Αρχείο για Ιανουαρίου 2013

Blood, Sweat, Drum ’n’ Bass Big Band

blood-sweat-drumnbass

Blood, Sweat, Drum + Bass: “On the Road to Damascus” (BSM)

Η δανέζικη Blood, Sweat, Drum ’n’ Bass Big Band συνδυάζει θεωρητικά ετερόκλητα στοιχεία με έναν πληθωρικό τρόπο. Πληθωρικό όχι μόνο λόγω μεγέθους (αριθμεί γύρω στα είκοσι πέντε μέλη), αλλά και χάρη στη φαντασία και τη συνθετική και ενορχηστρωτική δεινότητα του ηγέτη της Jens Chr. ”Chappe” Jensen, που κάνουν το metal, το drum & bass, το avant guard και την big band jazz να απέχουν ελάχιστα μεταξύ τους και τη νεανική αυτή ομάδα να ξεπερνά τα όρια της πατρίδας της και να αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πολυμελή σύνολα σήμερα. Στην καινούρια τους δουλειά ο έμπειρος leader και η παρέα του συνεχίζουν την εξαιρετική τους πορεία επιχειρώντας και το γεφύρωμα της απόστασης μέχρι την ανατολή. Αφορμή ένα ταξίδι του Jensen στη Δαμασκό και την Ισταμπούλ την άνοιξη του 2010, που τον ενέπνευσε να συνθέσει τα έξι μέρη του “On the Road to Damascus”. bsdb coverΤην προσπάθεια του πολυμελούς συνόλου, που σε αυτό το άλμπουμ συγκεντρώνει 2 τραγουδίστριες, 14 πνευστά, ηλεκτρονικά, πλήκτρα, κιθάρα, δύο κοντραμπάσα και 4 ντράμερ και περκασιονίστες, ενισχύουν δύο άραβες βιρτουόζοι: ο Essam Rafea από το Κουβέιτ στο ούτι και ο σύριος Moslem Rahal στο νέι. Στο δεκατριάλεπτο “I Return To Damascus”, που ανοίγει το CD, μετά από μια σύντομη μεγαλοπρεπή εισαγωγή από την ορχήστρα, ούτι και νέι οδηγούν για αρκετή ώρα ολομόναχα την αργή πορεία του καραβανιού προς τα βάθη της Ασίας. Η ορχήστρα ξαναεμφανίζεται συνοδεύοντας τη φωνή της Gunhild Overegseth και επιταχύνει προσωρινά με ένα φάνκι ρυθμό, για να φτάσει στον τελικό προορισμό με τον επικό τρόπο της αφετηρίας. Σε μια δεύτερη εκδοχή του κομματιού στο κλείσιμο του άλμπουμ, ούτι και νέι πορεύονται και πάλι ασυνόδευτα και μόνο στο τέλος ορχήστρα και φωνή δηλώνουν το βασικό θέμα. Στο “Oud Indigo” (λογοπαίγνιο με το “Mood Indigo” του Ellington), που είναι μια μίξη ηλεκτρονικών και παραδοσιακής big band jazz, η ορχήστρα συνομιλεί διαδοχικά με τα δύο ανατολίτικα όργανα που δίνουν ρεσιτάλ δεξιοτεχνίας. Αντίστοιχα στο “Bluesy Gnaoui”, το σόλο του Ole Visby στο σοπράνο σαξόφωνο λειτουργεί σαν γέφυρα ανάμεσα στο νέι και στη φυσαρμόνικα του ηγέτη της ορχήστρας και ανάμεσα στο παραδοσιακό μαροκινό Gnaoui και τα μπλουζ. Στο πιο δυναμικό κομμάτι του CD “Damascus Crosstown Traffic”, ο Hendrix και η μπαγκέτα του Gil Evans ντύνονται με ανατολίτικα ηχοχρώματα και ο Kasper Falkenberg εξαπολύει ένα καυτό σόλο στην κιθάρα. Τέλος με οδηγό το νέι και το ηλεκτρονικό μπακγκράουντ, η ορχήστρα μοιάζει μαγεμένη από την ομορφιά του τοπίου στο “The Courtyard Of Al Azem”, ενώ στο “Sufi” οι τελετουργικοί μονόλογοι από την τρομπέτα του H.C. Orbs και τη φωνή της Turid Guldin μετατρέπονται σε ένα χαρούμενο γιορταστικό χορό.

http://www.bsd-b.com

Jazz & Tzaz, Δεκέμβριος 2012

Advertisements

Joe Fiedler

joefiedlerbigsackbut

Από αριστερά: Marcus Rojas, Ryan Keberle, Joe Fiedler, Josh Roseman

Joe Fiedler’s Big Sackbut (Yellow Sound Label)

Το World Saxophone Quartet αποδεικνύεται μοντέλο όχι μόνο για σαξοφωνίστες και κουαρτέτα σαξοφώνων. Παρακολουθώντας μια συναυλία του στα τέλη της δεκαετίας του ’80, ο τρομπονίστας Joe Fiedler συνέλαβε την ιδέα να μεταφέρει σε ένα δικό του σχήμα με βάση τον ήχο του τρομπονιού, την ενέργεια και το ισορροπημένο μίγμα δεσίματος, πειθαρχίας και ελευθερίας του φημισμένου κουαρτέτου. Σχεδόν 25 χρόνια από τότε η ιδέα καρποφορεί με το ομώνυμο πρώτο CD του Joe Fiedler’s Big Sackbut, ενός κουαρτέτου που συμπληρώνουν δυο ακόμη τρομπονίστες ο Ryan Keberle και  ο Josh Roseman και ο τουμπίστας Marcus Rojas. Το υλικό που συγκέντρωσε γι αυτό το άλμπουμ ο Fiedler – κάποιες παλιότερες συνθέσεις του, αρκετές νέες και τρεις διασκευές – αντιπροσωπεύει λίγο-πολύ το πεδίο των δραστηριοτήτων του που εδώ και πάνω από 20 χρόνια jfbsαπλώνεται από το λάτιν και την ποπ, μέχρι την big band jazz και τη free jazz. Γι αυτό συνύπαρξη διαδοχικά της ξεσηκωτικής σάλσα “Calle Luna, Calle Sol” του Willie Colon με το μεταλλαγμένο μπλουζ “Blabber And Smoke” του Captain Beefheart, δεν είναι έκπληξη, αφού ο τρομπονίστας έχει μακρά προϋπηρεσία με μεγάλα λάτιν ονόματα (Celia Cruz, Eddie Palmieri) και είναι βασικός συντελεστής των Fast ‘n’ Bulbous, μιας Captain Beefheart tribute μπάντας. Ομοίως και του “Ging Gong” με το “Don Pullen”, γραμμένα από τον Fiedler, το πρώτο για τον δάσκαλό του Randy Purcell που ήταν σέσιον mainstream τρομπονίστας με την ορχήστρα του Maynard Ferguson και την Glenn Miller Orchestra και το δεύτερο για τον σπουδαίο πιανίστα. Σε όλα τα κομμάτια ο Marcus Rojas αναλαμβάνει μόνος του να καλύψει το ρόλο της rhythm section, με μόνη εξαίρεση το “Ging Gong” όπου του δίνεται χρόνος για ένα όμορφο σόλο. Από κομμάτι σε κομμάτι κάθε φορά που ένας από τους  τρομπονίστες βγαίνει μπροστά, οι υπόλοιποι δύο με συγχορδίες φροντίζουν για το αρμονικό υπόβαθρο. Στο μεγαλύτερο μέρος του “Does This Make My Sackbut Look Big?” όμως, ο εκρηκτικός Fiedler το μόνο που χρειάζεται είναι τα περπατητά μπάσα της τούμπας, ενώ γίνεται πιο εγκεφαλικός στην ατμοσφαιρική μπαλάντα “#11”. Πλούσια ενορχηστρωμένο και γεμάτο αλλαγές το μπλουζ “A Call for All Demons” του Sun Ra, κι απ’ την άλλη το “Mixed Bag” με το χαλαρό του γκρουβ είναι ανοιχτό για πιο ελεύθερες αλληλεπιδράσεις. Πέρα από πανδαισία για τους φίλους του τρομπονιού το “Big Sackbut” είναι μια ακόμη εξαιρετική δουλειά ενός σπουδαίου μουσικού.

www.joefiedler.com

Jazz & Tzaz, Δεκέμβριος 2012

 

Duduka Da Fonseca

ddf

Duduka Da Fonseca Quintet: Samba Jazz  Jazz Samba (Anzic Records)

Ο ντράμερ Duduka Da Fonseca γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ipanema και έζησε από κοντά τη γέννηση της μπόσα νοβα και την άνθιση της βραζιλιάνικης μουσικής τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Έγινε επαγγελματίας μουσικός από την εφηβεία του και εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη από το 1975, μιας και όνειρό του ήταν να βρεθεί κοντά στους μεγάλους αμερικανούς τζαζίστες. Όνειρο που έγινε πραγματικότητα αφού έχει παίξει με μουσικούς όπως ο Joe Henderson, ο Kenny Barron, ο Wayne Shorter και ο John Scofield και έχει συμμετάσχει σε περισσότερες από 200 ηχογραφήσεις. Εδώ και πάνω από 20 χρόνια κάνει σπουδαία καριέρα ως το ένα τρίτο του Trio Da Paz. Με το κουιντέτο του που είναι σχετικά πιο πρόσφατο (δημιουργήθηκε πριν από δέκα περίπου χρόνια) συνεχίζει αυτό που έχει μάθει να κάνει σε όλη του τη ζωή: να φέρνει κοντά τη μουσική της duduka da fonseca quintetπατρίδας του με την τζαζ. Αυτό λέει και ο τίτλος του δεύτερου άλμπουμ του, που περιλαμβάνει δυο γνωστά τζαζ κομμάτια (το “The Peacocks” του Jimmy Rowles και το “Blues Connotation” του Ornette Coleman), μια δική του σύνθεση και μερικά όχι ιδιαίτερα γνωστά κομμάτια βραζιλιάνων συνθετών. Ένα σύνολο που αν και είναι γεμάτο με ρυθμικές ποικιλίες και εναλλαγές, τον πρώτο λόγο έχει η μελωδία. Αυτό οφείλεται κατά ένα μεγάλο μέρος στην Anat Cohen και στον πλούσιο και ευαίσθητο ήχο του τενόρου και του κλαρινέτου της, που παίρνουν τη μερίδα του λέοντος στα θέματα και τους αυτοσχεδιασμούς. Τα λεπτά ηχοχρώματα του κλαρινέτου της είναι ιδανικά για την υπέροχη μελωδία του “The Peacocks” και τη μελαγχολική μπαλάντα “Rancho Das Nuvens” του Antonio Carlos Jobim, ενώ το τενόρο της λάμπει στο όμορφο “O Guarana” του Alfredo Cardim και το γρήγορο τέμπο του “Sabor Carioca”, όπου εναλλάσσεται άψογα στα τετράμετρα με τον πιανίστα Helio Alves και τον κιθαρίστα Guilherme Monteiro. Στη δική του αργή σάμπα “Flying over Rio”, όπου o Da Fonseca αιωρείται ανάλαφρα πάνω από τις γειτονιές της πατρίδας του, οι υψηλές κρυστάλλινες νότες στο τελείωμα του σόλο από το πιάνο δένουν υπέροχα με τις βαθιές γραμμές από το κοντραμπάσο του Leonardo Cioglia. Ο ντράμερ φυλάει το μοναδικό του σόλο στο κλείσιμο της λαμπερής σάμπα “Melancia”, του τελευταίου κομματιού του άλμπουμ.

www.dudukadafonseca.com

Jazz & Tzaz, Δεκέμβριος 2012

Natalie Cressman – Andy Clausen – Kevin Coelho

Talents Unfolding

Οι υποχρεώσεις και τα ωράρια του επαγγελματία μουσικού σε συνδυασμό με την εμπειρία, τις γνώσεις και την ωριμότητα που απαιτούνται για να παίξει κανείς τζαζ φαινομενικά δεν είναι στοιχεία ιδιαίτερα συμβατά με τις παιδικές και τις εφηβικές ηλικίες. Παρ’ όλα αυτά δεν είναι λίγοι οι μουσικοί της τζαζ έγιναν από τόσο νωρίς επαγγελματίες. Ο Denardo Coleman, γιος του Ornette Coleman, στα δέκα του ήταν ο ντράμερ στο “The Empty Foxhole” του πατέρα του, ο Buddy Rich εμφανιζόταν με δικό του γκρουπ από τα έντεκα, και δεκατριάχρονος ο Tony Williams έπαιζε με τον Sam Rivers. Από τους νεότερους μουσικούς οι πιανίστες Taylor Eigsti και Eldar (Djangirov) ηχογράφησαν τα πρώτα τους CD στα δεκατέσσερα, ενώ η σαξοφωνίστα Grace Kelly ξεκινώντας από τα δώδεκα, στα είκοσι σήμερα έχει κιόλας ηχογραφήσει επτά δικά της άλμπουμ. Τρία νέα παιδιά που δεν έχουν ακόμη ολοκληρώσει τις σπουδές τους, μας μίλησαν για τις επιλογές και τη γρήγορη διαδρομή που τους έφερε πολύ γρήγορα να κυκλοφορούν δικά τους άλμπουμ επωμιζόμενοι το ρόλο του ηγέτη, του συνθέτη και του σολίστα.

kc

Ο γεννημένος το 1995 καλιφορνέζος Kevin Coelho, άρχισε να κάνει μαθήματα κλασικού πιάνου από τα έξι του. Όταν άκουσε το “Green Onions” από τον Booker T. και τους MG’s. σκέφτηκε αυτόματα «αυτό θέλω να κάνω» και μεταπήδησε στο χάμοντ. Δάσκαλοί του ήταν ο Randy Masters, ο Will Blades και ο Tony Monaco που τον ενθάρρυνε να φτιάξει δικό του γκρουπ. «Ο δάσκαλός μου ο Tony Monaco, με ώθησε να γίνω leader το καλοκαίρι του 2011» λέει o νεαρός. «Το να ηγούμαι ενός γκρουπ είναι ένα μεγάλο βήμα πέρα από το να είμαι απλά ένας οργανίστας και θα πρέπει να ευχαριστήσω τον Tony που με έκανε να το επιχειρήσω». Το επόμενο μεγάλο βήμα δεν άργησε να έλθει και μόλις στα δεκάξι του μπήκε στο στούντιο για να ηχογραφήσει το πρώτο του CD για την εταιρεία Chicken Coup του Monaco. Χρησιμοποίησε -τι άλλο;- ένα κλασικό χάμοντ τρίο, με τον Derek DiCenzo στην κιθάρα και τον Reggie Jackson στα τύμπανα, συνεργάτες κι οι δυο του δασκάλου του. «Αφού προετοιμάστηκα για περίπου έξι μήνες πήρα το γκρουπ και πήγαμε στο Columbus του Ohio, για δύο εβδομάδες. Χρειαστήκαμε 10 ώρες καθημερινά επί τρεις μέρες στο στούντιο για να ολοκληρώσουμε το υλικό του άλμπουμ. Ήταν εξοντωτικό, αλλά είμαι χαρούμενος με το αποτέλεσμα. Δείχνει το επίπεδο της συνεργασίας με τον Derek και τον Reggie, που με έκαναν να παίξω καλύτερα από ποτέ». Στο Funkengruven – The Joy of Diving a B3” ο Coelho και η παρέα του, με οκτώ διασκευές και δύο δικές του συνθέσεις, ενδιαφέρονται πάνω απ’ όλα να διασκεδάσουν – κι οι ακροατές μαζί τους – με το γκρουβ που είναι φτιαγμένο να παράγει αυτό το μικρό σχήμα. Στο “Cantaloupe Island” του Herbie Hancock, το “Dock of the Bay” του Otis Redding και το “Play it Back” του Lonnie Smith, ο νεαρός τελειώνει τις φράσεις του με μακριές βιμπράτο νότες χωρίς να απομακρύνεται πολύ από το θέμα, συνοδευόμενος από τα κοφτά ακόρντα του DiCenzo και το χαρούμενο φάνκι ρυθμό του Jackson. Στο “Mc Jimmy” (γραμμένο από τον ίδιο για τον Jimmy McGriff) και το “Donna Lee”, ο Coelho οδηγεί το τρίο με τις περπατητές μπασογραμμές του, ενώ με το δεξί διατηρεί τη μελωδικότητά του και στις μεγαλύτερες ταχύτητες. Το άλλο δικό του κομμάτι, το “Funkengruven”, είναι μια ενδιαφέρουσα εναλλαγή ανάμεσα στο φανκ -με ελαφριά νύξη ρέγκε- και το σουίνγκ. Από τα υπόλοιπα κομμάτια όμορφη είναι η σπιρίτσουαλ ατμόσφαιρα του “Take A Stand”, που έρχεται σε αντίθεση με την ανεμελιά του “Tangerine”. Η συνέχεια δε φαίνεται να αγχώνει πολύ τον Coelho. «Σύντομα θα κάνω αίτηση στο κολέγιο και ελπίζω να κάνω το όνομά μου γνωστό τουλάχιστον στο Bay Area και γιατί όχι πέρα από αυτό. Προσπαθώ απλά μέρα με τη μέρα να παίζω και να εκμεταλλεύομαι τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται. Να παίζω πολλή μουσική και να κάνω πολύ κόσμο να χαμογελά!».

Natalie-Cressman

Οι οικογενειακές παραστάσεις της Natalie Cressman από το Σαν Φρανσίσκο στάθηκαν καθοριστικές για το δρόμο που θα ακολουθούσε. Πατέρας της είναι ο τρομπονίστας και ηχολήπτης Jeff Cressman, που ήταν μέλος των Hieroglyphics Ensemble του Peter Apfelbaum και έχει ηχογραφήσεις με Don Cherry, Tito Puente, Santana και Charlie Hunter, ενώ η μητέρα της Sandy Cressman είναι τραγουδίστρια με αρκετές και εκείνη ηχογραφήσεις και συνεργασίες. Η  Natalie πολύ απλά επέλεξε και τα δύο: και να τραγουδά και να παίζει τρομπόνι, αν και όπως μας λέει αρχικά άλλος ήταν ο στόχος της. «Από την παιδική μου ηλικία ασχολήθηκα εξίσου με τα μουσική και το χορό, αλλά μόλις έφτασα στο γυμνάσιο επικεντρώθηκα περισσότερο στο να γίνω χορεύτρια μπαλέτου παρά επαγγελματίας μουσικός. Όμως στα δεκαπέντε μου έπαθα ρήξη ενός χόνδρου στο πόδι και αναγκάστηκα να σταματήσω το χορό για τρεις μήνες. Εκείνο το διάστημα ανακάλυψα πόσο δυνατό ήταν το πάθος μου για τη μουσική. Σχημάτισα ένα συγκρότημα με κάποιους συμμαθητές μου και άρχισα να γράφω και να τραγουδώ. Το απολάμβανα τόσο πολύ που αποφάσισα να κάνω καριέρα στη μουσική». Στα δεκαεπτά της έχοντας παίξει με μουσικούς όπως ο Joe Lovano, ο Miguel Zenon και ο Santana, εμφανίστηκε στα μεγάλα φεστιβάλ τζαζ του Monterey και του North Sea και σύντομα έφυγε για τη Νέα Υόρκη για να συνεχίσει τις σπουδές της στο Manhattan School of Music. Εκεί έφτιαξε το γκρουπ Secret Garden. «Λίγο καιρό αφότου εγκαταστάθηκα στη Νέα Υόρκη άρχισε να με απορροφά το να συνθέτω και να ενορχηστρώνω για πολλά πνευστά τα κομμάτια που έγραφα. Αρχικά σχημάτισα το γκρουπ χρησιμοποιώντας το σαν όχημα για τη μουσική μου. Βρήκα μουσικούς που είχαν τα ίδια εκλεκτικά μουσικά γούστα και ήταν ανοικτοί στο συνδυασμό της τζαζ με άλλα ρυθμικά και τραγουδιστικά στιλ. Ξεκινώντας ήθελα απλά να ακούσω και να δώσω μορφή στη μουσική που είχα στο μυαλό μου, αλλά από τη στιγμή που διαμόρφωσα τον ήχο και το στιλ μου, αισθάνθηκα την ανάγκη να μοιραστώ τη μουσική μου με το κοινό». Μόλις μάζεψε αρκετό υλικό για ένα CD και έχοντας εξασφαλισμένη τη βοήθεια του πατέρα της στην κονσόλα, άρχισε να αναζητά τους απαραίτητους πόρους και κατάφερε να τους βρει, μέσω ενός συμμετοχικού διαδικτυακού τρόπου χρηματοδότησης. Έτσι πολύ σύντομα κυκλοφόρησε το Unfolding. Από τα δύο κομμάτια που διασκευάζει, τα γνωστά “Honeysuckle Rose” και “Goodbye Pork Pie Hat” (τραγουδά και στα δύο), το πρώτο είναι αρκετά μεταμορφωμένο αφού γίνεται μια αισθαντική ποπ μπαλάντα, ενώ το δεύτερο είναι φανερά επηρεασμένο από τη φωνητική ερμηνεία της Joni Mitchell. Στις δικές της συνθέσεις καταπιάνεται με διάφορες τεχνοτροπίες, ενώ ενορχηστρωτικά θυμίζει συχνά τον Apfelbaum, που συμμετέχει με ένα όμορφο σόλο στο “That Knd”. Όταν τραγουδά κλίνει περισσότερο προς την ποπ και στο παίξιμό της έχει ένα ευγενικό ευλύγιστο γλίστρημα και μια γλυκόπικρη χροιά. Στα είκοσι ένα της τώρα η Natalie Cressman έχει φουλ πρόγραμμα για τους επόμενους μήνες. «Σχεδιάζω για τη νέα χρονιά μια μικρή περιοδεία στην Αμερική με τους Secret Garden και την άνοιξη ή το καλοκαίρι θα ηχογραφήσω το καινούριο μου CD.  Στο μεταξύ το Μάιο θα αποφοιτήσω από το Manhattan School of Music, θα κάνω περιοδεία με τον Trey Anastasio των Phish και θα συνεχίσω να παίζω στη Νέα Υόρκη με διάφορους καλλιτέχνες».

andy clausen

Ο δεκαεννιάχρονος τρομπονίστας Andy Clausen από το Σιάτλ, μεγάλωσε κι αυτός σε ένα περιβάλλον γεμάτο μουσικά ερεθίσματα, αφού και ο πατέρας του και η μεγαλύτερη αδελφή του είναι μουσικοί. Αν και αρχικά ήθελε να γίνει σεφ, από την εφηβεία του είχε κάνει τις επιλογές του. «Έγραφα δικές μου συνθέσεις από τα δεκατρία μου και ήθελα να βρω έναν τρόπο να τους δώσω μορφή. Έτσι στα δεκατέσσερα έφτιαξα το πρώτο μου συγκρότημα, ένα τζαζ σεξτέτο. Συμμετείχαν μερικοί φίλοι από το σχολείο, όλοι τους εξαιρετικοί μουσικοί. Ήταν για μένα μεγάλη μαθησιακή εμπειρία να δουλεύουμε μαζί συνεχώς με καινούριο υλικό. Την πρωτοχρονιά του 2010 με το Andy Clausen Sextet κυκλοφορήσαμε το Follow« σε ανεξάρτητη παραγωγή». Το δεύτερό του άλμπουμ «The Wishbone Suite”, που ηχογραφήθηκε ένα χρόνο αργότερα, είναι ένα σύνθετο έργο υψηλής συνθετικής ωριμότητας, με πολλά στοιχεία από τη μοντέρνα κλασική μουσική, με το οποίο ο νεαρός δημιουργός προσπάθησε να αναπαραστήσει τα πρωτόγνωρα αισθήματα που προκάλεσε στον παιδικό του κόσμο η έλξη για μια συμμαθήτριά του όταν ήταν επτά χρόνων. Το έργο αναπτύσσεται σε 19 ως επί το πλείστον μικρής διάρκειας μέρη, από ένα ασυνήθιστο κουαρτέτο με τρομπόνι, κλαρινέτο, πιάνο, ακορντεόν και κρουστά. «Στην πρώτη του έκδοση είχε διάρκεια περίπου 20 λεπτών. Τους επόμενους 8 μήνες του έδωσα την τελική του μορφή ξαναενορχηστρώνοντας τα θέματα με πολλαπλούς διαφορετικούς τρόπους. Παίξαμε τη σουίτα μερικές φορές σε διάφορα φεστιβάλ καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς και τελικά τιμήθηκα με μια επιχορήγηση από το King County για να την ηχογραφήσω. Μετά από πρόβες που κράτησαν τους επόμενους δύο μήνες, κάναμε την ηχογράφηση τον Αύγουστο του 2011 στο Σιάτλ και τον Μάρτιο κυκλοφόρησε από την εταιρεία Table & Chairs Music, της οποίας συνιδρυτές είναι κάποια από τα μέλη του γκρουπ». Συνεχίζοντας τις σπουδές του στη Νέα Υόρκη και επιστρέφοντας στο Σιάτλ σε κάθε ευκαιρία ο Andy Clausen προγραμματίζει τις επόμενες δουλειές του με πολλά σχήματα. «Στη Νέα Υόρκη έχω δύο συγκροτήματα και σκοπεύω να κυκλοφορήσω από ένα άλμπουμ με το καθένα τους: τους The Westerlies, που είναι ένα κουαρτέτο πνευστών που συνδυάζει στοιχεία από φολκ, κλασική και τζαζ και τους SHUTTER, ένα αυτοσχεδιαστικό κουαρτέτο με τρομπέτα, τσέλο, κιθάρα και τρομπόνι. Παίζω ακόμη με την DNA Orchrestra του Andrew Dangelo, τους Relatives, τους Kyle Athayde Dance Party, το Clausen/Mulherkar Duo Project και τους Nordoff. Στο Σιάτλ συνεχίζω κανονικά με το The Wishbone Ensemble, την Andy Clausens Split Stream Big Band και διάφορα άλλα σχήματα».

Jazz & Tzaz, Νοέμβριος 2012


Kατηγορίες

Email me:

vagarag at freemail.gr

Αρχείο

Blog Stats

  • 26,228 hits
Ιανουαρίου 2013
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Νοέ.   Φεβ. »
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031