«Άλλοι ήχοι» από την Ελβετία

altrisuoni

Περιδιαβάζοντας τους σημερινούς καταλόγους ιστορικών εταιρειών όπως η Verve και η Blue Note θα ‘λεγε κανείς ότι ο χρόνος έχει σταματήσει εδώ και καιρό για τη τζαζ. Σε ολόκληρο τον κατάλογο της Verve ως νεότερους τζαζ καλλιτέχνες βλέπουμε τον Kurt Rosenwinkel και τον Brian Blade (και οι δυο τους ένα μόλις βήμα πριν τα 40), ενώ ανάμεσα στα άλμπουμ που κυκλοφόρησε η Blue Note το 2008 θα δυσκολευτούμε να εντοπίσουμε κάτι από σχετικά νέο όνομα εκτός από τα άλμπουμ του Aaron Parks και του Lionel Loueke. Ακόμη και ο Greg Osby μετά από μια συνεχώς ανοδική πορεία δύο δεκαετιών και 15 CD στη Blue Note, δεν είδε το συμβόλαιό του να ανανεώνεται και συνεχίζει πια με δική του εταιρεία.

Σύμφωνα με το Nielsen SoundScan, το επίσημο σύστημα μέτρησης των μουσικών πωλήσεων σε Αμερική και Καναδά, που τροφοδοτεί τους πίνακες του Billboard, το 2008 οι πωλήσεις άλμπουμ (συμπεριλαμβανομένων CD και downloading) στις Ηνωμένες Πολιτείες μειώθηκαν κατά 14% και από το 2000 μέχρι σήμερα συνολικά κατά 45%. Φαίνεται λοιπόν να υπάρχουν δύο επιλογές για τη μεγάλη πλειοψηφία των καλλιτεχνών της αυτοσχεδιαζόμενης μουσικής. Όσοι έχουν και εμπορικό ταλέντο αλλά και την υπομονή να αναλώσουν ένα σημαντικό μέρος του χρόνου τους στο μανατζάρισμα του εαυτού τους τραβούν μόνοι το δρόμο τους. Οι υπόλοιποι αν είναι τυχεροί βρίσκουν φωνή μέσα από τις ανεξάρτητες εταιρείες της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ιαπωνίας, όπως η ισπανική Fresh Sound, η πορτογαλέζικη Clean Feed, οι αμερικάνικες Palmetto, Arabesque, CIMP, Playscape και Cadence, η δανέζικη Calibrated, η ελβετική Hat Hut και οι νεότερές της Brambus και Altrisuoni.

Δεκαπέντε χρόνια μετά το ξεκίνημά της η Altrisuoni έχει κυκλοφορήσει πάνω από 200 CD. Ανάμεσά τους φιγουράρουν ηχογραφήσεις από γνωστούς μουσικούς που ξεπερνούν τα σύνορα της Ελβετίας όπως ο Enrico Rava, ο Mike Westbrook, ο Dave Samuels, ο Michel Godard, ο Nils Wogram, ο Daniele Di Gregorio, ο Lewis Porter και ο Pierre Favre, τα μεγαλύτερα ονόματα της χώρας όπως ο Maurice Magnoni, ο Martin Buergi, ο Giulio Granati και ο Chasper Wanner και φυσικά πληθώρα από νέα ταλέντα.

Ο ελληνικής καταγωγής Dimitri Loringett (η μητέρα του κατάγεται από τον Πύργο της Ηλείας), συνιδιοκτήτης της Altrisuoni, μίλησε με το Jazz & Tzaz για την πορεία και το μέλλον της εταιρείας, για το ανεξάρτητο κύκλωμα της τζαζ και τις προοπτικές του εν μέσω των τεχνολογικών εξελίξεων.
επαφή: www.altrisuoni.com

loringett_oct2007

Συνέντευξη με το συνιδιοκτήτη της εταιρείας Dimitri Loringett

Μίλησέ μας για το ξεκίνημα της εταιρείας.
Το 1993 ο Christian Gilardi, ο Romano Nardelli και ο Stefano Franchini, τρεις μουσικοί από το Ticino, το ιταλόφωνο καντόνι στη νότια Ελβετία, αποφάσισαν να φτιάξουν μια τζαζ εταιρεία. Ήταν και οι τρεις τους τζαζ μουσικοί και ένοιωθαν ότι η ελβετική σκηνή έπρεπε να αφυπνιστεί μπροστά στις νέες τάσεις και να προωθήσει ενεργά και με επαγγελματικό τρόπο τους πολύ ενδιαφέροντες ντόπιους μουσικούς. Με τη βοήθεια μερικών καθιερωμένων ονομάτων στη χώρα, όπως μεταξύ άλλων ο Fredi Luescher και ο Giulio Granati, κατάφεραν να κυκλοφορήσουν τα πρώτα CD. Οι καλλιτέχνες αυτοί πίστευαν την ιδέα της Altri Suoni (εκείνη την εποχή το όνομα της εταιρείας προφερόταν σε δύο λέξεις, που σημαίνουν «άλλοι ήχοι») και αποφάσισαν να κυκλοφορήσουν από αυτή τη νέα και δυναμική εταιρεία όλες τις επόμενες δουλειές τους. Ανάμεσα στις πρώτες κυκλοφορίες ήταν το μοναδικό ιταλικό ντούο του ντράμερ Giampiero Prina και του βιμπραφωνίστα Daniele De Gregorio. Αυτοί οι τρεις φίλοι-μουσικοί κατάφεραν μέσα σε λίγα χρόνια να αλλάξουν την παλιά λιμνάζουσα εθνική τζαζ σκηνή και σύντομα οι νεότερες γενιές μουσικών υπέγραφαν στην Altrisuoni, γιατί μπορούσε πραγματικά να τους βοηθήσει να ακουστούν σε μεγαλύτερα ευρωπαϊκά ακροατήρια. Από το 1996 η Altrisuoni είναι παρούσα στο Midem των Κανών προβάλλοντας την ελβετική τζαζ και πετυχαίνοντας σημαντικές συμφωνίες για διανομή σε όλο τον κόσμο. Εκτός αυτού όμως σήμερα, ύστερα από 300 σχεδόν CD στον κατάλογό της, παραμένει πιστή στο ανεξάρτητο ξεκίνημά της και στην αποστολή της να προωθεί τους τζαζ καλλιτέχνες από την Ελβετία και τις γειτονικές χώρες.

Οι μουσικοί που ηχογραφούν στην Altrisuoni δεν μπορούν να καταταχθούν σε ένα συγκεκριμένο στυλ. Βρίσκεις ότι υπάρχει κάτι κοινό σε όλους αυτούς τους τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους καλλιτέχνες;
H εταιρεία δεν ήθελε ποτέ να ακολουθήσει ένα συγκεκριμένο στυλ, αλλά να προσφέρει τις υπηρεσίες της σε καλλιτέχνες από όλα τα είδη. Η δύναμή της βρίσκεται μέσα στην ποικιλία της, αν και κάποιους αυτό το χαρακτηριστικό μπορεί να τους μπερδεύει και να τους δημιουργεί την εντύπωση ότι δεν υπάρχει συνοχή. Το κοινό στοιχείο είναι η ανακάλυψη καινούριων και πολύ νεαρών ταλέντων, κάποια από τα οποία χάρη στην Altrisuoni κατάφεραν να κάνουν πολύ σημαντικές συνεργασίες (όπως ο Martin Buergi με τον Dave Samuels, ο Chaspar Wanner με τον Danny Gottlieb, ο Olivier Le Goas με τον John Abercrombie, ο Bertrand Lajudie με τον Mino Cinelu, ο Stefano Saccon με τον Enrico Rava και τον Flavio Boltro).

Υπάρχει κάποιος μουσικός από τη σύγχρονη σκηνή που θα ήθελες να ηχογραφήσει στην Altrisuoni;
Δύσκολο να απαντήσω αυτή την ερώτηση. Θα ήταν υπέροχο να συνεργαστούμε με κάποια από τα καθιερωμένα ονόματα της Αμερικής και της Ευρώπης, αλλά υπάρχει το θέμα του κόστους. Πέρα από το ότι θα ήταν μεγάλη προσωπική ευχαρίστηση, ίσως να άξιζε τον κόπο να προσπαθήσουμε, δεδομένου ότι η αγορά του CD φθίνει. Λαβαίνουμε σποραδικά προτάσεις από ανερχόμενους Αμερικανούς και Ευρωπαίους καλλιτέχνες που θα θέλαμε πολύ να τις υλοποιήσουμε. Για παράδειγμα πρόσφατα λάβαμε ένα ντέμο από τον Chris Jarrett, έναν αμερικάνο κιθαρίστα που τώρα ζει στη Γερμανία. Είναι πολύ avant-guarde και εξαιρετικά ποιοτικός. Υπάρχει πιθανότητα να συνεργαστούμε μαζί του φέτος.

Βλέπουμε τις μεγάλες εταιρείες να συρρικνώνουν στους καταλόγους τους ολοένα και περισσότερο ο,τιδήποτε νέο και να ρίχνουν το βάρος τους είτε στις επανεκδόσεις, είτε στα εμπορικά ακούσματα, με αποτέλεσμα οι νέοι καλλιτέχνες αλλά και πολλοί από τους παλαιότερους να βρίσκουν καταφύγιο στις ανεξάρτητες εταιρείες ή να κάνουν τη δουλειά τους με ίδια μέσα. Πώς βλέπεις το μέλλον της τζαζ;
Παρατηρούμε τις αποκαλούμενες «μεγάλες» εταιρείες να απομακρύνονται σιγά σιγά ακόμη και από τα μεγάλα ονόματα, γιατί οι κλασικές επανεκδόσεις είναι πιο ασφαλείς γι αυτές. Τα καινούρια πράγματα, ακόμη και από τα μεγάλα ονόματα, δεν τις ενδιαφέρουν γιατί κοστίζουν και έχουν ρίσκο. Είναι καθαρά θέμα μπίζνες, ξέρουμε όλοι ότι τα CD δεν πουλάνε πια πολύ. Αυτός είναι ο λόγος που οι πρωτοεμφανιζόμενοι έρχονται στις ανεξάρτητες εταιρείες σαν και μας και χάρη στο ίντερνετ δικτυώνονται και βολεύονται μόνοι τους. Το τελευταίο βέβαια είναι εφικτό μόνο αν μανατζάρουν καλά τον εαυτό τους. Η πραγματικά δύσκολη δουλειά είναι να πείσεις τους δημοσιογράφους να γράψουν για σένα και τους ιδιοκτήτες των χώρων να σε φέρουν να παίξεις. Αν δεν διαθέτεις την κατάλληλη αξιοπιστία, όπως μια εταιρεία με έναν αξιοπρεπή αριθμό κυκλοφοριών και τη σχετική διανομή, είναι σχεδόν αδύνατο να καταφέρεις κάτι. Πρέπει να λάβουμε ακόμη υπόψη ότι το κόστος να κάνεις μια ηχογράφηση και να εκδόσεις ένα CD είναι λιγότερο από το μισό, σε σχέση με τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας. Το γεγονός αυτό κάνει όσους καλλιτέχνες μπορούν να μανατζάρουν καλά τον εαυτό τους να καταλάβουν ότι πρέπει να διαθέσουν κατ΄ ελάχιστον τα 2/3 του κόστους παραγωγής στην προβολή και όχι στην ίδια την ηχογράφηση.

Σε μια πρόσφατη συνέντευξή του ο Greg Osby είπε ότι οι περισσότερες ευρωπαϊκές εταιρείες πηγαίνουν στη Νέα Υόρκη, ψαρεύουν νέους μουσικούς και τους εκμεταλλεύονται με ευμενή για αυτές συμβόλαια, προσφέροντάς τους ψίχουλα, ενώ οι ίδιοι ζουν στις πολυτελείς βίλες τους.
Αν αλήθευε αυτό για την Altrisuoni, δεν θα ήμουν εδώ να απαντώ τις ερωτήσεις της συνέντευξης… Πέρα όμως από το χιούμορ, αν ό,τι λέει ο Osby είναι αλήθεια θα πρέπει να εκφράσω τη βαθιά μου απογοήτευση. Αν το ανεξάρτητο κύκλωμα της τζαζ εξελίσσεται σε αδίστακτη κερδοσκοπική απάτη, τότε έχει χάσει το πραγματικό καλλιτεχνικό (και ίσως ιδεολογικό και ουτοπικό) του νόημα. Οι μουσικοί της τζαζ, όπως και στην κλασική και σε άλλες προχωρημένες μουσικές) θα πρέπει να θεωρούνται ότι υπερέχουν σε σχέση με τα επικρατούντα εμπορικά είδη. Το βρίσκω τρομερό ότι μπορεί κάποιος να εκμεταλλεύεται την πραγματική τέχνη με αυτόν τον τρόπο. Βέβαια και η Altrisuoni δεν είναι φιλανθρωπικό ίδρυμα. Προσπαθούμε κι εμείς να καλύψουμε το κόστος με ένα μικρό κέρδος, που το επενδύουμε σε νέες παραγωγές. Τα τελευταία 4 χρόνια επωφελούμαστε από μια δημόσια επιχορήγηση, περιορισμένου ύψους όμως, που μας επιτρέπει να κάνουμε πλήρη παραγωγή σε μερικούς νέους Ελβετούς καλλιτέχνες. Αλλά απέχουμε πολύ από το να ζούμε πολυτελώς. Δουλεύουμε όλη μέρα για να τα βγάλουμε πέρα. Η Altrisuoni είναι για μας μια καλλιτεχνική και ιδεαλιστική τρέλα.

Το ίντερνετ και το downloading έχουν αρνητική επίδραση στις πωλήσεις και τον προγραμματισμό της εταιρείας;
Το αντίθετο! Κάνουμε ηλεκτρονική διανομή της μουσικής μας από το 2006 και κάθε τρίμηνο βλέπουμε αύξηση στις πωλήσεις μας. Η αγορά της τζαζ είναι πολύ περιορισμένη και το ρίσκο από το παράνομο file sharing για τις ανεξάρτητες εταιρείες είναι αμελητέο, γιατί δεν υπάρχει οικονομικό αντίκρισμα. Οι ακροατές κατεβάζουν συνήθως μερικά κομμάτια από ένα άλμπουμ και στην πραγματικότητα αυτά τα κομμάτια οδηγούν κάθε τόσο στην παραγγελία του φυσικού CD. Ακόμη διαφημιζόμαστε για παράδειγμα μέσω του google, καθώς από το ξεκίνημά μας αγκαλιάσαμε τις νέες τεχνολογίες.

Βρισκόμαστε παγκοσμίως σε μια μεγάλη οικονομική κρίση που προφανώς επηρεάζει και τη μουσική βιομηχανία. Πώς βλέπεις το μέλλον της;
Περιμένουμε να συνεχιστεί η καθοδική πορεία στην παραγωγή CD για τα επόμενα 5 χρόνια. Θα είναι πιο συμφέρον να παράγει κανείς σύμφωνα με την εκδηλωθείσα ζήτηση, όπως άρχισε να κάνει το amazon το 2008. Ο τρόπος αυτός είναι ακόμη στο αρχικό του στάδιο, αλλά θα ήταν πολύ επωφελής για μια ανεξάρτητη εταιρεία σαν την Altrisuoni. Αυτή τη στιγμή είμαστε υποχρεωμένοι να τυπώνουμε κάθε CD σε 1000 αντίτυπα το λιγότερο. Είναι πολύ μεγάλος αριθμός για να πουληθεί όταν πρόκειται για εντελώς άγνωστους καλλιτέχνες σε μια έτσι κι αλλιώς μικρή αγορά. Αν οι μουσικοί δεν κάνουν πολλές συναυλίες στις οποίες έχουν τη δυνατότητα να πουλούν τα CD τους, καταλήγουμε να τα στοιβάζουμε στις αποθήκες μας. Αν μπορούσαμε να βρούμε ένα ημι-επαγγελματικό μηχάνημα παραγωγής CD και εξωφύλλων σε ένα βολικό κόστος, θα σκεφτόμαστε σοβαρά να κάνουμε μια τέτοια επένδυση.

Τα 15 χρόνια που βρίσκεσαι σε αυτή τη θέση έχουν αλλάξει τον τρόπο που ακούς μουσική;
Δυστυχώς ναι. Στο ξεκίνημά μας, υπήρχαν λιγότεροι καλλιτέχνες που ήταν έτοιμοι να ηχογραφήσουν και να κυκλοφορήσουν ένα CD και έτσι υπήρχε περισσότερος χρόνος να μελετήσουμε τις προτάσεις που είχαμε. Σήμερα λαβαίνουμε κατά μέσο όρο 2-3 ντέμο τη βδομάδα. Μακάρι να είχαμε περισσότερο χρόνο να αφιερώσουμε, ώστε να ακούσουμε καθένα από αυτά πιο προσεκτικά. Ένα άλλο πρόβλημα είναι ότι όλοι βελτιώνονται πολύ και από εκτελεστική και από συνθετική άποψη και έτσι η δουλειά μας γίνεται ακόμη πιο δύσκολη. Η καλύτερη επιλογή είναι να βγαίνεις, να παρακολουθείς συναυλίες, να ανακαλύπτεις τα ταλέντα του μέλλοντος και να εστιάζεις σε αυτούς τους καλλιτέχνες που εκτός των άλλων μπορούν και μανατζάρουν καλά τον εαυτό τους. Αλλά απ’ την άλλη για να το κάνεις αυτό αποτελεσματικά χρειάζεσαι άπειρο χρόνο και πόρους. Η δικτύωση δεν μπορεί να γίνεται μόνο μέσω ίντερνετ…

Πώς θα περιέγραφες τη σημερινή τζαζ σκηνή στην Ελβετία;
Έχει μεγάλη ζωντάνια και γίνεται ολοένα και πιο ανταγωνιστική σε διεθνές επίπεδο. Αλλά το πρόβλημα με τους περισσότερους από τους καλλιτέχνες είναι ότι δεν είναι έτοιμοι να κάνουν το βήμα που χρειάζεται για να ξεπεράσουν τα σύνορα της χώρας. Δεν μπορεί να γίνει κανείς διάσημος παίζοντας στα 10-20 τζαζ κλαμπ της χώρας. Πρέπει να ταξιδέψει στο εξωτερικό και να επενδύσει σε μεγαλύτερες αγορές και σκηνές της τζαζ, όπως αυτή της Νέας Υόρκης. Η Altrisuoni είναι το εφαλτήριο που τους παρέχει αξιοπιστία. Από κει και πέρα είναι στο χέρι τους να αποδείξουν ότι είναι αντάξιοι αυτών που ηχογράφησαν.

Πώς θα κινηθεί η εταιρία το επόμενο διάστημα;
Σκεφτόμαστε να αλλάξουμε τακτική και να κυκλοφορούμε λιγότερα άλμπουμ, εστιαζόμενοι σε ορισμένους καλλιτέχνες με τους οποίους μπορούμε να βελτιώσουμε το κόνσεπτ μας σχετικά με το «καλλιτεχνικό μάνατζμεντ». Αυτό κάνει όλη η μουσική βιομηχανία γιατί είναι ο μόνος τρόπος να προχωρήσει αυτή τη στιγμή. Υπάρχουν και άλλοι τρόποι πέρα από το στείρο CD για να απολαύσει κανείς τη μουσική. Αυτό σημαίνει ότι μια δισκογραφική εταιρεία χρειάζεται να τους ανακαλύψει και να δημιουργήσει μια επωφελή κατάσταση και για την ίδια και για τους καλλιτέχνες της με σκοπό να συνεχίσει να παράγει αξία.

Jazz & Tzaz, Μάρτιος 2009

Advertisements

0 Responses to “«Άλλοι ήχοι» από την Ελβετία”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Kατηγορίες

Email me:

vagarag at freemail.gr

Αρχείο

Blog Stats

  • 26,170 hits
Μαρτίου 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Φεβ.   Απρ. »
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031  

Αρέσει σε %d bloggers: