Αρχείο για Ιουνίου 2012

Melissa Stylianou

Melissa Stylianou: “Silent Movie” (Anzic records)

Από το 1997 που σχημάτισε το πρώτο της γκρουπ, η Melissa Stylianou, τραγουδίστρια από το Τορόντο με ελληνικές υποθέτουμε ρίζες, έχει μια σχετικά αραιή δισκογραφική παρουσία. “Silent Movie”, λέγεται το καινούριο, τέταρτο άλμπουμ της, που περιλαμβάνει μερικά στάνταρντς (“Moon River”, “Smile”, “Folks Who Live on the Hill”), τραγούδια από το ποπ και ροκ ρεπερτόριο (του James Taylor, του Johnnie Cash, του Paul Simon και της Joanna Newsom), πιο σύγχρονες τζαζ συνθέσεις (του Edgar Meyer and του Vince Mendoza) στις οποίες έχει προσθέσει δικούς της στίχους και το ομότιτλο κομμάτι που το έγραψε μαζί με τον πιανίστα της. Έχοντας στη διάθεσή της ένα εξαιρετικό καστ με Jamie Reynolds (πιάνο), Pete McCann (κιθάρα), Gary Wang (μπάσο), Rodney Green (ντραμς) και προσκεκλημένους την Anat Cohen (κλαρινέτο, σαξόφωνο), James Shipp (κρουστά) και Yoed Nir (τσέλο), αντίθετα από ό,τι θα περίμενε κανείς, το αυτοσχεδιαστικό κομμάτι είναι πολύ περιορισμένο και το ενδιαφέρον επικεντρώνεται γύρω από τη φωνή. Μια φωνή ζεστή και αισθαντική, που μένει πάντοτε σε χαμηλούς τόνους και πιστή στην ερμηνεία των στίχων, τους οποίους προσπαθεί να αποδώσει με λεπτούς τονισμούς και έμφαση στις λεπτομέρειες. Με αυτά τα μέσα και μια έκφραση που πηγάζει περισσότερο από την ποπ παρά από την τζαζ και στυλιστικά είναι πιο κοντά στην Joni Mitchell και τη Ricky Lee Jones, παρά σε οποιαδήποτε γνωστή τραγουδίστρια της τζαζ,  η Stylianou ξεδιπλώνει τις μικρές καθημερινές ιστορίες που αφηγείται, προσπαθώντας όπως λέει να φωτίσει εκείνες τις λεπτομέρειες που μπορούν να αποκαλύψουν μια διάθεση, έναν τόπο, μια ανάμνηση. Κάτι που καταφέρνει με το παραπάνω με αυτό το όμορφο σύνολο από καλοδουλεμένες μπαλάντες.

επαφές: http://www.melissastylianou.com

Jazz & Tzaz, Μάιος 2012

Clarinet Things

Το κουαρτέτο σαξοφώνων, με τη δυνατότητά του να καλύπτει επαρκώς τις αρμονικές και ρυθμικές λειτουργίες και τις δυναμικές ενός γκρουπ ακόμη και χωρίς ηλεκτρική ενίσχυση, είναι το πιο διαδεδομένο μικρό, αμιγές σχήμα πνευστών στην τζαζ. Το World Saxophone Quartet, που έχει μπει στην πέμπτη δεκαετία διαρκούς και δημιουργικής παρουσίας, είναι φυσικά ο γνωστότερος εκπρόσωπος του είδους. Αντίστοιχα γκρουπ με κλαρινέτα, χωρίς να είναι σπάνια, δεν είναι το ίδιο συχνά. Το Clarinet Summit, στο οποίο συμμετείχαν ο John Carter, ο Alvin Batiste, ο Jimmy Hamilton και ο David Murray, ήταν μια από τις πιο ενδιαφέρουσες συνευρέσεις βιρτουόζων, με περιορισμένη όμως χρονική διάρκεια. Αντίθετα, δύο πολυπράγμονες μουσικοί, γερμανός ο ένας, καλιφορνέζα η άλλη, εδώ και αρκετά χρόνια επανέρχονται σταθερά στα all clarinet συγκροτήματά τους.

Ο 55χρονος Gebhard Ullmann μοιράζει το χρόνο του μεταξύ Βερολίνου και Νέας Υόρκης και μεταξύ των πολλών γκρουπ στα οποία συμμετέχει παίζοντας σαξόφωνο, φλάουτο και μπάσο κλαρινέτο. Από τα γκρουπ αυτά ξεχωρίζουμε το κουαρτέτο Conference Call (με τον πιανίστα Michael Jefry Stevens, τον μπασίστα Joe Fonda και τον ντράμερ George Schuller), το κουαρτέτο του με τον τρομπονίστα Steve Swell, το σταθερό του γκρουπ Basement Research (κι αυτό με τον Steve Swell) και το πιάνο τρίο με τον Art Lande και τον Chris Dahlgren.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 δημιούργησε το The Clarinet Trio, το οποίο όπως λέει ο ίδιος είναι σαν ένας μικρόκοσμος όλης της υπόλοιπης δουλειάς του. Τα δύο άλλα μέλη του τρίο, επίσης γερμανοί, είναι ο Juergen Kupke και ο Michael Thieke, που αντικατέστησε τον Theo Nabicht. Το ρεπερτόριό τους βασίζεται συνήθως σε συλλογικά κομμάτια που προκύπτουν από αυτοσχεδιασμούς, σε σποραδικές διασκευές και κατά κύριο λόγο σε συνθέσεις του Ullmann. Σε αυτές τις τελευταίες εστιάζει και το “4” (Leo Records), τέταρτο προφανώς άλμπουμ του τρίο, με μία μόνο κοινή σύνθεση και ένα σύντομο πέρασμα από το “Homogenous Emotion” του Ornette Coleman. O Ullmann οδηγεί το τρίο να πειραματιστεί σε διάφορους χώρους και καταστάσεις, διασχίζοντας την κεντρική Ευρώπη, τα Βαλκάνια και την Αμερική. Στο “May 5” που αναπτύσσεται πάνω σε ένα ανατολίτικο θέμα, στο χαλαρό μπλουζ “Blaues Viertel”, που παίζει με τις διαφωνίες τύπου Monk, στο “Catwalk  Münzstrasse” που προσπαθεί να πιάσει το σφυγμό ενός πολυσύχναστου βερολινέζικου δρόμου, αλλά και στα γαληνεμένα νερά του “Waters”, τα τρία κλαρινέτα παίρνουν άφθονο χρόνο να εξερευνήσουν μυστήρια και διαθέσεις. Το “News? No News!” που το θέμα του θυμίζει έντονα Mingus, μετά το οργανωμένο ομαδικό χάος και τη ροπή προς την κακοφωνία, καταλήγει με ένα εντυπωσιακό ξέσπασμα από το μπάσο κλαρινέτο του Ullmann. Από την άλλη το μινιμαλιστικό “Geringe Abweichungen Von Der Normτο”, που κυλά αργά πάνω στις συγχορδίες που σχηματίζουν τα τρία πνευστά και το “Kleine Figuren”, με τα δύο μέρη και την παραλλαγή του, αντιπροσωπεύουν το πιο «ελεγχόμενο» πρόσωπο του τρίο, το ελεγχόμενο σε εισαγωγικά όμως, γιατί εντάσεις και εξάρσεις δε λείπουν ούτε εδώ.

Το Clarinet Thing, με leader την Beth Custer, είναι αρκετά πιο κοντά στην παρτιτούρα σε σχέση με το Clarinet Trio, αν και δεν είναι λίγες οι φορές που αφήνεται κι αυτό να παρασυρθεί μακριά. Ξεκινώντας με την Club Foot Orchestra, μια ορχήστρα που γράφει και ερμηνεύει πρωτότυπη μουσική για βουβές ταινίες, είκοσι πέντε περίπου χρόνια τώρα, η κλαρινετίστα με έδρα το Σαν Φρανσίσκο παίζει με διάφορα δικά της γκρουπ, αλλά και πολλά γνωστά ονόματα (Fred Frith, Sex Mob, Chris Cutler, Mark Eitzel, Snakefinger, Violent Femmes). Μια από τις πιο αξιόλογες δουλειές της ήταν η μουσική επένδυση για το “My Grandmother” (ο αυθεντικός τίτλος ήταν «Τσέμι Μπέμπια»), μια βουβή ταινία του 1929 του γεωργιανού σκηνοθέτη Κότε Μικαμπερίτζε (Jazz & Tzaz 160/161).

Αν και σχηματίστηκε το 1989, το Clarinet Thing έχει κυκλοφορήσει μόλις δύο CD, το λάιβ “Agony Pipes and Misery Sticks” (2005) με τη μορφή κουιντέτου και πιο πρόσφατα ως κουαρτέτο το “Cry, Want”. Οι υπόλοιποι συντελεστές του είναι ο Ben Goldberg, ο Harvey Wainapel, και ο Sheldon Brown. Όπως και το προηγούμενο, το δεύτερο αυτό άλμπουμ είναι ένα μίγμα original και διασκευών. Τρεις από τις διασκευές προέρχονται από το “Fusion” του Jimmy Giuffre και μια από αυτές δίνει τον τίτλο της και στο CD. Με ελάχιστες εξαιρέσεις τα κομμάτια είναι πλήρως ενορχηστρωμένα και κινούνται εντός φόρμας. Πίσω από το όργανο που κάθε φορά παίζει το θέμα ή αυτοσχεδιάζει, τα υπόλοιπα φτιάχνουν μια πολυφωνική υπόκρουση και η γκάμα που καλύπτουν γίνεται πολύ ευρεία με τον βαθύ και ιδιαίτερο ήχο του κόντρα άλτο κλαρινέτου, που χειρίζεται με μεγάλη δεξιοτεχνία ο Goldberg. Ακριβώς αυτός είναι ο τρόπος που ακούγεται σε πρώτη εκτέλεση το “Cry, Want”, ενώ αντίθετα στην παραλλαγή του τα τέσσερα κλαρινέτα αναπτύσσουν μαζί το περίπλοκο θέμα του Giuffre. Αντίστοιχα η όμορφη διασκευή του γαλήνιου “Jesus Maria” της Carla Bley δίνει την αφορμή για μια ελεύθερη παραλλαγή του στον ομαδικό αυτοσχεδιασμό του “Nimbus”. Την απρόσμενη επιλογή της εξωτικής χορευτικής μελωδίας “Ah! Gade Chabin La” (που έπαιζε τη δεκαετία του ’30 η ορχήστρα του Alexandre Stellio από τις Αντίλλες), διαδέχεται ένας ελεύθερος διάλογος ανάμεσα στον Wainapel και τον Sheldon Brown στο “Early Birds”. Στο κλείσιμο του CD το «Night in Tunisia” που το μεγαλύτερο μέρος του παίζεται σε ιδιαίτερα αργό τέμπο και με πλούσια αρμονική στήριξη από τη χορωδία των κλαρινέτων, ακούγεται πολύ ταιριαστό με τη γνωστή μπαλάντα του Monk “Crepuscule with Nellie”. Έξυπνες επιλογές, δουλεμένες ενορχηστρώσεις και εφευρετικό παίξιμο που κάνουν προσιτό αυτό το αντισυμβατικό μουσικό σχήμα.

επαφές: www.bethcuster.com, www.gebhard-ullmann.com

Jazz & Tzaz, Απρίλιος 2012


Kατηγορίες

Email me:

vagarag at freemail.gr

Αρχείο

Blog Stats

  • 26,082 hits
Ιουνίου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μάι.   Ιολ. »
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930