Αρχείο για Μαρτίου 2008

Μια βραδιά ευρωπαϊκής τζαζ

drechslerquartet_3.jpg
Xάρη σε μια πρωτοβουλία του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Ερμούπολης και την ευγενική χορηγία της Αυστριακής Πρεσβείας στην Αθήνα, ένας σημαντικός καλλιτέχνης της νέας ευρωπαϊκής σκηνής της τζαζ έρχεται στην πόλη μας για μια μοναδική συναυλία. Πρόκειται για τον κλαρινετίστα και σαξοφωνίστα Ulrich Drechsler που θα εμφανιστεί με το τρίο του στο Θέατρο Απόλλων την Κυριακή 6 Απριλίου, στις 9 το βράδυ.

Ο Ulrich Drechsler γεννήθηκε στη Γερμανία και άρχισε να παίζει κλαρινέτο από τα παιδικά του χρόνια. Σπούδασε κλασική μουσική στη Στουτγάρδη. Στα δεκαέξι του άρχισε να μαθαίνει μόνος του σαξόφωνο και σιγά σιγά οδηγήθηκε στην αυτοσχεδιαζόμενη μουσική. Σπούδασε τζαζ στο Πανεπιστήμιο Τεχνών του Γκρατς και από το 1999 ζει στη Βιέννη, έχοντας πλέον ως βασικό του όργανο το μπάσο κλαρινέτο. Το 2005 τιμήθηκε με το αυστριακό βραβείο Amadeus.

Οι μουσικές του επιλογές αγγίζουν πολλά και διαφορετικά στυλ, από την κλασική μουσική μέχρι το χιπ-χοπ και έχει διασκευάσει μεταξύ άλλων γνωστά έργα Σούμπερτ αλλά και Thelonious Monk που είναι ένας από τους αγαπημένους του συνθέτες.

Αυτή τη στιγμή δουλεύει με τέσσερα διαφορετικά δικά του σχήματα. Στη Σύρο θα εμφανιστεί με το τρίο του που συμπληρώνουν ο Oliver Steger στο κοντραμπάσο και ο Joerg Mikula στα τύμπανα. Με αυτό το τρίο κυκλοφόρησε πριν από ενάμιση χρόνο το CD “Humans & Places” (στο οποίο συμμετείχε το νέο αστέρι της ECM, ο νορβηγός πιανίστας Tord Gustavsen), στο υλικό του οποίου θα βασιστεί η συναυλία. Το “Humans & Places” είναι ένα άλμπουμ με καθαρά ευρωπαϊκό χρώμα. Κινούμενο στο μεγαλύτερό του μέρος σε αργό τέμπο, με χαμηλόφωνο και λιτό παίξιμο, μεταφέρει από τον παγωμένο βορρά, μια γλυκιά μελαγχολική ατμόσφαιρα και ζεστά συναισθήματα που αγγίζουν αμέσως τον ακροατή.

Επαφή: www.ulrichdrechsler.com
drechsler_a4-1.jpg

    Συνέντευξη με τον Ulrich Drechsler

Η Βιέννη είναι βέβαια φημισμένη για τη μεγάλη της παράδοση στην κλασική μουσική, αλλά έχει αναδείξει μερικά σπουδαία ονόματα της τζαζ όπως τον Joe Zawinul (συνεργάτη του Miles Davis και δημιουργό των Weather Report), την Vienna Art Orchestra και τον Michael Mantler. Πώς είναι αυτή τη στιγμή η σκηνή της πόλης;
Η Βιέννη είναι με διαφορά η μεγαλύτερη πόλη στην Αυστρία και έτσι συγκεντρώνει περίπου το 60% των πολιτιστικών δραστηριοτήτων της χώρας και πολλούς νέους καλλιτέχνες. Στην Αυστρία υπάρχουν μερικά πανεπιστήμια στα οποία διδάσκεται η τζαζ και η εκπαίδευση όπως και το επίπεδο της μουσικής βελτιώνονται συνεχώς. Οι μουσικοί με διάφορους τρόπους μπορούν να επιδοτηθούν για να σπουδάσουν στο εξωτερικό, να οργανώσουν μια περιοδεία ή να κάνουν ένα δίσκο. Βέβαια οι καιροί είναι δύσκολοι και πολλοί προσπαθούν να οργανώνονται μόνοι τους φτιάχνοντας και διανέμοντας οι ίδιοι τους δίσκους τους.

Πώς επέλεξες το μπάσο κλαρινέτο ως κύριο εκφραστικό σου μέσο;
Αρχικά ήθελα να μελετήσω κλασικό κλαρινέτο αλλά αποφάσισα ότι η ζωή του καλλιτέχνη της κλασικής μουσικής δεν μου ταίριαζε. Επιθυμούσα να ολοκληρωθώ μέσα από τη μουσική, να είμαι δημιουργικός και να βρω τη δική μου φωνή. Έτσι στα δεκαέξι μου άρχισα να παίζω σαξόφωνο και σε λίγο παράτησα εντελώς το κλαρινέτο. Ήλθα στην Αυστρία για να μελετήσω τζαζ στο πανεπιστήμιο του Γκρατς. Σε αυτό το πανεπιστήμιο όλοι οι σαξοφωνίστες μελετούν υποχρεωτικά φλάουτο και κλαρινέτο για ένα χρόνο, γιατί είναι χρήσιμο σε περίπτωση που παίξεις σε μεγάλη ορχήστρα, στην οποία χρειάζονται όλα αυτά τα όργανα. Εκεί είχα έναν καταπληκτικό δάσκαλο στο μπάσο κλαρινέτο που με έκανε να ξαναγαπήσω το κλαρινέτο. Μετά τις σπουδές μου κατάλαβα ότι βαθιά μέσα μου ήμουν περισσότερο κλαρινετίστας παρά σαξοφωνίστας και άρχισα να εξασκούμαι όλο και πιο πολύ σε αυτό το υπέροχο όργανο. Βγάζει τόσο πολύ συναίσθημα και έχει τη μεγαλύτερη γκάμα από όλα τα πνευστά, αφού καλύπτει 5 οκτάβες. Είναι όμως πολύ δύσκολο και συχνά πρέπει «να δώσεις μάχη» για κάθε νότα, αλλά αυτό είναι ταυτόχρονα και μια πρόκληση. Καθετί που παίζεις ακούγεται φρέσκο, γιατί δεν είναι ακόμη συνηθισμένο όργανο ούτε στη τζαζ, ούτε στην ποπ μουσική. Ακόμη κι όταν παίζεις ένα παλιό μπη-μποπ κομμάτι του Charlie Parker, ακούγεται εντελώς καινούριο, αφού λίγοι γνωρίζουν τον ήχο αυτό.

Εμφανίζεσαι και ηχογραφείς με 3-4 διαφορετικά δικά σου γκρουπ. Όταν συνθέτεις έχεις κάθε φορά στο μυαλό σου ένα συγκεκριμένο σχήμα;
Καθένα από αυτά τα σχήματα ακούγεται τελείως διαφορετικό, αλλά από την άλλη όλα τους μοιάζουν. Όταν δημιουργώ, είτε συνθέτοντας είτε παίζοντας, βασικός μου στόχος είναι ό,τι κάνω να γίνεται κατανοητό από τους ακροατές και να τους μεταφέρω συναισθήματα και ενέργεια. Δεν με ενδιαφέρει να κάνω μουσική μόνο για λίγους τρελαμένους με τη τζαζ, αλλά και για τον κόσμο που είναι ανοιχτός σε νέους ήχους και που μπορεί να μην έχει ξανακούσει τζαζ. Έτσι πρώτα με απασχολούν τα συναισθήματα, οι ήχοι και ο αντίχτυπος της μουσικής στον ακροατή και με αυτό τον τρόπο διαλέγω τα όργανα και τους μουσικούς. Μετά από μερικές βδομάδες ή μήνες η μουσική αποκτά δική της ζωή. Συνήθως (έτσι συνέβη και στο “Humans & Places») κάθομαι στο πιάνο και σε μερικές βδομάδες συνθέτω μερικά κομμάτια, αφού οι μελωδίες τους υπάρχουν ήδη μέσα μου. Νιώθω πάντα υπέροχα. Αφού κάνουμε πρόβες όσο συχνότερα γίνεται για να νιώσουμε άνετα με το νέο υλικό, αρχίζουμε να το παίζουμε μπροστά σε κόσμο για να δούμε πώς θα εξελιχθεί. Αυτή τη στιγμή έχω ένα καινούριο πρότζεκ. Ένα κουαρτέτο με μπάσο κλαρινέτο, δύο τσέλα και κρουστά, που βγάζει μια ξεχωριστή ενέργεια, γιατί το κλαρινέτο και το τσέλο έχουν περίπου την ίδια γκάμα και οι ήχοι τους ταιριάζουν πολύ.

Πώς αντιλαμβάνεσαι τη σχέση σου με το κοινό όταν παίζεις; Τι σε ενοχλεί όταν βρίσκεσαι πάνω στη σκηνή και πότε νιώθεις ικανοποιημένος μετά από μια εμφάνιση;
Δημιουργώ βαθιά σχέση με το κοινό γιατί μου αρέσει να το κάνω να αισθάνεται ωραία. Γι αυτό έγινα τζαζ μουσικός. Δεν είμαι το είδος του καλλιτέχνη που κάνει επίδειξη τεχνικής πάνω στη σκηνή. Ο κύριος στόχος μου είναι να αγγίξω τις καρδιές των ακροατών με λίγες μόνο νότες. Κάποιες φορές τα καταφέρνω, κάποιες όχι. Μια φορά πέρσι έπαιζα με τον Tord Gustavsen στο «Porgy & Bess», ένα κλαμπ στη Βιέννη που ήταν γεμάτο με 500 περίπου ανθρώπους. Αρχίσαμε να παίζουμε και όλοι στο ακροατήριο άρχισαν να χαμογελούν, πολλοί έκλεισαν τα μάτια και συνέχισαν να χαμογελούν για τις επόμενες δύο ώρες. Ήταν απίστευτο. Αισθάνομαι άνετα πάνω στη σκηνή και τίποτα δεν με ενοχλεί. Προσπαθώ να κατευθύνω τους μουσικούς και τον κόσμο ανάλογα με το πώς νιώθω εκείνη τη στιγμή και αν κάτι δεν πάει καλά, είναι στο χέρι μου να προσπαθήσω να το αλλάξω.

Τι προγραμματίζετε να παίξετε στην εμφάνισή σας στην Ερμούπολη;
Θα βασιστούμε στο άλμπουμ «Humans & Places» που ηχογραφήσαμε με το αστέρι του πιάνου από τη Νορβηγία Tord Gustavsen, αλλά θα παίξουμε χωρίς εκείνον. Βλέποντας μια φωτογραφία του θεάτρου Απόλλων, νομίζω ότι είναι το ιδανικό μέρος για να παίξει κανείς τέτοια μουσική. Είναι κάτι σαν «τζαζ δωματίου», όχι πολύ ηχηρή, με ντελικάτη ενέργεια και πολλές μικρές λεπτομέρειες και αυτό το πανέμορφο θέατρο είναι κατάλληλο για να τη νιώσει κανείς.

Το τελευταίο σου άλμπουμ ακούγεται κοντά στον ήχο της ECM. Σου αρέσει ο ήχος αυτής της εταιρείας;
Έχω επηρεαστεί πολύ από τον λεγόμενο ήχο της ECM και ιδίως από τη σκανδιναβική μουσική. Ο μεγάλος πιανίστας Paul Bley κάποτε παρομοίασε τη μουσική με τον ήλιο: δίνει ενέργεια, βοηθά την ανάπτυξη, ζεσταίνει κτλ. Στη Σκανδιναβία όπου ο ήλιος λάμπει σχετικά πολύ λίγο είναι πολύ πιο πολύτιμος. Το ίδιο ισχύει και στη μουσική. Οι μουσικοί προσπαθούν να δημιουργήσουν μια ατμόσφαιρα, πασχίζουν για κάθε νότα, παίζουν μόνο ό,τι είναι απαραίτητο.

Γιατί πιστεύεις ο πολύς κόσμος δεν ακούει τζαζ; Είναι θέμα καλλιέργειας; Εμπειριών; Μήπως η τζαζ είναι μια δύσκολη και απαιτητική μορφή τέχνης;
Νομίζω ότι οι λόγοι είναι πολλοί. Πρώτα πρώτα δεν προβάλλεται από τα μέσα και συνεπώς ο πολύς κόσμος δεν έρχεται καν σε επαφή μαζί της. Από την άλλη έχει κακή φήμη. Όταν ο κόσμος ακούει τη λέξη τζαζ τού έρχεται στο μυαλό είτε η φρη τζαζ, είτε το ντίξιλαντ και πιστεύει ότι είναι δύσκολη μουσική γιατί κανείς δεν του έχει δείξει το αντίθετο, ενώ του δίνονται ελάχιστες ευκαιρίες για να αλλάξει γνώμη. Μια παροιμία στη Γερμανία και την Αυστρία λέει «ό,τι δεν το ξέρει ο αγρότης, δεν το τρώει». Αυτό συμβαίνει και με τη τζαζ. Όμως και οι μουσικοί κάνουν λάθη. Συχνά όταν βρίσκονται στη σκηνή παίζουν με μανία χωρίς να σκέφτονται το κοινό, που θέλει να ψυχαγωγηθεί, να νιώσει τη μουσική και να γίνει μέρος της. Ο μουσικός είναι διασκεδαστής, πρέπει να επικοινωνεί με το ακροατήριο με αυτά που παίζει αλλά και με αυτά που λέει, ακόμη και με το τι φοράει. Μια φορά που παρακολούθησα ένα workshop με τον Wynton Marsalis κάποιος τον ρώτησε τι πρέπει να κάνει για να πετύχει στη μουσική. Η απάντησή του ήταν: «Πάρε ένα κοστούμι». Από την άλλη για κάθε είδος τέχνης υπάρχει ένα κοινό. Αυτό που μένει να κάνεις είναι να το βρεις και όταν το πιστέψεις θα τα καταφέρεις.

Ο Λόγος των Κυκλάδων, 3 Απριλίου 2008

Επιστροφή στο τρομπόνι

ryankeberle.jpgballen2006.jpgthe-crab.jpg

Το τρομπόνι ήταν πρωταγωνιστικό όργανο και στις μπάντες παρελάσεων της Νέας Ορλεάνης και στις μεγάλες ορχήστρες σε ολόκληρη την περίοδο του swing. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πρώτη μαύρη ορχήστρα της Νέας Ορλεάνης που ηχογράφησε δίσκο ήταν αυτή του τρομπονίστα Kid Ory το 1922, αλλά και το ότι μερικές από τις πιο δημοφιλείς big band του swing, όπως του Tommy Dorsey και του Glenn Miller, είχαν για leader τρομπονίστες. Με το τέλος της εποχής εκείνης, την έλευση του bebop, το οποίο παιζόταν από μικρά σχήματα και την για διάφορους λόγους (με κυριότερο τον οικονομικό) παρακμή των μεγάλων συνόλων, άρχισε να περιορίζεται και ο ρόλος του τρομπονιού.

Ο J.J. Johnson ενέταξε γρήγορα στο παίξιμο του τρομπονιού την επανάσταση που έφερε το bebop και τον ακολούθησαν πολύ μεγάλοι σολίστες όπως ο Curtis Fuller, ο Frank Rosolino, o Jimmy Knepper, αλλά και μουσικοί όπως ο Bob Brookmeyer και ο Slide Hampton, που εκτός από βιρτουόζοι ήταν σπουδαίοι συνθέτες και bandleaders. Αργότερα η δημιουργική σκηνή της δεκαετίας του ’60 ανέδειξε αυτοσχεδιαστές σαν τον Grachan Moncur, τον Roswell Rudd, τον Albert Mangelsdorff, αλλά και σήμερα έχουμε εξαιρετικούς τρομπονίστες όπως ο Ray Anderson, o Gary Valente, o George Lewis, o Frank Lacy, ο Robin Eubanks. Παρόλα αυτά είτε εξαιτίας της εμφάνισής του, είτε λόγω του ότι είναι ιδιαίτερα δύσκολο να το κατακτήσεις, το τρομπόνι δεν είναι πρώτη επιλογή ούτε για το κοινό, ούτε για τους ίδιους τους μουσικούς. «Οι σαξοφωνίστες παίρνουν τα κορίτσια και οι τρομπετίστες τα λεφτά» είχε πει ο Bob Brookmeyer, για να συμπληρώσει ο Ray Anderson «για μένα έχει μεγάλη σημασία να ξεπερνώ το θέμα της τεχνικής. Είναι αδύνατον να παίζεις τρομπόνι και να μη σου έχει γίνει ψύχωση η τεχνική, γιατί είναι ένα πολύ δύσκολο όργανο».
Η ύπαρξη νέων ταλαντούχων παιδιών όπως o Ryan Keberle, ο Brian Allen και ο Joe Fiedler, που φέρνουν το τρομπόνι στην πρώτη γραμμή, είναι ένδειξη όχι μόνο για τις δυνατότητες αυτού του οργάνου, αλλά και για το ότι έχει πολλά ακόμη να συνεισφέρει στην εξέλιξη της τζαζ.

ryan-keberle.jpg
Ryan Keberle: “Double Quartet” (Alternate Side Records)
Στα εικοσιέξι του ο Ryan Keberle έχει καθιερωθεί ως session μουσικός στη Νέα Υόρκη, ιδίως από τη δουλειά του με δυο από τις πιο διάσημες μεγάλες ορχήστρες, τη Maria Schneider Orchestra και τη Lincoln Center Jazz Orchestra υπό τον Wynton Marsalis. Στο προσωπικό του ντεμπούτο διακρίνουμε δύο βασικά χαρακτηριστικά. Το πρώτο είναι το πόσο έχει επηρεαστεί από τον ήχο των μεγάλων συνόλων και την αδυναμία του για τα χάλκινα. Αυτό τον οδήγησε στην επιλογή να χρησιμοποιήσει ένα διπλό κουαρτέτο που αποτελείται από το τρομπόνι του και ένα κλασικό rhythm section (πιάνο, μπάσο, τύμπανα) και μια τετράδα χάλκινων (τρομπέτα, 2ο τρομπόνι, γαλλικό κόρνο και τούμπα). Τα πέντε πνευστά χάρη στην ενορχηστρωτική ικανότητα του Keberle, δημιουργούν μεγάλη πολυφωνία, πολύ μεγάλο πλούτο συνδυασμών και ηχοχρωμάτων που αρκετά συχνά ακούγονται σαν να προέρχονται από ένα μεγαλύτερο σύνολο. Το δεύτερο χαρακτηριστικό του CD είναι ο σφαιρικός τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει ο Keberle το τζαζ ρεπερτόριο. Αυτή την εντύπωση δίνουν τα τέσσερα κομμάτια που επέλεξε να διασκευάσει, δηλαδή το “Norwegian wood’ και το “Blackbird” των Beatles, το “Children of the night” του Wayne Shorter (από το “Mosaic” του Art Blakey) και το “29 Palms”, που ήταν ένα σόλο πιάνο κομμάτι του Brad Mehldau από το “Places”. Οι διασκευές αυτές μαζί με πέντε συνθέσεις του τρομπονίστα γίνονται ένα ομοιογενές και βατό σύνολο, αλλά γεμάτο λεπτομέρειες και κρυμμένες ομορφιές που χρειάζονται χρόνο και προσοχή από τον ακροατή για να τις ανακαλύψει. Όσο για την ποιότητα του Keberle ως σολίστα, ανήκει στην παλιά σχολή με τον καθαρό, μελωδικό και έντεχνο ήχο του J.J. Johnson και των μεταγενέστερών του, όπως ο Steve Turre και ο Wycliffe Gordon, που ήταν και δάσκαλοί του.
www.ryankeberle.com

brian-allen-tony-malaby-tom-rainey.jpg
Brian Allen, Tony Malaby, Tom Rainey: “Synapse” (Braintone Records)
Πέμπτο άλμπουμ στη δική του ανεξάρτητη εταιρία για τον τεξανό Brian Allen που φαίνεται ότι έχει κόλλημα με τους γρίφους και τους αναγραμματισμούς. Το όνομα της εταιρίας έχει προκύψει από αναγραμματισμό του ονόματός του (Brain – Brian). Από κάποιο αναγραμματισμό, που αδυνατούμε να προσδιορίσουμε, φαίνεται να προέκυψαν και οι τίτλοι όλων των κομματιών του CD. Όσο για τον τίτλο του άλμπουμ (Synapse – σύναψη), προέρχεται από τον όρο που χρησιμοποιείται στη βιολογία για τα σημεία επαφής των νευρικών κυττάρων μεταξύ τους και με τα άλλα είδη κυττάρων, μέσω των οποίων εξασφαλίζεται η ανταλλαγή των πληροφοριών. Στον εγκέφαλο (brain) υπάρχει ένας τεράστιος αριθμός συνάψεων. Μέσα από αυτό το περίγραμμα γεννήθηκαν οι αυτοσχέδιες συνθέσεις αυτού του χωρίς μπάσο τρίο με τον Allen στο τρομπόνι, τον Tony Malaby στο σαξόφωνο και τον Tom Rainey στα τύμπανα. Οκτώ ομαδικοί αυτοσχεδιασμοί χωρίς χειροπιαστό θέμα, χωρίς σταθερό ρυθμό, χωρίς συγκεκριμένη δομή, αλλά που με τη λογική του call and response ανοίγονται ελεύθερα σε πολλαπλές κατευθύνσεις. Κάποια ιδέα που δηλώνει ένας από τους τρεις μέσω των σημείων επαφής και της ανταλλαγής των πληροφοριών, αποκωδικοποιείται και γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας και αδιάκοπων παραλλαγών από τους υπόλοιπους και με αυτό τον τρόπο η μουσική οδηγείται διαρκώς σε νέους χώρους.
www.braintone.com

joe-fiedler-trio.jpg

Joe Fiedler Trio: “The Crab” (Clean Feed Records)
Ο Joe Fiedler δεν είναι απλά ένας χαρισματικός τρομπονίστας, που μπορεί να γεφυρώσει το χάσμα που χωρίζει τον Wynton Marsalis από τον Anthony Braxton και τη σάλσα της Celia Cruz από τη big band της Satoko Fujii (έχει παίξει με όλους τους). Είναι και ένας μάστερ στα multiphonics, την περίπλοκη δηλαδή τεχνική που ανέπτυξαν ο Albert Mangelsdorff και ο Paul Rutherford, με την οποία τη στιγμή φυσούσαν μια νότα στο τρομπόνι, τραγουδούσαν και μια άλλη, προσπερνώντας με αυτό τον τρόπο το θέμα της μονοφωνίας και δίνοντας νέες δυνατότητες και διευρυμένο ρόλο στο όργανό τους.
Αν και το προηγούμενο CD του Fiedler ήταν αφιερωμένο αποκλειστικά στη μουσική του Mangelsdorff, ενώ το καινούριο “The Crab” περιλαμβάνει μόνο δικές του συνθέσεις, τα δύο άλμπουμ κινούνται στο ίδιο μήκος κύματος με ένα ανάλογο τρίο που έχει τον ίδιο μπασίστα – τον John Hebert – και τον έξοχο ντράμερ Michael Sarin (Thomas Chapin, Ben Allison) στη θέση του Mark Ferber. Άλλωστε δεν παραλείπει να αναφερθεί και πάλι στο μεγάλο γερμανό τρομπονίστα σε δύο κομμάτια (“For Albert”, “A Frankfurter In Caracas”). Οι μεγάλες ταχύτητες, το φάνκι μπητ και το χαλαρό τέμπο εναλλάσσονται με την ίδια συχνότητα με την οποία περνά η σκυτάλη του αυτοσχεδιασμού στα χέρια κάθε μέλους του τρίο. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαρκούς περιστροφικής κίνησης είναι το τρίλεπτο “Don’t impede the stream”, ένα ιλιγγιώδες φρη-μποπ όπου μετά το θέμα κάθε μουσικός παίζει μόνος του μερικά τετράμετρα για να συνεχίσουν όλοι μαζί σε ένα κρεσέντο ομαδικού αυτοσχεδιασμού, καθώς παρεμβάλλονται κάποιες στιγμές χαλαρού φανκ με συγχορδίες από το τρομπόνι, που αφήνουν τη μουσική (και τον ακροατή) να πάρει μερικές ανάσες. Στο “Trout Stream” τα σκουπάκια του Sarin και οι δυνατές οστινάτο γραμμές του Hebert δημιουργούν μια γκρούβι ρυθμική βάση πάνω στην οποία ο Fiedler δείχνει την ικανότητά του στο παίξιμο με σουρντίνα, θυμίζοντας τον τρόπο με τον οποίο μιμείται την ομιλία ο Ray Anderson, ενώ στο “For Albert” ο Fiedler, πάνω σε ένα ρυθμό που στήνεται από τα πιατίνια και τις βαριές μακρόσυρτες νότες του κοντραμπάσου, αποτίνει φόρο τιμής στον Mangelsdorff με μια εντυπωσιακή επίδειξη πολυφωνίας.
www.joefiedler.com

Jazz & Tzaz, Μάρτιος 2008

Talat

Talat: “The Growl” (Tzadik)
Η σκέψη πίσω από τη σειρά Radical Jewish Culture στην εταιρεία Tzadik του John Zorn είναι ότι θα μπορούσε να συμβάλει στην εξέλιξη της εβραϊκής μουσικής με έναν τρόπο ανάλογο με αυτόν της τζαζ, που από το ντίξιλαντ έφτασε στη φρη τζαζ και το σημερινό παγκόσμιο φιούζον. Πολλοί και γνωστοί αυτοί που έχουν ηχογραφήσει για αυτή τη σειρά, όπως ο Marty Ehlrich, ο Steve Bernstein, η Jenny Scheinman, οι Chassidic New Wave και φυσικά ο ίδιος ο Zorn.
συνέχεια

Peter Van Huffel

Peter Van Huffel: “Silvester Battlefield” (Fresh Sound New Talent)
Σε πολλές γερμανόφωνες περιοχές η παραμονή της πρωτοχρονιάς λέγεται και Silvester, καθώς είναι η μέρα που γιορτάζεται το όνομα του πάπα Συλβέστρου του Α’, στην περίοδο του οποίου (314-335) σταμάτησαν οι διωγμοί και επικράτησε ειρήνη στη δύση. Ο θρύλος θέλει τους δαίμονες και το σκοτάδι να απομακρύνονται εκείνη τη μέρα, μπροστά από θορυβώδεις τελετουργίες, ενώ ο κόσμος με πανηγυρισμούς υποδέχεται αδελφωμένος τον καινούριο χρόνο.
συνέχεια

Mace Hibbard

Mace Hibbard: “When Last We Met” (self-published)
Ακολουθώντας τη διαδρομή από το Όστιν του Τέξας όπου μεγάλωσε και σπούδασε, ως την Ατλάντα της Τζόρτζια όπου δουλεύει τα τελευταία χρόνια, ο σαξοφωνίστας Mace Hibbard μπορεί να βρίσκεται κάπως μακριά από τα μεγάλα κέντρα των εξελίξεων της τζαζ. Είχε όμως την ευκαιρία να παίξει με μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα (Wynton Marsalis, Michael Brecker, Phil Woods, Arturo Sandoval, James Moody) χάρη στον καθαρό και πλούσιο ήχο του στο σοπράνο, το τενόρο και κυρίως στο άλτο, που αντιπροσωπεύει την επιτομή του σύγχρονου μαίηνστρημ όπως διαμορφώθηκε από τους μεγάλους, με πρώτο και καλύτερο τον Charlie Parker και φτάνει μέχρι το σήμερα με μουσικούς όπως ο Kenny Garrett.
συνέχεια

Miki Hayama

Miki Hayama: “Prelude to a kiss” (Art Union Records)
Η 23χρονη Miki Hayama από το Κιότο, όπως η Megumi Yonezawa (Greg Osby), η Eri Yamamoto, η Sayuri Goto και φυσικά η γνωστότερη όλων Hiromi, είναι ένα από τα πολλά θηλυκά ταλέντα του πιάνου που προέρχονται από την Ιαπωνία και σε γενικές γραμμές ακολουθούν παρόμοια πορεία. Ξεκίνησαν από τη χώρα τους με κλασικό πιάνο, έφυγαν για την Αμερική για να συμπληρώσουν τις τζαζ σπουδές τους, παρέμειναν εκεί και σχεδόν όλες τους δουλεύουν με πιάνο τρίο.
συνέχεια


Kατηγορίες

Email me:

vagarag at freemail.gr

Αρχείο

Blog Stats

  • 26,139 hits
Μαρτίου 2008
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Φεβ.   Απρ. »
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31