Το Ίντερνετ έχει προφανή επίδραση στον τρόπο που επικοινωνούμε με τους θαυμαστές μας. Ξοδεύω πολύ από το χρόνο μου κάθε μέρα για να γράφω μηνύματα. Δεν είμαι σίγουρος ότι αυτό συνιστά απαραίτητα ένα βήμα προόδου! Αλλά έχει κάνει εφικτό για ένα συγκρότημα με χαμηλό προφίλ όπως το δικό μας να είναι σε διαρκή επαφή με τους θαυμαστές μας σε όποιο μέρος του κόσμου και να βρίσκονται και να τους πληροφορούμε πότε θα κάνουμε περιοδεία στη χώρα τους. Έχουμε χιλιάδες συνδρομητές στην ταχυδρομική λίστα μας και είναι ένας θαυμάσιος τρόπος να επικοινωνούμε μαζί τους. Προσωπικά δεν βρίσκω κάτι το σημαντικό στο MySpace. Έχω επισκεφτεί αρκετά σάιτ και στ’ αλήθεια δεν μπορώ να καταλάβω τι του βρίσκουν.

the-necks.jpg

Jazz & Tzaz, Φεβρουάριος 2008

Advertisements

0 Responses to “The Necks”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Kατηγορίες

Email me:

vagarag at freemail.gr

Αρχείο

Blog Stats

  • 26,228 hits
Φεβρουαρίου 2008
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιαν.   Μαρ. »
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
2526272829  

Αρέσει σε %d bloggers: