Nobu Stowe

nobu-stowe-by-ken-weiss1

Me, Myself and I
«Με άλλα λόγια είμαι τρεις άνθρωποι. Ποιος απ’ όλους είναι ο πραγματικός; Όλοι τους», έλεγε στο ξεκίνημα της αυτοβιογραφίας του ο Charlie Mingus. Συνδυάζοντας τρεις άκρως απαιτητικές δραστηριότητες, ο γιαπωνέζος Nobu Stowe μπορεί και ασκεί ταυτόχρονα το επάγγελμα του ψυχολόγου, του μουσικού και του δημοσιογράφου. Πριν ακόμη πάει στο σχολείο είχε ξεκινήσει τα μαθήματα πιάνου, αλλά κατάλαβε γρήγορα ότι δεν θα έκανε καριέρα σαν κλασικός πιανίστας, γιατί δεν μπορούσε να μελετά 8 και 10 ώρες τη μέρα. Άρχισε να ακούει τους Beatles, τα μεγάλα ροκ συγκροτήματα της δεκαετίας του ’60 και κι αμέσως μετά προγκρέσιβ ροκ, κι αυτά τα ακούσματα περνούσαν στα σχολικά συγκροτήματα στα οποία συμμετείχε. Τελειώνοντας το κολέγιο είχε αρχίσει να ενδιαφέρεται για το τζαζ-ροκ και άκουσε αρκετούς από τους κλασικούς δίσκους του Coltrane και του Miles Davis, όμως τη τζαζ την αγάπησε πραγματικά όταν ανακάλυψε τον Keith Jarrett, που από τότε έγινε ο αγαπημένος του μουσικός και η μεγαλύτερη επιρροή του. Αποφάσισε να σπουδάσει μουσική στην Αμερική και για να πείσει τους γονείς του να του το επιτρέψουν, τους υποσχέθηκε ότι θα σπούδαζε και ψυχολογία. Είχε ακούσει για το πανεπιστήμιο του Berkeley στην Καλιφόρνια, απ’ όπου είχε αποφοιτήσει ο Timothy Leary και νομίζοντας αρχικά ότι είναι το ίδιο με το Berklee (της Βοστόνης), πίστευε ότι θα μπορούσε να σπουδάσει εκεί και μουσική και ψυχολογία. Τελικά αυτό έκανε στο Berkeley, που έχει και μουσικό τμήμα.

Παίρνοντας το διδακτορικό του στην ψυχολογία από το πανεπιστήμιο του Σικάγο, έπιασε δουλειά στο Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας της Βαλτιμόρης, όπου συνεχίζει να εργάζεται μέχρι σήμερα. Στη Βαλτιμόρη σχημάτισε το βασικό του γκρουπ Trio Ricochet, ένα πιάνο τρίο με ρεπερτόριό δικές του κυρίως συνθέσεις. Μ’ αυτό το «μετα-φιούζον» τρίο όπως το αποκαλεί, έχει εμφανιστεί στο Blue Note και το Knitting Factory και έχει ήδη ηχογραφήσει το υλικό ενός άλμπουμ, που θα κυκλοφορήσει μέσα στο 2009, πιθανά από την ECM, αν και απέχει αρκετά από αυτό που έχουμε συνηθίσει να kinski_coverθεωρούμε σαν ήχο της εταιρείας. Με τα υπόλοιπα πρότζεκτ του, στα οποία συμμετέχουν μερικοί γνωστοί μουσικοί της free jazz σκηνής, όπως ο Dom Minasi, o Perry Robinson και ο Blaise Siwula και που όλα τους έχουν κοινό χαρακτηριστικό τον «καθολικό» αυτοσχεδιασμό, κυκλοφόρησε τα τρία πρώτα του άλμπουμ, το “Brooklyn Moments” και το “New York Moments” από τη γερμανική Konnex και το “Hommage an Klaus Kinski” από τη Soul Note, ενώ συμμετείχε στο “The soul in the mist” του περκασιονίστα Andrea Centazzo.

an-die-musikΤο καλοκαίρι κυκλοφόρησε το “An die music”, η δεύτερη δουλειά του για τη Soul Note .Από τις πρώτες κιόλας νότες το άλμπουμ δίνει την αίσθηση ενός Kohl Concert σε πολλά μέρη και με συνοδεία κρουστών από τον ντράμερ Alan Munshower και τον ινδό μάστερ της τάμπλας Badal Roy. Ακριβώς σαν τον μέντορά του ο Stowe έχει μόνιμα οδηγό του τη μελωδία και δεν χάνει το λυρισμό και το τραγουδιστό παίξιμο ούτε μετά από μακριές αυτοσχεδιαστικές ακολουθίες και παρόλο που από τα 11 κομμάτια και τα 70 περίπου λεπτά του CD, μόνο τα τρία λεπτά του “Pochi” χρησιμοποίησαν ένα προσχεδιασμένο συνθετικό σχεδίασμα του πιανίστα. Ένα ακόμη άλμπουμ – το έκτο του μέσα σε τρία χρόνια – με τον τίτλο “Confusion Bleue” και τη μόνιμη ένδειξη total improvisations στο εξώφυλλό του, είναι έτοιμο να κυκλοφορήσει από τη Soul Note. Το πιο ηλεκτρικό του μέχρι σήμερα, με τον ίδιο στο πιάνο και το Wurlitzer, τον πολυτάλαντο Ross Bonadonna στην ηλεκτρική και ακουστική κιθάρα και το άλτο, τον Tyler Goodwin στο πεντάχορδο κοντραμπάσο και τον Ray Sage στα κρουστά. Τέλος σαν δημοσιογράφος ο Stowe δουλεύει στο γιαπωνέζικο περιοδικό Jazz Tokyo (www.jazztokyo.com) και το ισπανικό Toma Jazz (www.tomajazz.com), για τα οποία έχει πάρει συνεντεύξεις από μερικούς μεγάλους και αγαπημένους του μουσικούς όπως ο Gary Peacock, ο Michel Legrand, ο Bill Frisell, ο Martial Solal, ο Tomasz Stanko, η Marilyn Crispell και φυσικά ο Keith Jarrett.
Επαφή: www.pochi-neko.com

Συνέντευξη με τον Nobu Stowe

Μεγάλωσες σε μια οικογένεια που αγαπούσε την κλασική μουσική. Γιατί επέλεξες να γίνεις τζαζ μουσικός;
Οι γονείς μου αγαπούσαν την κλασική μουσική αλλά άκουγαν και άλλα πράγματα. Το σημαντικό ήταν ότι είχαν μια καλή συλλογή δίσκων που εκτός από κλασική περιλάμβανε έθνικ και σάουντρακ, αλλά όχι τζαζ και ροκ. Καθώς σπούδαζα κλασικό πιάνο με επηρέασαν πολύ αυτοί οι δίσκοι και ειδικά τα σάουντρακ, τα γαλλικά και ιταλικά τραγούδια και η λατινοαμερικάνικη φολκ. Άκουσα για πρώτη φορά τζαζ από τη μουσική του Miles Davis για την ταινία του Λουί Μαλ «Το Ασανσέρ του Τρόμου». Αν και άρχισα να μελετώ κλασικό πιάνο από όταν ήμουν τριών ετών, ποτέ δεν ήμουν καλός μαθητής, κατάφερα όμως να συνεχίσω τα μαθήματα μέχρι που έγινα δεκαεπτά. Στο μεταξύ μου άρεσαν πολύ οι Beatles κι ύστερα το προγκρέσιβ ροκ. Έφτιαξα μερικά συγκροτήματα και εκτός του πιάνου άρχισα να γράφω κομμάτια, να παίζω κιθάρα, βιολί, φλάουτο και να τραγουδώ. Η τζαζ άρχιζε να με ενθουσιάζει καθώς τελείωνα το κολέγιο. Ήξερα βέβαια δίσκους σαν το “A Love Supreme” ή το “Kind of Blue”, αλλά θεωρούσα τη τζαζ βαρετή. Μέχρι που άκουσα το “My Song” του Keith Jarrett και ειδικά το κομμάτι “Country”. Κυριολεκτικά με συγκλόνισε και αποφάσισα να παίξω τζαζ. Αλλά ακόμη διστάζω να θεωρήσω τον εαυτό μου τζαζ πιανίστα. Ίσως γιατί ποτέ δεν προσπάθησα να γίνω, αλλά αντί γι αυτό προσπάθησα να ενσωματώσω στο παίξιμό μου ένα ευρύτερο φάσμα που περιλάμβανε όσα μου άρεσαν. Εδώ και δέκα περίπου χρόνια έχω επικεντρωθεί στην αυτοσχεδιαζόμενη μουσική (με άλλα λόγια τη τζαζ) που βασίζεται είτε σε συνθέσεις, είτε στον εντελώς ελεύθερο αυτοσχεδιασμό.

Πώς αποφάσισες να πας στην Αμερική από τόσο μικρή ηλικία;
Ήθελα να ακολουθήσω τη μουσική αλλά όχι στην Ιαπωνία, γιατί αισθανόμουν ένα «σύνδρομο κατωτερότητας» να παίζω στην πατρίδα μου όταν οι ήρωές μου ήταν στην Ευρώπη και την Αμερική. Όταν ήμουν τινέιτζερ απέφευγα σκόπιμα να ακούω και παραδοσιακή και σύγχρονη γιαπωνέζικη μουσική. Τώρα ξέρω ότι ήταν ανόητο, αλλά ήθελα να είμαι «αυθεντικός».

Πώς καταφέρνεις να συνδυάζεις τη δουλειά του ψυχολόγου, του δημοσιογράφου και του τζαζ μουσικού;
Θεωρώ τον εαυτό μου πρώτα ψυχολόγο και μουσικό και ύστερα δημοσιογράφο. Κάποιες φορές είναι πολύ δύσκολο να είσαι ταυτόχρονα και τα τρία, γιατί ο χρόνος δεν επαρκεί. Έτσι αναγκαστικά αφήνω κατά μέρος τα άρθρα μου για τη τζαζ. Αλλά μου αρέσει να γράφω και ειδικά να παίρνω συνεντεύξεις από τα είδωλά μου, τον Keith Jarrett, τον Gary Peacock, τον Bill Frisell, τον Michel Legrand. Το θεωρώ μεγάλο προνόμιο.

Η πρωινή σου απασχόληση έχει κάποια επίδραση στα γραπτά σου και τη μουσική σου προσέγγιση;
Όχι τόσο στον τρόπο που παίζω, γιατί εκεί μετρά περισσότερο η διαίσθηση και ο αυθορμητισμός, αλλά σε αυτά που γράφω για τη μουσική και στον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τα πράγματα. Μ’ αρέσει για παράδειγμα να αναλύω τους τύπους των αυτοσχεδιαστών σύμφωνα με τους ψυχολογικούς τύπους του Γιούνγκ. Με έλκουν περισσότερο οι εσωστρεφείς τύποι όπως ο Keith Jarrett, ο Django Reinhardt και ο Charlie Parker. Από την άλλη μου αρέσουν και οι συναισθηματικοί τύποι όπως ο Chet Baker και ο Paul Desmond.

Είναι ευκολότερο για σένα να δουλεύεις πάνω σε συνθέσεις ή με εντελώς αυτοσχεδιαζόμενα πρότζεκτ;
Όταν παίζεις πάνω σε συνθέσεις το αποτέλεσμα είναι πολύ πιο προβλέψιμο. Από την άλλη χρειάζεται πολύ περισσότερος χρόνος για να σχηματίσεις ένα βασισμένο σε συνθέσεις πρότζεκτ, γιατί απαιτούν ενορχήστρωση και αρκετές πρόβες. Λόγω του ότι δίνω μεγάλη σημασία στον αυθορμητισμό και τη διαίσθηση, προτιμώ να μην κάνουμε πρόβες στα αυτοσχεδιαζόμενα πρότζεκτ. Αλλά επειδή δεν μου αρέσει ο αυτοσχεδιασμός χωρίς συγκεκριμένο επίκεντρο, πριν πάμε στο στούντιο ή στο χώρο της συναυλίας, θέλω να επιβεβαιώνω ότι όλοι οι αυτοσχεδιαστές καταλαβαίνουν το περιεχόμενο του πρότζεκτ ώστε να κινούμαστε σε κοινό έδαφος. Έτσι χρησιμοποιώ ένα προκαθορισμένο θέμα για να επιλέξω τους μουσικούς και να δώσω μια γενική κατεύθυνση στον αυτοσχεδιασμό. Για παράδειγμα το θέμα στο “Hommage an Klaus Kinski” ήταν κάτι ανάμεσα σε Keith Jarrett και Giuffre/Bley/Konitz. Μια διαδικασία αυτού του τύπου μπορεί να διευκολύνει τον αυτοσχεδιασμό.

Γιατί συνήθως επιλέγεις να παίζεις με σχήματα χωρίς μπάσο;
Όταν παίζω κομμάτια που βασίζονται σε συνθέσεις συνήθως χρησιμοποιώ μπασίστα, ενώ στα αυτοσχεδιαζόμενα προτιμώ να μην το κάνω. Είμαι οπαδός του καθολικού αυτοσχεδιασμού που περιλαμβάνει τα πάντα. Της μεθόδου δηλαδή που καθιέρωσε ο Keith Jarrett, η οποία συνδυάζει μελωδίες σαν αυτές των τραγουδιών, τονικές αρμονικές ακολουθίες και ρυθμικές αλλαγές, καθώς και ατονικές και αρυθμικές ελεύθερες εξερευνήσεις. Όταν παίζεις με μπασίστα δημιουργείται ένα πρόβλημα στη αυθόρμητη δημιουργία πάνω αρμονικές ακολουθίες που κινούνται γύρω από ένα τονικό κέντρο. Αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στον ατονικό αυτοσχεδιασμό οι «λάθος νότες», ειδικά οι τονικές σε μια συγχορδία, γίνονται αμέσως αντιληπτές. Μερικοί μπασίστες μπορούν να το αποφεύγουν και χρειάζεται πολλή εξάσκηση για να το καταφέρει κανείς. Αλλά δεν είναι εύκολο ακόμη και για μάστερ όπως ο Gary Peacock.
Πάντως στο καινούριο μου άλμπουμ “Confusion Bleue” που θα κυκλοφορήσει την άνοιξη του 2009 από τη Soul Note, παίζω με τον μπασίστα του τρίο μου Tyler Goodwin. Επίσης έχω και ένα ντούο με τον μπασίστα Vytis Nivinskas από το Βίλνιους της Λιθουανίας που στην πατρίδα του έχει ένα πολύ ενδιαφέρον γκρουπ τους SAGA, ενώ μόλις συνεργάστηκα και με τον μπασίστα Daniel Barbiero. Γενικά όμως στον καθολικό αυτοσχεδιασμό είναι μπέρδεμα για μένα να παίζω με μπασίστες.

Αν και υπάρχουν μερικοί πολύ γνωστοί τζαζ μουσικοί από την Ιαπωνία, γνωρίζουμε λίγα πράγματα για τη σκηνή της. Θα ήθελες να μας πεις μερικά πράγματα για τη γιαπωνέζικη τζαζ;
Λόγω του ότι ζω στην Αμερική από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, δεν είμαι το πιο κατάλληλο πρόσωπο για να μιλήσω για τη γιαπωνέζικη σκηνή. Όπως είπα είχα παραγνωρίσει την γιαπωνέζικη μουσική για πολύ καιρό. Τα πράγματα άλλαξαν όταν ανακάλυψα το άλμπουμ “Voices” του Gary Peacock. Το αγόρασα όχι γιατί ήταν γιαπωνέζικη κυκλοφορία, αλλά γιατί ήταν του Gary Peacock. Το ηχογράφησε το 1971 με ντόπιους μουσικούς όταν έμενε εκεί. Με το που το άκουσα ανακάλυψα τον κόσμο των μουσικών της τζαζ της Ιαπωνίας και ειδικά τον Masahiko Togashi (1940-2007). Με συνεπήρε ο τρόπος που έπαιζε κρουστά ο Τogashi, που ήταν πολύ διαφορετικός σε σχέση με τον ήχο των ντράμερ από την Αμερική και την Ευρώπη, θυμίζοντάς μου τις ζωγραφιές στην παραδοσιακή τέχνη της Ιαπωνίας. Από τότε που ο Togashi ξεκίνησε να παίζει στο γκρουπ του πολύ φημισμένου σαξοφωνίστα Sadao Watanabe άρχισαν να τον αποκαλούν φαινόμενο για τα ντραμς. Όμως δυστυχώς από ένα ατύχημα το 1970 έμεινε παράλυτος στα κάτω άκρα. Το “Voices” σήμανε την επιστροφή του στην ενεργό δράση ως περκασιονίστα πλέον παρά ως ντράμερ. Κυκλοφόρησε πολλά δικά του άλμπουμ (ανάμεσά τους και το γνωστό “Spiritual Nature”) μέχρι αυτή τη δεκαετία. Όμως εκείνο το άλμπουμ μαζί με το “Song of Soil”, ηχογραφημένο στο Παρίσι με τον Don Cherry και τον Charlie Haden είναι τα αγαπημένα μου. Μου αρέσουν ακόμη ο πιανίστας Masabumi “POO” Kikuchi, οι πιανίστες Masahiko Satoh και Yosuke Yamashita, ο Hozan Yamamoto που παίζει σακουχάτσι (ένα γιαπωνέζικο είδος φλάουτου), ο τρομπετίστας Terumasa Hino, ο κιθαρίστας Masayuki Takayanagi, ο Kaoru Abe που παίζει διάφορα πνευστά, ο ντράμερ George Ohtsuka και πολλοί ακόμη. Είναι δύσκολο να βρει κανείς δίσκους τους στην Ευρώπη, αλλά μερικοί από αυτούς πωλούνται μέσω του Ίντερνετ.

Jazz & Tzaz, Ιανουάριος 2009

nobu-stowe-by-eisuke-koya-3

Advertisements

0 Responses to “Nobu Stowe”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Kατηγορίες

Email me:

vagarag at freemail.gr

Αρχείο

Blog Stats

  • 26,106 hits
Ιανουαρίου 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Δεκ.   Φεβ. »
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Αρέσει σε %d bloggers: