Αρχείο για Ιουλίου 2012

Lisa Hilton

Δίνοντας ήχο στην καθημερινότητα

Όταν ήταν μικρό παιδί, πριν ακόμη ξεκινήσει τα μαθήματα πιάνου, παίζοντας με τα πλήκτρα σκάρωνε δικά της τραγουδάκια. Η αγάπη και η αφοσίωσή της στη μουσική από τόσο μικρή ηλικία έδειχνε το δρόμο που θα ακολουθούσε. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 μέχρι σήμερα, έχει μια συνεχή δισκογραφική παρουσία, με ένα άλμπουμ σχεδόν ανελλιπώς κάθε χρονιά (συνολικά γύρω στα δεκαπέντε). Κι όμως τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν τόσο ομαλά για τη Lisa Hilton, όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως.

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Καλιφόρνια και ξεκίνησε από τα οκτώ της τις κλασικές σπουδές στο πιάνο. Καθώς μεγάλωνε ήλθαν τα τζαζ και μπλουζ ακούσματα και η πρώτη συναυλία που παρακολούθησε ήταν από το θρυλικό ντούο του Sonny Terry με τον Brownie McGee. Δεν αμελούσε να παίζει όπου της δινόταν η ευκαιρία: με τη σχολική χορωδία, σε θεατρικές εκδηλώσεις, σε γάμους… Φτάνοντας όμως στα δεκαεννιά αισθάνθηκε ότι αυτά που έκανε δεν τη γέμιζαν και αποφάσισε να παρατήσει τη μουσική. «Για πολύ καιρό μου ήταν πολύ δύσκολο να μιλώ για αυτό το θέμα» λέει η Lisa Hilton στο Jazz & Tzaz. «Αισθανόμουν σαν να είχα βρει τον αληθινό έρωτα κι αυτός να χάθηκε με τραγικό τρόπο. Ως νεαρό κορίτσι πίστευα ότι η μουσική ήταν διασκέδαση, ότι ήταν κάτι που με συνάρπαζε, ένας φυσικός τρόπος έκφρασης. Με ενδιέφεραν όλα τα μουσικά είδη και τα προσέγγιζα αβίαστα, με τον τρόπο που ένας εντελώς αθλητικός τύπος μπορεί να ασχολείται με πολλά αθλήματα. Στο κολέγιο όμως ήλθα αντιμέτωπη με μια νέα πραγματικότητα. Δεν με ενδιέφερε να διδάσκω ή να παίζω κλασική μουσική και δεν είχα ανακαλύψει ακόμη την προοπτική της τζαζ. Δεν έβρισκα να παίξω κάτι που να μου άρεσε πραγματικά. Ο δάσκαλός μου είχε τη φήμη μεγάλου πιανίστα, αλλά και δύσκολου εκπαιδευτή. Δεν έβλεπα κανένα σημάδι ότι μπορούσα να έχω μέλλον στη μουσική. Έτσι ξαφνικά τα παράτησα». Η απόφασή της ήταν να μην ασχοληθεί ξανά με τη μουσική και σπούδασε καλές τέχνες και ντιζάιν. Αλλά ένα τυχαίο γεγονός ήταν η αφορμή για να αλλάξει γνώμη. «Πριν από δεκαπέντε χρόνια βρέθηκα σε ένα πάρτι στο σπίτι του συνθέτη και παραγωγού David Foster. Κάποια στιγμή κάθισε στο πιάνο και άρχισε να παίζει και να μιλά για τα τραγούδια που είχε γράψει μεταξύ άλλων για την Barbra Streisand και τη Celine Dion. Αυτό ήταν! Αυτό που χρειαζόμουν ήταν να παίξω ποπ μουσική. Την επόμενη μέρα αγόρασα μια αγκαλιά βιβλία με ποπ παρτιτούρες και άρχισα να ψάχνω με ανυπομονησία για κάτι που θα μου άρεσε να παίξω. Με απελπισία -καθώς τα βιβλία κόστιζαν ένα σωρό χρήματα- ανακάλυψα ότι στην πραγματικότητα δεν ήταν αυτό που έψαχνα. Σκέφτηκα λοιπόν ότι αυτό που έπρεπε να κάνω ήταν να γράψω τη δική μου μουσική και αυτό κάνω από τότε. Οι συνθέσεις μου μπορούν να αγγίξουν ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο και αυτό είναι κάτι σαν το όμορφο τέλος της ιστορίας. Δεν είναι πάντα εύκολο να γίνεις μουσικός και ιδιαίτερα μουσικός της τζαζ. Είναι όμως ευκολότερο από το να χάσεις αυτό που αγαπάς».

Συνδυάζοντας τις κλασικές της σπουδές με τα ακούσματα από την τζαζ, τα μπλουζ και την ποπ, διαμόρφωσε ένα στιλ που είναι επηρεασμένο εξίσου από τον Μπετόβεν, τον Ντεμπισί, τον Μπέλα Μπάρτοκ, αλλά και τον Jelly Roll Morton, τον Muddy Waters και τον Thelonious Monk. Άρχισε να ηχογραφεί και στα άλμπουμ της συνεργάστηκε με γνωστούς μουσικούς όπως ο Jeremy Pelt, ο Lewis Nash, ο Christian McBride, ο Eric Marienthal και ο Steve Wilson. Σ’ αυτή τη δεκαπενταετή πορεία της καλείται να παίξει πολλούς ρόλους: πιανίστα, συνθέτρια, bandleader, παραγωγός, αλλά και υπεύθυνη της δικής της δισκογραφικής εταιρείας. «Στις μέρες μας όλοι ασχολούμαστε με πολλά πράγματα, γιατί έχουμε αυτή τη δυνατότητα όσο ποτέ άλλοτε στο παρελθόν. Το πρόγραμμα των μουσικών είναι υπερφορτωμένο. Πρέπει όμως κάθε στιγμή να επιλέγουμε που θα επικεντρωθούμε. Δεν παίζω κάθε μέρα, ούτε περιοδεύω όλο το χρόνο. Υπάρχουν μέρες για παίξιμο, μέρες για το γραφείο, μέρες για περιοδείες, αλλά κάθε φορά αφήνω χρόνο και για τις μουσικές εξερευνήσεις και για να υφάνω νέες συνθέσεις». Αυτός ο τελευταίος, ο ρόλος της συνθέτριας, θεωρεί ότι είναι και ο σημαντικότερος για εκείνη, εκφράζοντας την αγωνία πολλών μουσικών της γενιάς της, που αντί να αναπαράγουν το χτες, προσπαθούν να δημιουργήσουν αυτά που θα παίζονται αύριο. «Μου αρέσει να παίζω, λατρεύω να εξερευνώ το όργανό μου και προσπαθώ να είμαι όσο περισσότερο ανήσυχη και αχόρταγη σε αυτό. Όμως αυτό που έχω πραγματικά ανάγκη είναι να συνθέτω. Δεν αισθάνομαι άνετα να παίζω συνθέσεις που δεν έχω γράψει εγώ. Μπορεί να είναι αρκετό για όσους πάνω απ’ όλα βάζουν την ερμηνεία. Όμως εγώ όταν παίζω συνθέσεις κάποιου άλλου είναι σαν να δανείζομαι τα ρούχα του. Μπορεί να είναι όμορφα, αλλά δεν είναι δικά μου. Αυτά που γράφω είναι η φωνή μου, η τέχνη μου, μεταφέρουν την αντίληψή μου για τον κόσμο, την αγάπη μου για την τζαζ και το πιάνο. Δε ζητάμε από ένα ζωγράφο να ζωγραφίζει ξανά και ξανά τους πίνακες άλλων και δε βλέπω το λόγο γιατί θα έπρεπε να κάνει κάτι ανάλογο ένας μουσικός. Κάθε γενιά πρέπει να δημιουργήσει μια δουλειά που να μιλά για τον κόσμο στον οποίο ζει, έχοντας βεβαίως γνώση του παρελθόντος».

Στα τελευταία της δύο CD, το περσινό “Underground” και τώρα το “American Impressions”, η Hilton φαίνεται να έχει βρει το γκρουπ που της ταιριάζει απόλυτα, στο κουαρτέτο που έφτιαξε με τον J.D.Allen στο τενόρο, τον Larry Grenadier στο κοντραμπάσο και τον Nasheet Waits στα τύμπανα. Η φιλοδοξία της στο “American Impressions” είναι να ακολουθήσει τα βήματα μεγάλων αμερικανών συνθετών, όπως ο George Gershwin και ο Aaron Copeland, και να μετατρέψει σε μουσική εμπειρίες και εικόνες από τη ζωή στην πατρίδα της, που προέρχονται από κοινά ερεθίσματα της καθημερινότητας. Δίνει ήχο στην ανυπόμονη κίνηση της διαδρομής του μετρό με το “Subway”, στην εξωπραγματική αίσθηση μιας ξαφνικής ρομαντικής συνάντησης με το “Accidental Romance”, στις μελαγχολικές σκέψεις που φέρνει μια βροχερή μέρα με το λυρικό κομψοτέχνημα “When it Rains”, στη ζέστη του καλοκαιριού με την υπνωτιστική μελωδία και το ανάλογο τέμπο του “Too Hot”. Στο “Anatomy of the Blues” επιχειρεί μια εντελώς ιδιόμορφη ανατομία των μπλουζ, ενώ το “Underground”, title track του προηγούμενου CD της, εδώ ακούγεται σε τρίο εκτέλεση – εξερεύνηση για το πιάνο, με το ριφ που παίζει ασταμάτητα η Hilton με το αριστερό να δίνει τον υπόγειο παλμό και με καταπληκτική δουλειά από τον Nasheet Waits. Πλάι στις δικές της συνθέσεις και δύο όμορφες διασκευές: στο “Echoes Of Harlem” του Duke Ellington και το “Rainy Night House” της Joni Mitchell.

«Κάθε σύνθεση ξεκινά με μια μουσική εξερεύνηση», λέει δίνοντάς μας μια ιδέα για τον τρόπο με τον οποίο δουλεύει. «Δεν κάθομαι με σκοπό να γράψω ένα κομμάτι ας πούμε για το μετρό. Σκέφτομαι: μπορώ να πάρω ένα επαναλαμβανόμενο σχήμα κι ύστερα να προσθέσω μια φράση του Προκόφιεφ, ένα καλό μέτρο μπλουζ, μια διαφωνία, κάτι μινιμαλιστικό; Κάποια στιγμή αναρωτιέμαι: σαν τι ακούγεται; Σαν το μετρό! Κι ύστερα τελειώνω το κομμάτι με αυτή τη σκέψη. Στην πραγματικότητα θυμάμαι ελάχιστα πράγματα από τη συνθετική διαδικασία. Μπορώ να ανακαλέσω την αρχή και το τελείωμα ενός κομματιού, αλλά παρεμβάλλονται ώρες ή και μήνες επεξεργασίας ιδεών που δεν μπορώ να θυμηθώ και αυτό στο οποίο καταλήγω είναι εντελώς διαφορετικό από το ξεκίνημά του! Και βέβαια δουλεύω με το γκρουπ, αυτοσχεδιάζουμε και αλλάζει ακόμη περισσότερο».

Το σάουντρακ της καθημερινής ζωής που έστησε η Lisa Hilton είναι μια σύνθετη, όμως προσεγγίσιμη δημιουργία, γεμάτη από πλούσιες μελωδίες και ενορχηστρώσεις, όμορφους αυτοσχεδιασμούς αλλά και αφαιρετικό παίξιμο και ιμπρεσσιονιστικά χρώματα. «Αδιαφορώ για τον ελιτισμό» καταλήγει. «Προτιμώ να δημιουργώ μουσική που να αφορά όλο τον κόσμο. Η μουσική είναι το απόλυτο κοινωνικό δίκτυο εδώ και χιλιάδες χρόνια. Ό,τι είναι αυθεντικό έχει μεγαλύτερη σημασία από αυτό που είναι ‘τέλειο’ ή δημοφιλές».

επαφή: www.lisahiltonmusic.com

Jazz & Tzaz, Ιούνιος 2012

Jazz Punks

Jazz Punks: «Smashups» (self-published)

Κλασικό σε δομή τζαζ κουιντέτο, οι Jazz Punks από το Λος Άντζελες, αρέσκονται στο ανακάτεμα τζαζ και ροκ θεμάτων που γίνεται όλο και πιο σύνηθες αρκετά χρόνια τώρα. Η πρωτοτυπία των Robby Elfman (σαξόφωνο), Sal Polcino (κιθάρα), Danny Kastner (πιάνο), Michael Polcino (μπάσο) και Hugh Elliott (ντραμς) στο πρώτο τους αυτό CD, συνίσταται στο ότι σχεδόν σε κάθε κομμάτι τους προσπαθούν να ταιριάξουν ένα στάνταρντ με ένα τουλάχιστον γνωστό ροκ τραγούδι. Το “Take the A Train” με το “Paranoid Android” και το “Creep” των Radiohead, το “No Blues” του Miles Davis με το “I Can See for Miles” των Who, το “A Night in Tunisia” με το “Misty Mountain Hop” των Led Zeppelin, το “Take Five” με το “Should I Stay or Should I Go” των Clash και πάει λέγοντας. Και παρόλο που οι επιλογές αυτές δεν δικαιολογούν και πολύ το δεύτερο συστατικό του ονόματός τους, το εγχείρημά τους φαίνεται αρκετά ενδιαφέρον. Το θέμα με τους Jazz Punks είναι ότι ούτε πολύ τζαζ ακούγονται, ούτε πολύ ροκ. Όλοι τους διαθέτουν πολύ καλή τεχνική κατάρτιση και έχουν τα απαιτούμενο δέσιμο ενός working group, όμως πλην λίγων εξαιρέσεων (όπως για παράδειγμα στο “I Can See Miles”) δεν αφήνονται να πάνε μακριά με τους αυτοσχεδιασμούς τους και από την άλλη πλευρά η φαζαρισμένη κιθάρα δεν συνιστά από μόνη της το ροκ attitude που ευαγγελίζονται, ενώ κάποιες φορές (“Foleo”, “Led Gillespie”) η σύγκλιση τζαζ και ροκ μοιάζει κάπως βεβιασμένη. Σε κάθε περίπτωση πάντως έχουν όλα τα φόντα να είναι πιο πειστικοί την επόμενη φορά.

επαφές: http://www.jazzpunks.com

Jazz & Tzaz, Μάιος 2012


Kατηγορίες

Email me:

vagarag at freemail.gr

Αρχείο

Blog Stats

  • 26,087 hits
Ιουλίου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιον.   Αυγ. »
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031