Προς μια νέα λάτιν τζαζ

contos

just-songs1provinciano1southamerican-suite1

Felipe Salles – Fernando Huergo – Ale Demogli – Leonardo E.M. Cioglia

Η τζαζ είχε συναντηθεί με το νότιο κομμάτι της αμερικάνικης ηπείρου ήδη από τη δεκαετία του ’30, όταν οι μεγάλες ορχήστρες άρχισαν να χρησιμοποιούν τους αφρο-κουβανέζικους ρυθμούς και να συνεργάζονται με λατινοαμερικάνους μουσικούς. Ο Mario Bauza έπαιζε στην ορχήστρα του Cab Calloway και o Juan Tizol (συνθέτης του Caravan και του Perdido) ήταν βασικό μέλος της Duke Ellington Orchestra. Η τεράστια επιτυχία που γνώρισε η ορχήστρα του Dizzy Gillespie έχοντας τον κουβανό Chano Pozo στα κρουστά, οδήγησε πολλούς άλλους μεγάλους leader (Stan Kenton, Gene Krupa, Woody Herman) να ακολουθήσουν παρόμοια βήματα, αλλά κι αντίστροφα μουσικούς της τζαζ να παίξουν σε λατινοαμερικάνικες ορχήστρες. Η τζαζ σάμπα και η μπόσα νόβα του Stan Getz και η συνεργασία του με τον Joao Gilberto, τον Antonio Carlos Jobim, τον Laurindo Almeida, τον Luis Bonfa και την Astrud Gilberto ήταν το ξεκίνημα της συνεχούς αλληλεπίδρασης ανάμεσα στη τζαζ και τη βραζιλιάνικη μουσική.

Αντίθετα στην υπόλοιπη Νότια Αμερική μια παρόμοια σχέση άρχισε να διαμορφώνεται μόλις τα τελευταία χρόνια και σε μια χώρα με σπουδαία παράδοση όπως η Αργεντινή, πλην λίγων εξαιρέσεων (Oscar Alemán, Astor Piazzola, Lalo Schifrin, Gato Barbieri, Dino Saluzzi) αυτή η αμφίδρομη σύνδεση είναι ελάχιστα γνωστή. Τη γνωριμία με μια ομάδα νέων μουσικών από τη Βραζιλία και την Αργεντινή, που όλοι τους προσεγγίζουν το λάτιν «μέσω Βοστόνης», επιχειρούμε στις παρακάτω γραμμές. Γνωριμία που διευκολύνεται χάρη στο Ίντερνετ, με έναν τρόπο αδιανόητο μέχρι πριν από λίγα χρόνια.

felipe-salles1

Ο σαξοφωνίστας Felipe Salles γεννήθηκε στο Σάο Πάολο. Μεγαλώνοντας στην αχανή πολιτεία του νότου του δόθηκε η ευκαιρία να ακούσει στα κλαμπ της πολλούς γνωστούς αμερικανούς μουσικούς. «Υπήρχε ένα μέρος που λεγόταν «Saint Germain» (αργότερα άλλαξε το όνομά του σε «Sanja»), όπου έπαιζαν όλοι οι μεγάλοι τζάζμεν της πόλης» θυμάται. «Οι περισσότεροι αμερικανοί καλλιτέχνες της τζαζ που έπαιζαν στο Σάο Πάολο, περνούσαν από κει μετά τις συναυλίες τους. Σ’ αυτό το κλαμπ παρακολούθησα για πρώτη φορά τζαζ συναυλίες, όταν στα δεκατέσσερά μου με πήγαινε εκεί ο πατέρας μου για να ακούσω ζωντανή μουσική. Εκείνη την εποχή οι ντόπιοι μουσικοί άρχισαν να αναπτύσσουν μια επίγνωση ότι έχουν δικές τους ρίζες και η βραζιλιάνικη μουσική γινόταν ολοένα και πιο δημοφιλής. Καλλιτέχνες όπως ο Hermeto Pascoal έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στην ανάπτυξη αυτής της συνείδησης. Παράλληλα μουσικοί όπως ο Nailor Proveta ίδρυσαν την «Banda Mantiqueira», μια big band που ειδικεύονταν στην ορχηστρική μουσική, που έγινε γνωστή σε όλο τον κόσμο ως βραζιλιάνικη τζαζ».

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 ο Salles έφυγε για σπουδές στο New England Conservatory της Βοστόνης κι από το 2001 κάνει καριέρα στη Νέα Υόρκη. «Όλα αυτά τα χρόνια δουλεύω μια δική μου εκδοχή της βραζιλιάνικης τζαζ με το γκρουπ μου» μας λέει. Το 3ο του CD “South American Suite” (Curare Records), παρόλο που αναφέρεται άμεσα στη μουσική παράδοση της Βραζιλίας, δεν έχει σχέση με ό,τι αποκαλούμε συνήθως λάτιν τζαζ. Αντί να χρησιμοποιήσει τους ρυθμούς της σάμπα και της μπόσα νόβα, ο σαξοφωνίστας επιχειρεί μια προσέγγιση της τζαζ με λιγότερο γνωστά στυλ της βραζιλιάνικης μουσικής όπως το frevo, το choro και το maracatu. Η Νοτιοαμερικάνικη σουίτα είναι ένα δύσκολο πείραμα που επιχειρεί να συνδυάσει το πυκνό γράψιμο του Salles με τους ζεστούς και ευχάριστους ρυθμούς της πατρίδας του και τον αέρα της ελευθερίας της τζαζ. Η μεγαλύτερη επιτυχία του άλμπουμ είναι ότι στις εκτενείς και γεμάτες πολύπλοκες μελωδίες συνθέσεις του, ακούμε την κομψή και εύθραυστη ομορφιά της chamber jazz, αλλά και δυνατό σολάρισμα από τα μέλη του οκταμελούς πολυεθνικού γκρουπ του, όπου συναντιούνται ο ουρουγουανός πιανίστας Nando Michelin, ο αυστραλός σαξοφωνίστας Jacam Manricks, ο γερμανός ντράμερ Bertram Lehmann, ο αμερικανός τρομπονίστας Joel Yennior (Either/Orchestra) και ο αργεντινός μπασίστας Fernando Huergo.

fernando-huergo-james-sslinger11

Παρόμοια πορεία ακολούθησε κι ο Huergo που ζει στη Βοστόνη εδώ και 20 σχεδόν χρόνια και που από τότε που αποφοίτησε από το Berklee έχει παίξει σε δεκάδες ηχογραφήσεις. Τα τελευταία χρόνια είδε τη τζαζ να ανεβαίνει κατακόρυφα στην πατρίδα του. «Στην Αργεντινή λόγω του υψηλού επιπέδου της εκπαίδευσης υπήρχαν πάντα εξαιρετικοί μουσικοί. Το 2001 η οικονομία της χώρας έπεσε σε βαθιά ύφεση. Επρόκειτο για καθολική χρεοκοπία κι έτσι η μουσική μετατράπηκε σε πανάκριβη πολυτέλεια. Πολλοί καλλιτέχνες έφυγαν για την Ισπανία, την Ιταλία, τη Βραζιλία. Παρ’ όλα αυτά το 2003 η οικονομία άρχισε να αναπτύσσεται γρήγορα χάρη στη τιμή που είχε διεθνώς η σόγια και στην εκβιομηχάνιση της χώρας. Οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατακόρυφα και το εθνικό προϊόν σημείωσε άνοδο της τάξης του 10% για 5 συνεχόμενα χρόνια. Όλα αυτά οδήγησαν σε δραματικές αλλαγές και για τους μουσικούς της τζαζ. Άνοιξαν πολλά νέα κλάμπ και συναυλιακοί χώροι και στις μεγάλες πόλεις άρχισαν να γίνονται πολλές καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Οι ντόπιες εταιρείες άρχισαν να καταγράφουν αυτή την άνθιση και τα κλαμπ να γεμίζουν από ενθουσιώδεις ακροατές. Ήταν φοβερή εποχή για την Αργεντινή. Τον Αύγουστο είχα την ευκαιρία να ζήσω αυτό το κλίμα όταν έπαιξα σε ένα όμορφο κλαμπ στο Μπουένος Άιρες, το Thelonius, μαζί με μερικούς σπουδαίους ντόπιους μουσικούς: τον τρομπετίστα Juan Cruz de Urquiza, τον πιανίστα Marcelo Lo Vuolo και τον ντράμερ Pipi Piazzola που είναι εγγονός του Astor Piazzola».

Πρόσφατα όμως τα πράγματα δυσκόλεψαν και πάλι. «Δυστυχώς οι φίλοι μου λένε ότι η παγκόσμια ύφεση αρχίζει να γίνεται αισθητή και εκεί. Έτσι στενεύουν τα περιθώρια να διδάξει κανείς, να βρει μέρη να παίξει και τα χρήματα είναι λιγότερα. Το κοντινό μέλλον δεν φαίνεται πολύ ευοίωνο. Αν όμως κατάφεραν να επιζήσουν από την καταστροφή του 2001, είμαι σίγουρος ότι θα τα καταφέρουν και σε αυτή την οικονομική καταιγίδα. Ό,τι και να γίνει θα υπάρχει πάντα σπουδαία μουσική στην Αργεντινή». Στα 9 μέχρι σήμερα δικά του CD ο Huergo συνδυάζει τη τζαζ με το τάνγκο και τη φολκ, που αποτελούν το βασικό κορμό στη μουσική παράδοση της Αργεντινής. Δυο είδη με διαφορετική προέλευση, όπως σπεύδει να τονίσει στο αναλυτικό του σημείωμα στο εξώφυλλο του καινούριου του άλμπουμ “Provinciano” (Sunnyside), καθώς το τάνγκο είναι μουσική της πόλης που γεννήθηκε στα περίχωρα του Μπουένος Άιρες στα τέλη του 19ου αιώνα, ενώ η φολκ αφορά τη μουσική της βόρειας επαρχίας, που έχει τις ρίζες της στους σκλάβους που μεταφέρθηκαν εκεί από την περιοχή της σημερινής Αγκόλας. O Huergo χρησιμοποιεί κι αυτός λεπτομερείς ενορχηστρώσεις και σύνθετο γράψιμο, αλλά παίζει με ένα μικρότερο σε μέγεθος γκρουπ που κινείται με πιο ευέλικτο τρόπο. Τα θέματά του, που εκτός από τη μουσική της Αργεντινής δανείζονται στοιχεία και από την κλασική, και τα γρήγορα, φορτωμένα σχήματά του στο ηλεκτρικό μπάσο τείνουν προς το φιούζον, ενώ κατά τα άλλα ακούμε έναν ακουστικό ήχο με φυσική τζαζ ανάπτυξη. Αυτό γίνεται σαφές στις δύο διασκευές του άλμπουμ. Τη σόλο μπάσο εκτέλεση στο “El día que me quieras” του Carlos Gardel (ενός από τους στυλοβάτες του τάνγκο) και στο “Lonnie’s Lament” του Coltrane, που ξεκινά με τη μελωδία παιγμένη στο μπάσο με αρμονικές, διπλές νότες, βιμπράτο και γλιστρίματα και συνεχίζεται με ένα όμορφο σόλο στα βήματα του Coltrane από τενόρο του πολύ ταλαντούχου καναδού σαξοφωνίστα Andrew Rathbun. Όταν ο Rathbun περνά στο σοπράνο, ο συνδυασμός του με το φλάουτο της Yulia Musayelyan δημιουργεί ένα ευαίσθητο και νοσταλγικό κλίμα. Το νεανικό κουαρτέτο του μπασίστα συμπληρώνουν ο Mika Pohjola (πιάνο) και ο Franco Pinna (τύμπανα).

aledemogli

Αντίθετα με τους προηγούμενους ο κιθαρίστας Ale Demogli μετά τις σπουδές του στο Berklee, προτίμησε να επιστρέψει στο Μπουένος Άιρες. Εκεί εμφανίζεται σταθερά συνοδευόμενος όχι μόνο από την αφρόκρεμα της ντόπιας σκηνής αλλά και από σπουδαίους αμερικάνους μουσικούς (John Scofield, John Stowell), ενώ το ενδιαφέρον του για την ινδική μουσική και τη γιόγκα τον στέλνει συχνά για μελέτη και περισυλλογή στην Ινδία. Όλες τις μέχρι σήμερα ηχογραφήσεις του τις έκανε στην Αργεντινή. Στα δύο πρώτα του CD (και τα δύο με τρίο) συμμετείχαν πολύ γνωστά ονόματα: ο Bob Moses και ο John Lockwood στο ένα, ο Hill Greene στο άλλο, ενώ για το καινούριο επέλεξε ένα καινούριο, αμιγώς αργεντίνικο κουιντέτο. Στο “Just Songs” (Andes Records) η λατινοαμερικάνικη παράδοση έρχεται σποραδικά στο προσκήνιο με το σοπράνο του Pablo Ledesma να θυμίζει κάποιες φορές τον ήχο του μπαντονεόν και το ρυθμό να ακολουθεί τα βήματα του τάνγκο και της σάμπα. Αλλά η παράδοση αυτή δεν είναι μόνιμη αναφορά, καθώς ο προσανατολισμός είναι καθαρά προς το ποστ μποπ. Ο τίτλος του άλμπουμ είναι ξεκάθαρος ως προς το περιεχόμενό του. Σαφώς προσδιορισμένο μελωδικό και αρμονικό πλαίσιο, ανάπτυξη πάνω στην τραγουδιστική δομή, διαδοχική εναλλαγή στους αυτοσχεδιασμούς κυρίως ανάμεσα στην κιθάρα, το σαξόφωνο και το πιάνο (Fernando Pugliese), διαρκής κίνηση προς τα μπρος από το μπάσο (Mariano Sivori) και τα τύμπανα (Oscar Giunta). Με αυτές τις συντεταγμένες οι δέκα συνθέσεις του κιθαρίστα αποτελούν ένα συμπαγές σύνολο όπου κυριαρχούν το πάθος και η αφοσίωση στη δημιουργική διαδικασία της τζαζ.

leonardo-cioglia

Ο Leonardo E. M. Cioglia απ΄την Μπραζίλια ξεκίνησε ουσιαστικά την πορεία του στη μουσική στο Βόρειο τμήμα της Αμερικής, μια και από τα 17 του βρέθηκε στον Καναδά σε ένα πρόγραμμα ανταλλαγής μαθητών κι από κει πήρε υποτροφία για το Berklee. Το ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στη βραζιλιάνικη πρωτεύουσα είχε ξεχωριστή σημασία για εκείνον. «Μεγάλωσα στην Μπραζίλια, κι αυτό νομίζω ότι έπαιξε τεράστιο ρόλο στο πώς βλέπω τη χώρα μου, τη μουσική και την κουλτούρα της. Βλέπετε η Μπραζίλια είναι μια αρκετά καινούρια πόλη, μόλις 48 ετών. Ανήκω στην πρώτη γενιά που γεννήθηκε και μεγάλωσε εκεί. Οι περισσότεροι στον περίγυρό μου προέρχονταν από άλλες πολιτείες της χώρας και μέχρι που έφυγα από κει σπούδαζα σε ένα διεθνές σχολείο. Η επαφή μου με αυτή τη μεγάλη ποικιλία ανθρώπων, από τη χώρα και ολόκληρο τον κόσμο, είχε μεγάλη επίδραση στον τρόπο που βλέπω τα πράγματα και προσεγγίζω τη μουσική». Αυτό το βλέμμα καθρεφτίζουν οι δουλειές που έκανε με τα δύο του γκρουπ, τους Zabumbatuq και τους Quizamba, όσο και το καινούριο του CD, όπου συμμετέχουν πολύ γνωστοί αμερικανοί τζάζμεν.

«Μ’ αρέσει να παίζω τα περισσότερα από τα παραδοσιακά είδη βραζιλιάνικης μουσικής και παράλληλα να ενσωματώνω στοιχεία από άλλα στυλ που έχω γνωρίσει και που συνεχίζω να εξερευνώ» ξεκαθαρίζει. «Για μένα η τζαζ είναι μια διαδικασία στην οποία μπορούν να συναντηθούν πολλά είδη και στυλ. Μου αρέσει το ότι ο αυτοσχεδιασμός μπορεί να χρησιμοποιηθεί όχι μόνο στο σολάρισμα, αλλά και στον τρόπο που αντιδρούν μεταξύ τους οι μουσικοί. Οι περισσότεροι που ακούνε τη μουσική μου διακρίνουν σε αυτήν μελωδίες και ρυθμούς από βραζιλιάνικα τραγούδια. Μπορεί όχι από σάμπα, μπόσα νόβα και τα γνωστότερα είδη, αλλά πάντως βραζιλιάνικα τραγούδια, που προσφέρονται για αυτοσχεδιασμό και ταιριάζουν απόλυτα στο μουσικό μου όραμα». Στο “Contos” (Quizamba Records) ο μπασίστας πλαισιωμένος από τον Stefon Harris (βιμπράφωνο), τον John Ellis (σαξόφωνο), τον Mike Moreno (κιθάρα), τον Aaron Goldberg (πιάνο) και τον Antonio Santchez (ντραμς), δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στη μελωδία και την αρμονική δομή των κομματιών και κοιτάζει εκλεκτικά τη βραζιλιάνικη μουσική κληρονομιά και το ποστ-μποπ υπόβαθρο πάνω στο οποίο γαλουχήθηκε στο βοστονέζικο περιβάλλον. Έτσι προκύπτει ένα έντεχνο αποτέλεσμα που μπορεί να μην ξεσηκώνει τον ακροατή με το πρώτο άκουσμα, αλλά έχει πολλές συγκινήσεις να του προσφέρει και με την άψογη συνθετική και ενορχηστρωτική δουλειά του Cioglia και με την εκτελεστική αρτιότητα αυτής της παρέας από χαρισματικούς μουσικούς.

www.sallesjazz.com

www.fernandohuergo.com

www.alejandrodemogli.com.ar

www.leonardocioglia.com

Jazz & Tzaz, Φεβρουάριος 2009

Advertisements

0 Responses to “Προς μια νέα λάτιν τζαζ”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Kατηγορίες

Email me:

vagarag at freemail.gr

Αρχείο

Blog Stats

  • 26,170 hits
Φεβρουαρίου 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιαν.   Μαρ. »
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
232425262728  

Αρέσει σε %d bloggers: