Michael Jefry Stevens

Παράλληλοι δρόμοι
Ο νεοϋορκέζος πιανίστας Michael Jefry Stevens πέρασε τα εφηβικά του χρόνια στη Φλόριντα παίζοντας ροκ εν ρολ με μια Farfisa. Όταν στα δεκαοκτώ του άκουσε για πρώτη φορά το “Kind of Blue” και τον Coltrane, αισθάνθηκε κάτι σαν σοκ κι άρχισε να αφιερώνει όλο του το χρόνο στη μελέτη της τζαζ. Λίγο αργότερα ξαναγύρισε στη Νέα Υόρκη, σπούδασε υπό την καθοδήγηση μεγάλων μουσικών και ξεκίνησε να ηχογραφεί. Πρώτα με τον σαξοφωνίστα Mark Whitecage κι ύστερα με τον Herb Robertson, τον Dom Minasi, τον Dominic Duval. Ανάμεσα στα πολλά γκρουπ που συμμετείχε σε ηγετικό ρόλο ήταν το Mosaic Sextet στα τέλη της δεκαετίας του ’80, με τον Dave Douglas τότε στα πρώτα του βήματα και μια σειρά από σχήματα με τα οποία εξακολουθεί να δουλεύει μέχρι σήμερα: το κουαρτέτο Conference Call (με τον σπουδαίο γερμανό σαξοφωνίστα και κλαρινετίστα Gebhard Ullman), το Stevens, Siegel, Ferguson Trio, το Fonda/Stevens Group, τους In Transit. Σήμερα με πάνω από 50 δίσκους στο ενεργητικό του και εγκατεστημένος στο Μέμφις είναι παραγωγικότερος από ποτέ. «Για μένα η μουσική πάνω απ’ όλα είναι έκφραση ομορφιάς. Κι αυτό προσπαθώ να εκφράσω. Την ομορφιά, που μπορεί να εμφανιστεί με διάφορους τύπους και σχήματα» δηλώνει εμφατικά. Και πράγματι ακούγοντας στη σειρά πέντε από τους δίσκους που κυκλοφόρησε τους τελευταίους μήνες, καταλαβαίνουμε απόλυτα τι εννοεί, καθώς δύσκολα πιστεύουμε ότι στη θέση του πιανίστα και του leader σε αυτές τις τόσο διαφορετικές μεταξύ τους δουλειές, βρίσκεται ένα και το αυτό πρόσωπο.

Το Fonda/Stevens Group είναι το κύριο όχημα της εικοσάχρονης συνεργασίας του Stevens με τον μπασίστα Joe Fonda (παίζουν μαζί και στους Conference Call). Το “Trio”, ηχογραφημένο ζωντανά στην Κρακοβία της Πολωνίας, τους βρίσκει σε μια από τις συχνές επισκέψεις τους τον τελευταίο καιρό στην ανατολική Ευρώπη. Είναι το ένατο άλμπουμ που κυκλοφορούν, αλλά το πρώτο στο οποίο εμφανίζονται ως τρίο, με τον Harvey Sorgen στα τύμπανα και χωρίς τον τρομπετίστα Herb Robertson που όλα αυτά τα χρόνια είχε σταθερή θέση στο γκρουπ, ούτε και τον Mark Whitecage που συμμετείχε στα στις πρώτες τους ηχογραφήσεις. Το interactive αυτό τρίο δεν ακολουθεί τη συνήθη σειρά θέμα – αυτοσχεδιασμοί – θέμα, αλλά χρησιμοποιεί ελεύθερες αρμονικές και ρυθμικές φόρμες που ευνοούν τον ανοιχτό διάλογο, καθώς τα τρία όργανα κυμαίνονται συνεχώς μεταξύ λυρισμού, πειραματισμών και δυναμικής κίνησης.

Αντίθετα στο “Get Out of Town” ο Stevens μαζί με τον μπασίστα Tim Ferguson και τον ντράμερ Jeff “Siege” Siegel, ως Stevens, Siegel & Ferguson Trio, ακουμπά τον παραδοσιακό ήχο του πιάνο τρίο που μοιράζει το ρεπερτόριό του σε στάνταρντς και πρωτότυπες συνθέσεις που ακούγονται σαν στάνταρντς. Με πεντακάθαρο ήχο, περίσσευμα ευαισθησίας και νοσταλγική διάθεση, αλλά και με τη ζωηράδα και την έξαψη της κίνησης του σουίνγκ, οι τρεις τους περνούν από δρόμους που τους έχουμε ταξιδέψει αμέτρητες φορές, αλλά που δε μας κάνει κανένα κόπο να τους ξαναδιασχίσουμε και να δούμε τις ομορφιές τους έχοντας εκείνους στο τιμόνι.
Το “For the Children” που προέρχεται από το αρχειακό υλικό της εταιρείας Cadence (ηχογραφήθηκε το 1995) έχει μεγάλο ενδιαφέρον για δύο κυρίως λόγους. Πρώτα γιατί μας δίνει την ευκαιρία να ακούσουμε τον Dave Schnitter, έναν ξεχασμένο σαξοφωνίστα, παρόλο που για μια πενταετία (από το 1974 ως το 1979) ήταν ένας από τους Jazz Messengers του Art Blakey. Κι ύστερα γιατί είναι μια από τις σπάνιες φορές που συναντάμε τον μπασίστα Dominic Duval μαζί με τον ντράμερ Jay Rosen σε ένα καθαρά mainstream σετ, το οποίο υπογράφεται εξολοκλήρου από τον πιανίστα. Το φύσημα του Schnitter που πηγάζει κατευθείαν από το χαρντ μποπ και τον Dexter Gordon απογειώνεται κατακόρυφα στο “Graduation” και το “Patato’s Song” και χώνεται σε μια καπνισμένη μπλουζ ατμόσφαιρα με το “The Hunt”, ενώ ο Stevens ακόμα και στις πιο δυναμικές του στιγμές έχει ένα πολύ γλυκό και μελωδικό άγγιγμα.

Στο “Songbook” ο πιανίστας μάς φανερώνει μια ακόμη πλευρά του, εκείνη του τραγουδοποιού. Σ’ αυτή τη ζωντανή ηχογράφηση από το 2000, το straight ahead υλικό που συνέθεσε ο Stevens μεταμορφώνεται κυριολεκτικά από την πληθωρική παρουσία του Miles Griffith και τα απίστευτα πράγματα που ως συνήθως κάνει με τα φωνητικά του. Σκατ, ψίθυροι, σφυρίγματα, σπιρίτσουαλ χρωματισμοί, βραχνές κορώνες και τσιρίγματα εναλλάσσονται συνεχώς με τις όμορφες μελωδίες των τραγουδιών και τα σόλο από τον Stevens και το σαξόφωνο της Sue Terry.

Τέλος με το ευρωπαϊκό κουαρτέτο του In Transit και το “Moving Stills” ο πιανίστας ακολουθεί μια εκ διαμέτρου αντίθετη πορεία. Πλαισιωμένος από τρεις ικανότατους Ελβετούς αυτοσχεδιαστές δημιουργεί δώδεκα στιγμιαίες συνθέσεις, ηχογραφημένες μια και έξω σε ένα στούντιο της Ζυρίχης. Με αιχμή το οξύ άλτο και το σοπράνο του Jurg Solothurnmann και την ατονική κίνηση του Stevens πάνω στα πλήκτρα, το γκρουπ κατευθύνεται προς το άγνωστο, «εκφράζοντας κάτι που δεν ξέρουν εκ των προτέρων ούτε τι είναι ούτε από πού προέρχεται» όπως λέει και ο σαξοφωνίστας και «έχοντας βασικό προσανατολισμό την πράξη, την έκβαση, το δρόμο».
Επαφή: www.michaeljefrystevens.com

Συνέντευξη με τον Michael Jefry Stevens

ζωντανά με τους Conference Call

Ζωντανά με τους Converence Call

Άρχισες να παίζεις πιάνο από πολύ μικρός. Πότε ξεκίνησες να ασχολείσαι με τη τζαζ;
Άρχισα τα μαθήματα πιάνου όταν ήμουν πέντε ετών. Μελέτησα για δυο-τρία χρόνια μέχρι που η οικογένειά μου μετακόμισε από τη Νέα Υόρκη στο Μαϊάμι. Αργότερα άρχισα να παίζω Farfisa σε ένα ροκ εν ρολ γκρουπ μέχρι τα δεκαοκτώ μου. Επίσης από δέκα έως δεκαοκτώ ετών έπαιζα τρομπόνι στη μπάντα του σχολείου μου. Κάπου εκεί άκουσα για πρώτη φορά τζαζ και την ερωτεύτηκα αμέσως. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία.

Σου πήρε καιρό να αρχίσεις τις ηχογραφήσεις;
Άρχισα να ηχογραφώ τη μουσική μου από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, αλλά δεν είχα κυκλοφορήσει τίποτα μέχρι το 1990 περίπου που βγήκε το πρώτο μου CD. Ήταν με τον Mark Whitecage και τους Liquid Time, όπου συμμετείχαν ο Dave Douglas, ο Joe Fonda και ο Peter Perfido που την ίδια χρονιά είχε τραγικό τέλος σε ένα ατύχημα με μοτοσυκλέτα.

Όταν κάποτε ρώτησες τον sir Roland Hanna τι έπρεπε να κάνεις για να καταλάβεις το μπίμποπ σου είπε να μελετήσεις Μπαχ. Σε τι βαθμό πιστεύεις ότι είχε αναπτυχθεί η τέχνη του αυτοσχεδιασμού πριν τη τζαζ;
Έχω την αίσθηση ότι οι περισσότεροι από τους μεγάλους συνθέτες ήταν και αυτοσχεδιαστές. Πιστεύω ότι η κύρια διαφορά είναι ότι η τζαζ έχει αναπτύξει τη γλώσσα του ομαδικού αυτοσχεδιασμού τα τελευταία 100 χρόνια, κάτι που θεωρώ ως μέγιστη συμβολή στην εξέλιξη του ανθρώπου!

Όπως γράφεις στο εξώφυλλο του CD “Trio” αισθάνεσαι ότι ενδιαφέρεσαι όλο και περισσότερο για την κατάσταση του πλανήτη. Με τι τρόπο σε επηρεάζουν οι κοινωνικοπολιτικές σου ανησυχίες ως καλλιτέχνη;
Με επηρεάζουν όχι μόνο ως καλλιτέχνη αλλά και ως κάτοικο αυτού του πλανήτη. Η γη έχει περιορισμένους φυσικούς πόρους που τους σπαταλάμε εγωιστικά και με βουλιμία. Σαν καλλιτέχνης ταξιδεύω σε ολόκληρο τον κόσμο και διαπιστώνω από πρώτο χέρι την καταστροφή και την ερήμωση που απλώνεται στον εύθραυστο πλανήτη μας. Αυτή τη στιγμή πιστεύω ότι το ανθρώπινο είδος δεν θα επιβιώσει μετά από 100 χρόνια. Ελπίζω να κάνω λάθος!

Μπορείς να μας δώσεις μια εικόνα του πως είναι να περνάς από την αρχική έμπνευση στην εκτέλεση ή στην ηχογράφηση;
Νομίζω ότι μεγαλύτερη σημασία έχει το πώς εξελίσσονται οι αρχικές ιδέες του συνθέτη και καρποφορούν μέσα από τη σκληρή δουλειά. Με αυτή την έννοια το να παίζω συνεχώς τα ίδια κομμάτια με μια ομάδα μουσικών επιτρέπει στο συνθέτη μέσα μου να δουλεύει διάφορα «μουσικά προβλήματα» καθώς προετοιμαζόμαστε για μια ηχογράφηση. Όταν πια φτάνουμε στο στούντιο, η μουσική έχει γίνει σε τέτοιο βαθμό κομμάτι μας ώστε παίζουμε σαν να βρισκόμαστε σε συναυλία.

Πώς καταφέρνεις να παίζεις τόσο διαφορετικά πράγματα με κάθε σου πρότζεκτ και να είσαι ειλικρινής και αληθινός σε αυτό που κάνεις;
Όλοι μας έχουμε διαφορετικές πλευρές. Μας αρέσει η σοκολάτα όπως και η σαμπάνια, ή μας αρέσει ο τόνος αλλά μπορεί να μισούμε το χαβιάρι. Μας αρέσει το βουνό αλλά τρελαινόμαστε και για τον ωκεανό, ή σιχαινόμαστε το κάμπινγκ αλλά μας αρέσουν οι περίπατοι. Κατά κάποιο τρόπο έχουμε μέσα μας το παράδοξο. Παίζω τη μουσική που μου αρέσει. Προσπαθώ να μην είμαι υπερβολικά θορυβώδης και να μην παίζω εντελώς ηλεκτρική μουσική.

Εμφανίζεσαι πολύ συχνά στην Ευρώπη και τώρα τελευταία στην Ανατολική Ευρώπη. Ποιες διαφορές διακρίνεις ανάμεσα στα ευρωπαϊκά και τα αμερικάνικα ακροατήρια;
Στην Αμερική ο περισσότερος κόσμος δεν έχει παιδεία. Έχει εθιστεί στην τηλεόραση, την πλαστική τροφή και το εμπορικό ραδιόφωνο. Πιστεύει τους μύθους που προβάλλουν η τηλεόραση και ο κινηματογράφος. Οι ειδήσεις που διαβάζουμε στις εφημερίδες είναι κυρίως τοπικές. Δεν έχουμε πραγματικό ενδιαφέρον για τα διεθνή θέματα. Στη δυτική Ευρώπη τα ακροατήρια έχουν μια υπέροχη καλλιτεχνική παράδοση σε σχέση με την οποία μπορούν να εκτιμούν όλες τις τέχνες. Ζουν σε αρχαίες, μεγαλοπρεπείς πόλεις που αναδίνουν ομορφιά και καλλιτεχνική αρτιότητα. Αλλά είναι λίγο μπουχτισμένα γιατί είχαν την ευκαιρία να ακούσουν ο,τιδήποτε ήθελαν. Στην ανατολική Ευρώπη ο κόσμος είναι πεινασμένος για μεγάλη τέχνη και μουσική. Οι άνθρωποι είναι ενθουσιώδεις και υπάρχει πολύς νέος κόσμος που έρχεται στις συναυλίες μας. Κάτι που δεν συμβαίνει ούτε στη Δυτική Ευρώπη ούτε στην Αμερική.

Όταν παίζεις πάνω στη σκηνή είσαι απόλυτα συγκεντρωμένος σε αυτό που κάνεις ή προσπαθείς να ανοίξεις διάλογο με τους ακροατές; Αισθάνεσαι ποτέ την ανάγκη να αλλάξεις κατεύθυνση για να γίνεις πιο αρεστός στους ακροατές;
Σχεδιάζω τις εμφανίσεις μου έχοντας στο μυαλό μου τον ακροατή. Θέλω να πω ότι παίζω μια μεγάλη μουσική ποικιλία σε κάθε σετ, λίγη δυνατή μουσική, λίγη ατονική, κάποια μπλούζι πράγματα, μερικές πολύ όμορφες μπαλάντες. Αλλά πολύ σπάνια αλλάζω το σετ αφού ξεκινήσουμε να παίζουμε εξαιτίας της ανταπόκρισης του κοινού. Βέβαια η αλήθεια είναι ότι σχεδόν πάντα ο κόσμος αντιδρά πολύ όμορφα, είναι έξυπνος και συντονίζεται με την ενέργεια της συναυλίας. Αν η ενέργεια είναι αληθινή, θετική και δυναμική συνήθως ανταποκρίνεται ανάλογα.

Ποιοι είναι οι πιανίστες που σου αρέσουν περισσότερο αυτό τον καιρό;
O Kenny Werner, o Jacky Terrason, o Bruce Barth, o David Berkman, o Chano Dominguez, o Bill Charlap, o Bruce Hornsby, o Herbie Hancock, o Hermeto Pascoal, o Jason Moran, o Keith Jarrett, o Steve Kuhn, o Vijay Iyer, o Mulgrew Miller, o McCoy Tyner, o Chick Corea, o Hank Jones, o Cedar Walton, o Paul Bley, o Misha Mengelberg, η Roberta Piket, για να αναφέρω μόνο λίγους…

Οι μπίζνες της μουσικής γίνονται εμπόδιο στη δημιουργικότητά σου;
Πολύ δύσκολη ερώτηση. Σε γενικές γραμμές η μουσική βιομηχανία ενδιαφέρεται μόνο για τις πωλήσεις. Με αυτή την έννοια οι ομορφότεροι, οι νεαρότεροι και οι ελκυστικότεροι καλλιτέχνες έχουν και τις μεγαλύτερες πιθανότητες να προκαλέσουν το ενδιαφέρον της για να τους προωθήσει. Από την άλλη το δίκτυο των ανεξάρτητων προμότερ της τζαζ, των παραγωγών, των ραδιοφωνικών σταθμών κτλ. είναι πολύ ευρύ και ποικίλο. Έτσι αν χρησιμοποιήσεις τη δημιουργικότητά σου για να ξεκαθαρίσεις το δικό σου ήθος, με το χρόνο θα δημιουργήσεις ένα μεγάλο δίκτυο επαφών. Μπορεί να μην κερδίζεις πολλά αλλά θα φτάσεις σε πολύ ικανοποιητικό καλλιτεχνικό επίπεδο. Λίγο-πολύ αυτό το δρόμο έχω επιλέξει και ο πολύ καλός μου φίλος και επί σειρά χρόνων συνεργάτης Joe Fonda με έχει βοηθήσει πάρα πολύ να πετύχω τους καλλιτεχνικούς μου στόχους.

Jazz & Tzaz, Ιούνιος 2008

Advertisements

0 Responses to “Michael Jefry Stevens”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Kατηγορίες

Email me:

vagarag at freemail.gr

Αρχείο

Blog Stats

  • 26,106 hits
Ιουνίου 2008
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μάι.   Ιολ. »
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
30  

Αρέσει σε %d bloggers: