Αρχείο για Ιουλίου 2011

Nordic Connect

Nordic Connect: «Spirals» (ArtsitShare)

Σε συγγενικές σχέσεις, κοινή καταγωγή, παρόμοια κοινωνικά, οικολογικά και καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα, έχουν την αφετηρία τους οι σπείρες που ξετυλίγουν οι Nordic Connect.  Αν και είναι ένα γκρουπ με συλλογικό πνεύμα και με κανένα από τα μέλη του σε εμφανή ρόλο leader, κινητήρια δύναμη φαίνεται να είναι η τρομπετίστα Ingrid Jensen, αυτοσχεδιάστρια και συνθέτις καθιερωμένη δύο δεκαετίες τώρα και από την προσωπική καριέρα της, αλλά και σαν σταθερό μέλος της περίφημης Maria Schneider Orchestra.

Γεννημένη και μεγαλωμένη στον Καναδά από Δανό πατέρα η Ingrid Jensen, μαζί με την αδελφή της τη γνωστή σαξοφωνίστα Christine Jensen, αποτελούν τη γραμμή των πνευστών του κουιντέτου. Στο πιάνο είναι η φίλη τους πιανίστα Maggi Olin και στο μπάσο ο Mattias Welin, και οι δυο τους από τη Σουηδία, ενώ ο ντράμερ Jon Wikan εξίσου βόρειος (έχει γεννηθεί στην Αλάσκα, με νορβηγικές ρίζες), είναι σύζυγος της Ingrid. Ένας ακόμη σουηδός, ο κιθαρίστας Torben Waldorff, άντρας της Olin αυτός, έχει κάνει την παραγωγή του δεύτερού τους CD. Όλο αυτό το πλέγμα δεσμών επηρεάζει ποικιλοτρόπως και τη δουλειά τους. Το λέει ο τίτλος του άλμπουμ, το ίδιο το όνομά τους, το γράφουν ξεκάθαρα και σε ένα κείμενο στο εξώφυλλο του δεύτερου CD τους Spirals.

Η Βίκινγκ καρδιά που έχουν κληρονομήσει τούς έχει εμποτίσει με τη λαχτάρα να ταξιδέψουν στ’ ανοιχτά, να βυθιστούν στο μυστήριο και την περιπέτεια με τη μουσική τους. Αυτό δείχνει και το σχέδιο του καραβιού που σε δύο παραλλαγές διάλεξαν για εξώφυλλο στα δύο τους άλμπουμ. Ένα τέτοιο ταξίδι φαντάζεται κανείς ακούγοντας την εξέλιξη του “Travel Fever”, που ξεκινά γλιστρώντας γλυκά με τα απαλά ακόρντα των φέντερ ρόουντς και το όμορφο μελωδικό φύσημα της τρομπέτας. Η έξαψη και οι εκπλήξεις του ταξιδιού εμφανίζονται στην πορεία υπό τον drum ‘n’ bass ρυθμό που κρατούν τα τύμπανα και κορυφώνονται με ένα πυκνό σόλο από το τενόρο και τις γραμμές που παίζουν μαζί οι δύο αδελφές. Με παρόμοιο τρόπο αναπτύσσεται και το “Song for Inga”, με τις εξάρσεις που ακολουθούν το μελωδικό θέμα και τα σόλο από την τρομπέτα και το σοπράνο. Το αργό γκρουβ του “Earth Sighs” φέρνει το γκρουπ στην ατμόσφαιρα του φιούζον που έπαιζε ο Miles Davis στα τέλη της δεκαετίας του ’60, αίσθηση που γίνεται ακόμη εντονότερη με τα φέντερ ρόουντς, την περασμένη από ηλεκτρονικά τρομπέτα και το δυναμικό ρυθμό του “Brejk A Leg”. Miles θυμίζει και η τρομπέτα με σουρντίνα της Ingrid Jensen στο “M-Oving”, ενώ το αργόσυρτο μαρς “Ballad North” αφήνει χώρο σε όλα τα όργανα να συνομιλήσουν μεταξύ τους. Το αρμονικό πλαίσιο του “Castle Mountain” που θυμίζει τη δεκαετία του ’70 ευνοεί τα έντονα ρυθμικά ξεσπάσματα του Wikan και στον αντίποδα η γαλήνια μελωδία του “Yew” φτιάχνει ατμόσφαιρα για χαμηλόφωνους ρεμβασμούς από το σοπράνο και την τρομπέτα. Μέσα απ’ όλα αυτά το γκρουπ έχει διαμορφώσει έντονη προσωπικότητα κατανοώντας και ερμηνεύοντας τη Σκανδιναβική τζαζ μέσα από μια αμερικάνικη οπτική ή, γιατί όχι, και το αντίστροφο.

Επαφή: www.ingridjensen.com

Jazz & Tzaz, Μάιος 2011

Advertisements

Monsieur Dubois

Monsieur Dubois: “Slow Bombastik” (Flying High Records)

Το μότο Danceable Hard Jazz που χρησιμοποιούν για να προσδιορίσουν τη μουσική τους δημιουργεί εξαρχής θετική προδιάθεση για τους Ολλανδούς Monsieur Dubois, που μαζί με τα γκρουπ State Of Monc, The Jazzinvaders και Scallymatic Orchestra έχουν ιδρύσει μια ομάδα μουσικών με το όνομα Dutch Nu Jazz Movement. Όσοι φυσικά έχουν ακούσει το ντεμπούτο τους “Ruff” (2006) και το “Soul Integration” (2007), όπου συνεργάστηκαν με τον τρομπονίστα Joseph Bowie (Defunkt), ξέρουν καλά ότι πράγματι αυτές οι λέξεις περιγράφουν σωστά αυτό που κάνουν με μαεστρία. Να συνδυάζουν δηλαδή την τζαζ με χορευτικούς ρυθμούς χωρίς να κάνουν εκπτώσεις από πλευράς δύναμης, φαντασίας και αυτοσχεδιασμών. Με μικρές αλλαγές στη σύνθεση στα δώδεκα χρόνια από το ξεκίνημά του, το σεξτέτο από το Ρότερνταμ έχει γίνει ένα συμπαγές σύνολο που ανεβάζει τη θερμοκρασία στα ύψη.

Η «συνταγή» τους έχει την ίδια επιτυχία και στα 9 τραγούδια του “Slow Bombastik” (στο εξώφυλλό του οποίου ποζάρει μια όμορφη κοπέλα, από τη Θεσσαλονίκη όπως λένε οι πληροφορίες μας) με το ηλεκτρισμένο μπιτ που δημιουργούν τα πλήκτρα του Maarten Meddens, το κοντραμπάσο του Kasper Kalf και τα κρουστά του Rudi Sanders και του Chris Fehre και το σολάρισμα από την τρομπέτα του Daniel Nösig και το σαξόφωνο του Bart Wirtz που πηγάζει βαθιά από το μποπ και τη σόουλ τζαζ. Η ένταση χαμηλώνει σε ένα και μοναδικό κομμάτι που κατά περίεργο τρόπο έδωσε τον τίτλο του στο άλμπουμ. Στο τέλος του CD το “Chouffe Chouffe” που ανοίγει και κλείνει με το σφύριγμα του αέρα στην ερημιά μιας στέπας και μια γυναικεία φωνή που μιλά στα ρώσικα, ενώ στο ενδιάμεσο υπό το ρυθμό ενός μπλουζ μαρς σαξόφωνο και τρομπέτα παίζουν το παιχνίδι ερώτηση – απόκριση στην ατμόσφαιρα ενός συνωστισμένου κλαμπ κάποιας νότιας αμερικάνικης πολιτείας, μοιάζει να υπονοεί το γεφύρωμα αυτών των άκρων μέσω της καυτής μουσικής τους.

Επαφή: www.monsieurdubois.com

Jazz & Tzaz, Ιούνιος 2011


Kατηγορίες

Email me:

vagarag at freemail.gr

Αρχείο

Blog Stats

  • 26,228 hits
Ιουλίου 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιον.   Αυγ. »
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031