Αρχείο για Φεβρουαρίου 2010

Big Band Theories

Mace Francis – Tim Davies – Chris Jentsch
Παρόλο που μεγάλα σύνολα όπως αυτά του John Hollenbeck ή της Satoko Fujii ελάχιστα σχετίζονται με την παραδοσιακή big band jazz, οι μεγάλες ορχήστρες εξακολουθούν να συνδέονται περισσότερο από κάθε άλλο σχήμα με την έννοια της παράδοσης. Κι αν όπως λέει ο Geoff Dyer στο εξαιρετικό βιβλίο του «Κι όμως, όμορφα…» (που κυκλοφόρησε πέρσι και στα ελληνικά) “η εξέλιξη της τζαζ εξαρτάται πλέον από την ικανότητά της ν’ απορροφά το παρελθόν, και η πιο περιπετειώδης μουσική είναι, όλο και πιο συχνά, αυτή που καταφέρνει να σκάψει βαθύτερα και πιο πλατιά μέσα στην παράδοση”, οι ορχήστρες του Mace Francis, του Tim Davies και του Chris Jentsch έχουν μεν τις ρίζες του μέσα στο παρελθόν αλλά το κοιτάζουν έχοντας όρεξη για περιπέτεια και κυριολεκτικά πορεύονται σε έναν περιπετειώδη δρόμο μέσα σε εντελώς αντίξοες συνθήκες. Γι αυτή την πορεία και για τα καινούρια τους CD, τρία από τα καλύτερα πρόσφατα big band άλμπουμ, μίλησαν στο Jazz & Tzaz οι τρεις leader.


Ζώντας στο Περθ, μια από τις πιο απομονωμένες μεγαλουπόλεις του κόσμου στην πιο απομονωμένη Ήπειρο (το Περθ είναι πιο κοντά στη Σιγκαπούρη, παρά στο Σίδνεϊ και τη Μελβούρνη!), ο Mace Francis έχει ένα λόγο παραπάνω ν΄ ανησυχεί για το πώς θα τα καταφέρει να συντηρήσει και να κάνει γνωστή την ορχήστρα που έφτιαξε πριν από 5 περίπου χρόνια. «Οπουδήποτε και να θελήσουμε να ταξιδέψουμε κοστίζει ένα σωρό λεφτά και μια big band δεν είναι και το πιο βιώσιμο σχήμα…» παραπονιέται. «Λόγω της απόστασης του Περθ από την ανατολική ακτή, είναι δύσκολο να φτάσουμε στην αναγνώριση ακόμη και μέσα στην ίδια μας τη χώρα. Κάνουμε τουρνέ κάθε δύο χρόνια και πιστεύω ότι είναι πολύ σημαντικό να παίζουμε σε διεθνή ακροατήρια, γιατί η τζαζ και ειδικά η big band jazz είναι πολύ καλύτερη όταν ακούγεται ζωντανά».

Αυτός είναι ο λόγος που επιλέγει να ηχογραφεί τη δουλεία της δεκατετραμελούς ορχήστρας του ακριβώς με τον τρόπο που την παρουσιάζει πάνω στη σκηνή και το “Neverever…, Well, Maybe Someday” είναι το 3ο live με εντελώς καινούριο υλικό ανάμεσα στα 4 CD που έχει κυκλοφορήσει η Mace Francis Orchestra. «Προτιμώ να ηχογραφούμε ζωντανά, γιατί νιώθω ότι έτσι αποτυπώνεται καλύτερα η ενέργεια και η προσωπικότητα της ορχήστρας παρά στο στούντιο» λέει με έμφαση ο Francis. «Τα προηγούμενα 2 CD μας ηχογραφήθηκαν κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης τουρνέ στην οποία παίζαμε κάθε βράδυ στη σειρά. Είναι πάντα καλό να απαθανατίζεις μια ορχήστρα όταν βρίσκεται στο απόγειό της. Πιστεύω ότι αυτό κάνει το “Neverever…” και ακούγεται περίφημα. Δεν υπάρχει καμία επεξεργασία του ήχου στο CD κι ακουγόμαστε ακριβώς όπως παίζαμε εκείνο το βράδυ. Ένας άλλος λόγος που μ’ αρέσει να κάνω live δίσκους είναι ότι πολλά από τα αγαπημένα μου άλμπουμ είναι live. Όπως όλες εκείνες οι ηχογραφήσεις της Thad Jones/Mel Lewis Jazz Orchestra τη δεκαετία του ’60 στο Village Vanguard, αλλά κι αργότερα τη δεκαετία του ’80 όταν ο Thad είχε φύγει. Είναι τόσο όμορφο να ακούς αυτές τις μπάντες σαν να βρίσκεσαι κοντά τους σε μια συναυλία! Δεν μου αρέσουν ιδιαίτερα πολλές από τις νέες ηχογραφήσεις των big band από την Αμερική με την επιτηδευμένη παραγωγή. Είναι θέμα προσωπικού γούστου».
Έχοντας ένα πολύ φορτωμένο πρόγραμμα ως καλλιτεχνικός διευθυντής της WAYJO (της νεανικής τζαζ ορχήστρας της Δυτικής Αυστραλίας), αλλά και παίζοντας μπάντζο με το επταμελές νέο-σουίνγκ συγκρότημα The Hounds και κιθάρα με το φανκ-σόουλ κουαρτέτο Soul Limbo, βλέπει με αισιοδοξία το μέλλον της ορχήστρας του. «Χρειάζεται χρόνος για να βρούμε τα κεφάλαια για μια διεθνή τουρνέ, αλλά πάντοτε αξίζει τον κόπο. Ευτυχώς τώρα με το Ίντερνετ είναι πολύ πιο εύκολο να προβάλλεις τη δουλειά σου και να βρεις ανθρώπους με αυτά τα γούστα σε ολόκληρο τον κόσμο, όμως η δυσκολία να παίξεις γι αυτούς παραμένει. Θα θέλαμε να περιοδεύσουμε στο εξωτερικό και ειδικά στην Ευρώπη, αλλά θα μας πάρει χρόνο να τα καταφέρουμε. Καθώς τον Απρίλιο θα έχουμε τα πέμπτα μας γενέθλια αρχίζουμε να γνωρίζουμε τη διεθνή αναγνώριση που θεωρώ ότι μας αξίζει. Χρειάζεται επιμονή για να μην τα παρατάει κανείς. Ανυπομονώ να κάνουμε την επόμενη ζωντανή ηχογράφηση και να δω πώς θα είναι για την ορχήστρα μου τα επόμενα πέντε χρόνια».


Ο ντράμερ Tim Davies γεννήθηκε στο Μπρίσμπεϊν, στην ανατολική ακτή της Αυστραλίας και από πολύ νωρίς είχε στο μυαλό του να φτιάξει μια μεγάλη ορχήστρα. «Όταν ήμουν 12 ετών» θυμάται, «κάποιοι οικογενειακοί φίλοι που μετακόμιζαν μας άφησαν μερικούς δίσκους. Ένας από αυτούς ήταν ένα άλμπουμ της Daly-Wilson Big Band, μιας αυστραλέζικης μπάντας που έπαιζε σε ένα στυλ όπως αυτό που έχει η δική μου σήμερα, ήταν δηλαδή κάτι παραπέρα από μια παραδοσιακή μπάντα. Ενθουσιάστηκα με την ενέργειά της. Θυμάμαι ότι ήταν η πρώτη φορά που άκουγα τρομπέτες να παίζουν τόσο ψηλά. Αμέσως σκέφτηκα πως ήταν ό,τι ομορφότερο είχα ακούσει και αποφάσισα να κάνω και εγώ κάτι παρόμοιο. Από τη στιγμή που άρχισα να μελετώ τζαζ και ενορχήστρωση σκεφτόμουν ότι μόλις έγραφα αρκετό υλικό θα σχημάτιζα την ορχήστρα μου. Στο σχολείο συνήθως έπαιζα σαξόφωνο (αν και όχι καλά) και μόνο όταν ξεκίνησα τη δική μου big band κατέληξα στα τύμπανα, αλλά η εμπειρία με το σαξόφωνο με βοήθησε στο γράψιμο».
Το 1998 ο Davies έφυγε για την Αμερική και συνέχισε τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας. Από το 2000 ζει στο Λος Άντζελες και δουλεύει με την Tim Davies Big Band, που φέρνει στον παραδοσιακό ήχο της τζαζ ορχήστρας στοιχεία από ροκ, χιπ-χοπ και κλασική μουσική. «Ως ντράμερ πάντα έπαιζα με ροκ και τζαζ συγκροτήματα και έτσι το στυλ μου κινείται γύρω από αυτά. Έχω όμως σπουδάσει και κλασική μουσική και τα αυτιά μου είναι ανοιχτά σε όλα τα είδη. Όταν σπούδαζα στο πανεπιστήμιο ο Gerard Brohpy, ο δάσκαλός μου, έφερνε κάθε βδομάδα CD και παρτιτούρες από διάφορα είδη, από ντόπιους αυστραλούς συνθέτες μέχρι την πιο σύγχρονη ευρωπαϊκή μουσική. Μου έκανε εντύπωση ειδικά ένα άλμπουμ, το ‘Aparis’ του Marcus και του Simon Stockhausen, που συνδύαζε τζαζ, φιούζον και σύγχρονη μουσική με ζωντανό παίξιμο και προηχογραφημένα μέρη. Στο καινούριο μου άλμπουμ έχω δανειστεί κάποια στοιχεία από αυτή τη μουσική». Στο “Dialmentia” συμμετέχουν συνολικά 32 μουσικοί, που συνδυάζουν τον ακουστικό big band ήχο, με ηλεκτρικές κιθάρες και πλήκτρα, αλλά και με το παραδοσιακό αυστραλέζικο ντιτζεριντού. Το άλμπουμ καλύπτεται κατά το ήμισυ από την “Dream Trilogy”, μια τριλογία σε τέσσερα μέρη (!), που αντιπροσωπεύει με τον καλύτερο τρόπο το συνθετικό και ενορχηστρωτικό πλουραλισμό του Davies.
“Πριν αρχίσω την προσπάθεια να βρω τι δική μου φωνή, έμαθα να γράφω ενορχηστρώσεις με τον παραδοσιακό τρόπο. Ακόμα και τώρα αυτός είναι η βάση του στυλ μου, απλά του προσέθεσα όλα τα στοιχεία που προανέφερα. Το κρίσιμο σημείο ήταν όταν άρχισα να σκέφτομαι όσα έγραφα σαν αυθύπαρκτα κομμάτια και όχι απλά σαν ενορχηστρώσεις. Πρόσφατα ξανάκουσα την Daly-Wilson band και συνειδητοποίησα πόσο αυτά που έκανε βρήκαν το δρόμο τους στη δική μου μουσική. Έπαιζε πολύ ροκ, όχι φιούζον. Δε μου αρέσει το φιούζον και ένας από τους στόχους μου είναι η μουσική μου να έχει ροκ ήχο, χωρίς να ακούγεται σαν φιούζον ή σαν μπουγκαλού».


Ως κιθαρίστας ο Chris Jentsch είναι φυσικό να σχέση με το ροκ, αλλά δε θα λέγαμε το ίδιο και για το ρόλο του να διευθύνει ένα μεγάλο σύνολο. «Δεν το είχα σκεφτεί, αλλά πράγματι έτσι είναι» παραδέχεται. «Πολλοί από τους σύγχρονους κιθαρίστες δεν έμαθαν τη μουσική στις σχολικές ορχήστρες. Τα τελευταία πενήντα περίπου χρόνια, η κιθάρα συνδέεται κυρίως με το ροκ, που συνήθως το μαθαίνει κανείς με το αυτί. Εγώ για παράδειγμα άρχισα να παίζω κιθάρα στα 17 μου και ως ροκ κιθαρίστας έχασα την εμπειρία να παίζω στις σχολικές ορχήστρες. Εκείνοι που γράφουν για μεγάλα σύνολα είναι σχεδόν πάντα πιανίστες. Μερικές εξαιρέσεις που μου έρχονται στο μυαλό είναι ο Kenny Wheeler, ο Sam Rivers, ο Mingus (που κι αυτοί παίζουν ή έπαιζαν καλά πιάνο), ή ο συνεργάτης μου John Hollenbeck και μερικοί ακόμη ντράμερ όπως ο Mel Lewis, ο Buddy Rich, ο Phil Collins και ο Charlie Watts. Οι μόνοι κιθαρίστες που μπορώ να σκεφτώ, οι οποίοι έχουν γράψει για ορχήστρες, είναι ο Zappa, ο Brian Setzer (των Stray Cats), o Pat Metheny και ο Terje Rypdal».
Το Chris Jentsch Group Large δουλεύει πάντα με ένα κόνσεπτ. Τα δύο πρώτα του άλμπουμ της τριλογίας που έχει παρουσιάσει μέχρι σήμερα αναφερόταν στον τόπο όπου ζούσε ο κιθαρίστας: στο Μαϊάμι το ένα (“Maiami Suite”) και στο Μπρούκλιν το άλλο (“Brooklyn Suite”). Στο “Cycles Suite” ο Jentsch αποδεσμεύεται από τη χωρική διάσταση για να διαλογιστεί γύρω από τους κύκλους της ζωής. «Είτε στη σκηνή, είτε στο στούντιο, με ενδιαφέρει να βρίσκω τρόπους για να ενοποιήσω την ακουστική εμπειρία. Η διαδικασία με την οποία συλλαμβάνω τη μουσική με κόνσεπτ προέρχεται από τις συναυλίες με το μικρό μου γκρουπ και κυρίως από καλλιτέχνες που διαμόρφωσαν τις ακουστικές μου εμπειρίες όπως ο Zappa, οι Oregon, ο Miles Davis, το Art Ensemble of Chicago, ακόμη και οι Grateful Dead (τους οποίους δεν κατάφερα να δω ζωντανά), που όλοι τους κάποια στιγμή παρουσίασαν μουσική που συνδύαζε το τέλος ενός κομματιού με την αρχή ενός άλλου. Αναπτύσσοντας τα κομμάτια με τα μικρά μου σχήματα, η αισθητική μου με οδηγεί να ξεπερνώ το προφανές κλείσιμο για χάρη ενός αυτοσχεδιαζόμενου τύπου διαστήματος, όπου μπορεί να συμβεί ο,τιδήποτε, την ώρα που το γκρουπ οδηγείται συλλογικά στο επόμενο κομμάτι. Είναι θέμα φόρμας και πώς νιώθει κανείς ότι θέλει να γεμίσει για παράδειγμα 60 λεπτά. Ένας ακραίος τρόπος είναι να αρχίσεις να παίζεις και να μην επαναλάβεις τίποτα. Όταν όμως προσεγγίζω τα συμφωνικά μεγέθη, συνήθως προτιμώ να οργανώνω τη μουσική ανακεφαλαιώνοντας κάθε τόσο και δίνοντας μια αίσθηση ενότητας, κάνοντας αναφορές σε θέματα που έχουν προηγηθεί ή προετοιμάζοντας τα επόμενα. Το “Brooklyn Suite” και το “Cycles Suite” σχεδιάστηκαν να έχουν αρκετή διάρκεια και έτσι από την αρχή μπορούσαν να βρεθούν διάφορες συνδετικές επινοήσεις. Όταν υπάρχει ένα κόνσεπτ διευκολύνει αυτή τη λογική». Κι όταν για να πάρει ζωή το κόνσεπτ και οι ενδιαφέρουσες ιδέες του Jentsch υπάρχουν μουσικοί όπως οι σαξοφωνίστες Jason Rigby, Dan Willis και Ben Kano, ο τρομπονίστας Alan Ferber και ο πιανίστας Jacob Sacks, το αποτέλεσμα γίνεται εντυπωσιακό.

Jazz & Tzaz, Φεβρουάριος 2010

Advertisements

Coming Together

Chris Potter, Terell Stafford, Steve Wilson, Keith Javors, Delbert Felix, John Davis: “Coming Together” (Inarhyme Records)

Πίσω από την αισιοδοξία του τίτλου “Coming Together” κρύβεται μια τραγική ιστορία. Ο Brendan Romaneck, ένας ταλαντούχος σαξοφωνίστας απ’ το Κονέκτικατ, ετοιμαζόταν να ηχογραφήσει το πρώτο του άλμπουμ, όταν λίγες μέρες πριν μπει στο στούντιο, σκοτώθηκε σε δυστύχημα, μόλις στα 24 του. Η οικογένειά του και ο δάσκαλός του, ο πιανίστας Keith Javors, αποφάσισαν να ολοκληρώσουν όσα είχε σχεδιάσει ο άτυχος νεαρός για το ξεκίνημα που δεν έμελλε να κάνει ποτέ.

Συνεχίστε την ανάγνωση ‘Coming Together’


Kατηγορίες

Email me:

vagarag at freemail.gr

Αρχείο

Blog Stats

  • 26,196 hits
Φεβρουαρίου 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιαν.   Μαρ. »
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728