Archive for the 'κριτικές / reviews' Category

Matt Holman

Matt Holman

Matt Holman’s Diversion Ensemble: “When Flooded” (BJU Records)
Ο νεαρός τρομπετίστας Matt Holman έχει συμμετάσχει ως σολίστας σε αρκετές μεγάλες ορχήστρες (ανάμεσά στις οποίες και η περίφημη Secret Society του Darcy James Argue) και η πρώτη του προσωπική δουλειά μοιάζει με μια προσπάθεια να συμπυκνώσει σε ένα μικρό σχήμα την έντεχνη γραφή και τις δυναμικές που χρησιμοποιούνται στα μεγάλα σύνολα. Το Diversion Ensemble, ένα κουιντέτο που με τρομπέτα, κλαρινέτο (Mike McGinnis), κιθάρα (Nate Radley), κρουστά (Ziv Ravitz) και τσέλο αντί μπάσου (Christopher Hoffman), έχει μια δομή που ρέπει προς αυτό που συνήθως λέμε chamber jazz. Τζαζ δηλαδή στην οποία συναντάμε αρκετά στοιχεία της κλασικής μουσικής και όπου συχνά το σουινγκάρισμα και οι αυτοσχεδιασμοί υποχωρούν προκειμένου να αναδειχθούν οι χρωματισμοί και τα matt holman when floodedενορχηστρωμένα μέρη. Αυτό συμβαίνει στα περισσότερα κομμάτια του “When Flooded”, όλα συνθέσεις του Holman, που ξεκινούν με λιτές μελωδικές γραμμές, οι οποίες εξελίσσονται αργά από την τρομπέτα, το κλαρινέτο και το τσέλο, φτάνοντας συχνά σε κορυφώσεις, με τη στήριξη των ατμοσφαιρικών ακόρντων του Radley και της σύνθετης ρυθμικής δουλειάς του Ravitz. Σε αρκετές περιπτώσεις βέβαια η πειθαρχία χαλαρώνει, όπως στα εννιά λεπτά του “Kindred Spirits” όπου η τρομπέτα και στη συνέχεια το κλαρινέτο βρίσκουν αρκετό έδαφος να κινηθούν ελεύθερα, ή στο “When Flooded” όπου ανάμεσα στις δύο ταυτόχρονες εξάρσεις των δύο πνευστών, ο Radley κάνει ένα μακρόσυρτο σόλο, καθώς ο Hoffman παίζοντας πιτσικάτο στρώνει με το τσέλο βαριές μπασογραμμές. Στο πιο δυναμικό κομμάτι του σετ “Chain of Command”, ο ηλεκτρισμένος φανκ ρυθμός ωθεί όλο του γκρουπ σε ομαδικούς αυτοσχεδιασμούς. Ένα έντεχνο και σύνθετο άλμπουμ με ομορφιές που αποκαλύπτονται μετά από κάθε άκουσμα.
Επαφή: http://www.mattholman.com

Living by Lanterns

living-by-lanterns

Living by Lanterns: “New Myth/Old Science” (Cuneiform Records)
Πριν από δύο περίπου χρόνια ο οργανισμός Experimental Sound Studio ανέθεσε στον ντράμερ Mike Reed να φτιάξει μια δουλειά που να βασίζεται στο αχανές ακυκλοφόρητο υλικό του Sun Ra που είχε στο αρχείο του. Υλικό που εκτείνεται από το 1948 ως το 1985 και περιλαμβάνει ούτε λίγο ούτε πολύ 700 ώρες ηχογραφήσεων. Ο Reed μαζί με τον βιμπραφωνίστα Jason Adasiewicz εστίασαν το ενδιαφέρον τους σε μια ηχογραφημένη πρόβα διάρκειας μιας περίπου ώρας, που είχε τον τίτλο NY 1961, στην οποία συμμετείχαν ο ίδιος ο Sun Ra στο ηλεκτρικό πιάνο και δύο από τους πιο αφοσιωμένους του συνεργάτες: ο σαξοφωνίστας John Gilmore και ο μπασίστας Ronnie Boykins.

living by lanternsΟ Adasiewicz δεν θέλησε να μείνει πιστός σε αυτά που άκουσε, αλλά αντλώντας ιδέες και θέματα, έγραψε και ενορχήστρωσε πρωτότυπες συνθέσεις, ο δε Reed προσθέτοντας στο γκρουπ του μερικούς ακόμη μουσικούς, έστησε μια μικρή big band με το όνομα Living by Lanterns. Στα έξι κομμάτια του “New Myth/Old Science” είναι φυσικά αισθητή η επιρροή του Sun Ra, αλλά το γκρουπ εκμεταλλευόμενο όργανα όχι συνηθισμένα στην Arkestra, έχει έναν δικό του χαρακτήρα. Ο λόγος κυρίως για την κιθάρα της Mary Halvorson και το τσέλο της Tomeka Reid. Η πρώτη στο “Think Tank” μετά τη στομφώδη εισαγωγή, κομμένη και ραμμένη στο στιλ του Sun Ra, σκορπίζει παραμορφωμένα ριφ και θορυβώδη ακόρντα και η δεύτερη με εκφραστικές δοξαριές δίνει έναν ιμπρεσιονιστικό τόνο στο «Shadow Boxer’s Delight”. Στο «Grow Lights” η Reid παίζει λεπτές πιτσικάτο γραμμές και κρατά μαζί με την κιθάρα τη βάση, αλλάζοντας ρόλους με το σκοτεινό κοντραμπάσο του Joshua Abrams που μένει στην περισσότερη διάρκεια του κομματιού στην κορυφή με ένα παρατεταμένο σόλο. Η κορνέτα του Taylor Ho Bynoum και τα σαξόφωνα του Greg Ward και της Ingrid Laubrock έχοντας ατμοσφαιρικό υπόβαθρο τις μεταλλικές αντηχήσεις του βιμπράφωνου, ξεκινούν συνήθως με πολύπλοκες μποπ φράσεις και αφήνονται σιγά σιγά στο ελεύθερο φύσημα. Ο τρόπος με τον οποίο δίνουν ζωή σε ιδέες που παρέμεναν επί δεκαετίες σε κάποια ράφια, δείχνει ότι οι Living by Lanterns έχουν κάθε λόγο να ξαναξεσκονίσουν τα αρχεία του Experimental Sound Studio.
Επαφή: http://jasonadasiewicz.com/living-by-lanterns

Jazz&Tzaz, Ιούνιος 2013

Barry Altschul

barry altschulBarry Altschul: “The 3Dom Factor” (TUM Records)
Δύο από τις πρόσφατες δισκογραφικές εμφανίσεις του βετεράνου ντράμερ Barry Altschul ήταν με το FAB Trio (οι δυο άλλοι συντελεστές του ήταν ο αείμνηστος Billy Bang και ο μπασίστας Joe Fonda) και με το τρίο του σαξοφωνίστα Jon Irabagon. Με τρίο και πάλι, παίρνοντας τον Fonda από το πρώτο σχήμα και τον Irabagon από το δεύτερο, μπήκε στο στούντιο αυτή τη φορά ως leader, κάτι που είχε να κάνει από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, γιορτάζοντας κατά κάποιο τρόπο με αυτή την ηχογράφηση τα εβδομηκοστά του γενέθλια.

Η λογική και η λειτουργία αυτού του σχήματος είναι κοινή με τα δύο προηγούμενα: χαλαρό αρμονικό πλαίσιο, άπλετος χώρος για the3domfactorαυτοσχεδιασμούς, διαρκής ένταση και απελευθέρωση. Ηχητικά το “The 3Dom Factor” είναι πιο κοντά στο “Foxy” του Irabagon, αφού το γκρουπ έχει το ίδιο ακριβώς στήσιμο. Αν όμως τα 80 λεπτά του “Foxy” κυλούσαν χωρίς την παραμικρή διακοπή, ώστε τα 12 κομμάτια του να μοιάζουν με ένα αδυσώπητο ξέσπασμα του σαξοφωνίστα, εδώ υπάρχει σαφής θεματικός διαχωρισμός στις συνθέσεις και συνεχής εναλλαγή των τριών οργάνων στο σολάρισμα. Στιγμές με δυνατό σφυροκόπημα από τα τρία όργανα, μπαλάντες που συνδυάζουν την ένταση με το λυρικό παίξιμο, ένα μελωδικό φάνκ αφιερωμένο στους κλασικούς ντράμερ που επηρέασαν τον Altschul στην αρχή της καριέρας του και ένας μονόλογος από τα τύμπανα για φινάλε, φτιάχνουν ένα σύνολο από συνθέσεις νέες, αλλά και παλιότερες που φτάνουν μέχρι το υλικό της πρώτης προσωπικής ηχογράφησης του ντράμερ. Μοναδική εξαίρεση τα δυόμισι λεπτά του “Ictus” της Carla Bley, όπου ο Irabagon αυτοσχεδιάζει κάθετα με μεγάλη ταχύτητα πάνω σε μια σε στυλ bebop διαδοχή ακόρντων. Ο Irabagon που μας έχει συνηθίσει σε απίστευτα πράγματα είτε μόνος είτε με τους Mostly Other People Do The Killing, δείχνει ότι το οπλοστάσιό του είναι ανεξάντλητο, ο Fonda οδηγεί το γκρουπ με τεράστια δύναμη και σιγουριά, έχοντας προτίμηση στα πολύ γρήγορα σχήματα και τις χαμηλές νότες και ο Altschul είναι απλά ένας μάστερ. Τρεις γενιές σε ένα υπέροχο ταίριασμα.

Επαφή: www.tumrecords.com

Jazz & Tzaz, Μάιος 2013

Francisco Pais

franciscopais

Francisco Pais: “Raise your vibration” (Product of Imagination Records)
Ο πορτογάλος Francisco Pais είναι ένας κιθαρίστας που μετά τις σπουδές του στο Berklee παρέμεινε στην Αμερική για να συνεχίσει εκεί την καριέρα του. Παρόλο λοιπόν που και προικισμένος σολίστας είναι και έχει σημαντική τζαζ δράση για πάνω από δέκα χρόνια ως sideman και ως ηγέτης (μιλούν με τα καλύτερα λόγια γι αυτόν μουσικοί όπως η Esperanza Spaulding και ο Lionel Loueke), στο καινούριο του CD τού βγαίνει περισσότερο ο ρόλος του singer-songwriter. Οι πηγές που έδωσαν τροφή στη θεματολογία και το ύφος των paisεννιά τραγουδιών του “Raise your vibration” είναι κυρίως οι έντονες συναισθηματικές καταστάσεις που έζησε τον τελευταίο καιρό (ο θάνατος της μητέρας του και η γέννηση της κόρης του) και η καθημερινή του ενασχόληση με τη γιόγκα. Η θλίψη για την ανεπανόρθωτη απώλεια, η χαρά και η ελπίδα από την έλευση της νέας ύπαρξης και η εξάσκηση στην αναζήτηση αρμονίας και ισορροπίας, εξωτερικεύονται σε όμορφες, λυρικές μπαλάντες με προσεγμένες ενορχηστρώσεις. Τις αφηγήσεις της απαλής, αισθαντικής φωνής του, που συχνά θυμίζει Sting και Peter Gabriel, συμπληρώνουν δυνατοί αυτοσχεδιασμοί κυρίως από το άλτο σαξόφωνο και το μπάσο κλαρινέτο του Myron Walden και τα πλήκτρα του Leo Genovese. Έτσι γίνεται στο “Lightness of being”, όπου μετά τους υπαρξιακούς ρεμβασμούς του ο Pais καλεί τον Genovese να κλείσει το τραγούδι με ένα σόλο που το ανεβάζει στα ύψη και με ανάλογο τρόπο εξελίσσεται το “Magnifying” που αφήνεται επίσης να ολοκληρωθεί από τα φέντερ ρόουντς του Genovese. Στο ρυθμικό “Broken Open”, Genovese, Pais και Walden μοιράζονται το σολάρισμα και οι δύο τελευταίοι κλείνουν με έναν εκτεταμένο διάλογο άλτο και κιθάρας που κόβει την ανάσα, ενώ σε όλη τη διάρκεια του “Space For Your Soul” ο Walden συνομιλεί με τη φωνή φτάνοντας συνεχώς στα ψηλά ρετζίστρα του άλτο του. Για το αρχικά χαμηλόφωνο “Humble Over The Fact” που στη συνέχεια γίνεται το πιο γκρούβι κομμάτι του CD και τη ροκ μπαλάντα “The Dream”, ο κιθαρίστας κρατά μόνος του το ρόλο του σολίστα ενεργοποιώντας τον πιο ηλεκτρικό και ροκ εαυτό του. Το μοναδικό τραγούδι στο οποίο τα όργανα μένουν στο περιθώριο είναι το υμνητικό “Chakra Song”, όπου η μουσική λειτουργεί σαν χαλί στους γιόγκα διαλογισμούς του Pais.
επαφή: http://www.franciscopais.com

Todd Marcus

toddmarcus

Todd Marcus: “Inheritance” (Hipnotic records)

Είναι πολύ συνηθισμένο οι σαξοφωνίστες και οι κλαρινετίστες να παίζουν και μπάσο κλαρινέτο (με πρώτο και καλύτερο τον Eric Dolphy φυσικά, και άλλους εξαιρετικούς αυτοσχεδιαστές όπως ο David Murray, ο Gebhard Ullmann, ο Don Byron και ο James Carter, για να θυμηθούμε μερικούς), αλλά δε συναντάμε συχνά μουσικούς που να το έχουν ως αποκλειστικό ή ως το βασικό τους μέσο έκφρασης. Ο Todd Marcus από τη Βαλτιμόρη, που επέλεξε αυτό το όργανο ακούγοντας -ποιον άλλον- τον Eric Dolphy, λέει ότι θέλει να το οδηγήσει σε νέο έδαφος, μιας και ο συνήθης του ρόλος είναι να προσθέτει χρώμα σε μια ορχήστρα ή να είναι ένα πνευστό για ελεύθερο αυτοσχεδιασμό στην αβάν γκαρντ.

inheritanceTο “Inheritance”, που είναι το δεύτερο άλμπουμ του (το πρώτο είχε κυκλοφορήσει πριν από 6 χρόνια), όπως λέει κι ο τίτλος που επέλεξε, είναι αφιερωμένο στην κληρονομιά του: την παράδοση της τζαζ που αγάπησε στη χώρα που γεννήθηκε και μεγάλωσε, και την αιγυπτιακή καταγωγή του. Ισοκατανέμει λοιπόν το υλικό του σε δύο κατευθύνσεις, δείχνοντας τα πληθωρικά συνθετικά και εκτελεστικά του προσόντα. Με τρία δικά του κομμάτια και τις διασκευές στο “Bye Bye Blackbird” και στο “Epistrophy” ακολουθεί ξεκάθαρα τις σταθερές του post bop, ενώ παράλληλα με πέντε ακόμη δικές του συνθέσεις επιχειρεί να συναντήσει και τις ανατολίτικες ρίζες του και συμβολικά φωτογραφίζεται στο εξώφυλλο του CD μπροστά από αιγυπτιακές παραστάσεις στο μουσείο Penn της Philadelphia. Τα δύο rhythm section που χρησιμοποιεί, με πιανίστα τον Xavier Davis και ντράμερ τον Eric Kennedy το πρώτο και αντίστοιχα τον George Colligan και τον Warren Wolf το δεύτερο, έχουν κοινό παρονομαστή τον μπασίστα Eric Wheeler, ενώ σε τρία κομμάτια συμμετέχει και ο Don Byron. Στο “Inheritance”, που είναι μια παραλλαγή του “Mr. Day” του Coltrane, στο “Epistrophy” και στο γρήγορο μπλουζ “The Adventures Of Kang And Kodos” ο Marcus σουινγκάρει με φοβερή ενέργεια με μακριές ακολουθίες από όγδοα. Στο μεγαλύτερο μέρος της λυρικής σουίτας “Harod”, το ενδιαφέρον εστιάζεται στις ερωταπαντήσεις ανάμεσα στον Marcus και τον Byron. Τέλος στο “Blues For Tahrir” το μπάσο κλαρινέτο και το πιάνο του Colligan με όμορφο σολάρισμα μάς ξεναγούν στη φημισμένη πλατεία του Καΐρου πάνω σε ένα υπνωτιστικό τέμπο και αντίθετα σε πολύ μεγάλες ταχύτητες στο “Wahsouli” ο Marcus συνδυάζει το δυνατό σουίνγκ με το ανατολίτικο φίλινγκ.

επαφή: www.toddmarcusjazz.com

Paul Winter

winter photo

Τζαζ στο Λευκό Οίκο

Το καθιερωμένο «In Performance at the White House» που ξεκίνησε το 1978, όταν ο κλασικός πιανίστας Vladimir Horowitz προσκεκλημένος του προέδρου Jimmy Carter έπαιξε στο East Room του Λευκού Οίκου, φιλοξενεί τακτικά στο προεδρικό μέγαρο όλα τα είδη της αμερικάνικης μουσικής. Ο Al Jolson και η Ray Miller Jazz Band είχαν εμφανιστεί σε ένα από τα προαύλια του κτιρίου ήδη από το 1924, αλλά η πρώτη τζαζ συναυλία στην αίθουσα αυτή έγινε από το σεξτέτο του Paul Winter το Νοέμβριο του 1962 επί προεδρίας του J.F. Kennedy. Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 50 χρόνων από τότε, η ηχογραφημένη αυτή συναυλία βλέπει για πρώτη φορά το φως της κυκλοφορίας στο διπλό CD “Count Me In”, μαζί με άλλο ακυκλοφόρητο υλικό και μια επιλογή από την τρίχρονη πορεία του Paul Winter Sextet.

Ο άλτο σαξοφωνίστας Paul Winter και ο φίλος του τρομπετίστας Dick Whitsell σχημάτισαν στο Σικάγο ένα γκρουπ με σκοπό να παίζουν χορευτικό ρεπερτόριο από την εποχή των big band και στα πρώτα τους βήματα εμφανίστηκε μαζί τους και η μετέπειτα σταρ του Χόλιγουντ Ann Margret. Σύντομα ονομάστηκαν Paul Winter Sextet και σιγά σιγά άρχισαν να περνούν σε πιο πρωτότυπο υλικό. Το 1961 κέρδισαν το πρώτο βραβείο (ανάμεσα σε περισσότερες από 100 συμμετοχές) στο διακολεγιακό φεστιβάλ τζαζ του Georgetown, η κριτική επιτροπή του οποίου περιλάμβανε τον Dizzy Gillespie και τον παραγωγό John Hammond. Το έπαθλο ήταν μια βδομάδα εμφανίσεων στο Birdland και ένα συμβόλαιο στην Columbia. Με όπλο τη σπουδαία διάκριση και συστατικές επιστολές από τις δύο μεγάλες προσωπικότητες έκαναν αίτηση στο State Department να χρηματοδοτήσει μια περιοδεία τους. Σύντομα έλαβαν τα καλά νέα: ότι εγκρίθηκε η χρηματοδότηση μιας εξάμηνης τουρνέ στη Λατινική Αμερική και ότι ο Hammond τους καλούσε να ηχογραφήσουν το πρώτο τους άλμπουμ.

Το Δεκέμβριο μπήκαν στο στούντιο για την ηχογράφηση του “The Paul Winter Sextet” κι αμέσως μετά ετοιμάστηκαν για την αναχώρησή τους. Στην περιοδεία που κράτησε από το Φεβρουάριο ως τον Ιούλιο του 1962 εμφανίστηκαν σε 23 χώρες κάνοντας συνολικά 160 συναυλίες. Το κοινό, που συνήθως αποτελούνταν από νέους, τους υποδεχόταν με ενθουσιασμό. Σε ένα ανοιχτό θέατρο της πόλης Κάλι στην Κολομβία κατάφεραν μάλιστα να συγκεντρώσουν 15.000 άτομα. Όμως δεν έλειψαν η καχυποψία, κάποιες φορές και τα επεισόδια, καθώς μια μερίδα του κόσμου τους αντιμετώπιζε σαν ένα ακόμη κομμάτι της αμερικάνικης καπιταλιστικής προπαγάνδας. Κάτι που πάντως δεν επισκίασε τελικά τη συνολική μεγάλη επιτυχία της περιοδείας. Η επαφή με τη λατινοαμερικάνικη μουσική, που είχε αρχίσει να γίνεται γνωστή και δημοφιλής σε όλο τον κόσμο, επέδρασε στον ήχο τους και έμελλε να καθορίσει τη μετέπειτα πορεία του Winter.

Επιστρέφοντας στη Νέα Υόρκη ανακάλυψαν ότι ο απόηχος αυτής της επιτυχίας μόλις που είχε φτάσει στην πατρίδα και ότι οι ευκαιρίες για δουλειά ήταν περιορισμένες. Έτσι η επιστολή που έλαβαν από τη σύζυγο του προέδρου, την Jackie Kennedy, τους αιφνιδίασε. Ούτε λίγο ούτε πολύ τους καλούσε να παίξουν στο Λευκό Οίκο στο πλαίσιο μιας σειράς συναυλιών με τον τίτλο “Concerts for Young People by Young People”. Στις 19 Νοεμβρίου η πρώτη κυρία της χώρας και ένα πολύ νεανικό κοινό από διάφορες χώρες που προερχόταν από τις πρεσβείες της Washington, κατέκλυσε το East Room, από το οποίο όμως απουσίαζε ο πρόεδρος που εκείνες τις μέρες ήταν απασχολημένος με τα της εισβολής της Κίνας στην Ινδία. Μετά το τέλος της συναυλίας η Jackie ενθουσιασμένη τους είπε ότι η μουσική που έπαιξαν ήταν κάτι πρωτόγνωρο για αυτό το χώρο. Η τεράστια προβολή της εκδήλωσης από τα μέσα ενημέρωσης έφερε βροχή τις προτάσεις για εμφανίσεις, αλλά ήδη τρία από τα μέλη είχαν κλείσει άλλες δουλειές και είχαν δηλώσει την αποχώρησή τους από το σεξτέτο. Εκτός του Winter και του Whitsell μόνο ο πιανίστας Warren Bernhardt παρέμεινε στη σύνθεση του γκρουπ, που συνέχισε την πορεία του για ένα περίπου χρόνο ακόμη. Αν λοιπόν η κορύφωση της δημοσιότητας για αυτό το σχήμα ήταν η εμφάνιση στο προεδρικό μέγαρο, το τέλος του ήλθε την εποχή της δολοφονίας του JFK.

coverΤο πρώτο CD του “Count Me In” αντιπροσωπεύει την αρχική περίοδο του γκρουπ, στην original σύνθεσή του με τον Winter, τον Whitsell και τον βαρύτονο σαξοφωνίστα Les Rout στην τριάδα των πνευστών και τον Bernhardt, τον μπασίστα Richard Evans και τον ντράμερ Harold Jones στο rhythm section. Στο δεύτερο, το βαρύτονο το έχει αναλάβει ο Jay Cameron, μπάσο και ντραμς παίζουν ο Chuck Israels και ο Ben Riley και στη συνέχεια ο Cecil McBee και ο Freddie Waits, ενώ σε ένα μόνο κομμάτι συμμετέχουν ο φλαουτίστας Jeremy Steig και ο κιθαρίστας Gene Bertoncini. Το ρεπερτόριό τους είναι μοιρασμένο ανάμεσα σε δικά τους κομμάτια (γραμμένα κατά κανόνα είτε από τον Evans είτε από τον Bernhardt), συνθέσεις γνωστών τζαζ μουσικών (όπως ο Jimmy Heath, ο John Lewis και ο Milt Jackson) και  λατινοαμερικάνων (βραζιλιάνων κυρίως) συνθετών σαν τον Antonio Carlos Jobim, τον Carlos Lyra και τον Dorival Caymmi. Η καταλυτική επίδραση που είχε πάνω τους η εξάμηνη περιήγηση στη λατινική Αμερική φαίνεται όχι μόνο από τις διασκευές, αλλά και από τα δικά τους κομμάτια, που βασίζονται μεν στο bop και hard bop, αλλά πολύ συχνά υιοθετούν τους ρυθμούς και τα ηχοχρώματα που γνώρισαν εκεί. Στα τραγούδια του Lyra (“Voce E Eu”, “Maria Ninguem”, “Quem Quizer”) του Jobim (“Insensatez”, “Chega De Saudade”) και του Caymmi (“Saudade de Bahia”) κινούνται με τη ρυθμική ελαφρότητα της μπόσα νόβα μέσα σε μια μελαγχολική, ρομαντική ατμόσφαιρα, ενώ η επιβλητική “Toccata” του Lalo Schifrin με την πομπώδη της ενορχήστρωση περιλαμβάνει ένα ηχηρό και πολύ δυναμικό σόλο ντραμς από τον Harold Jones. Το πανέμορφο “A Bun Dance” φέρνει στο μυαλό τον  Clifford Brown και τους Jazz Messengers του Art Blakey και πολύ συχνά (“Routeousness”, “Them Nasty Hurtin’ Blues”, “The Thumper”, “Count Me In”) το σεξτέτο πλέει απολαυστικά σε straight jazz ύδατα δείχνοντας μια βαθιά αίσθηση του μπλουζ. To “Bells and Horns” με το οποίο ξεκίνησαν την εμφάνισή τους στο Λευκό Οίκο και αρκετά ακόμη κομμάτια όπως το “Papa Zimbi” ή το “Pony Express” έχουν δουλευτεί με τη λογική της μεγάλης ορχήστρας με πλούσιες γραμμές για τα πνευστά που δίνουν όγκο και μεγαλοπρέπεια στον ήχο, καθώς ο Winter έβλεπε το σεξτέτο του σαν μια little big band. Το εξαιρετικά δεμένο μικρομέγαλο σχήμα είχε κορυφή ένα άλτο με την εκφραστικότητα και την ταχύτητα του Cannonball Adderley και άψογο rhythm section με επικεφαλής ένα χαρισματικό πιανίστα. Η μπαλάντα “Lass for the Low Countrie”, με το υπέροχο φλάουτο του Steig σε πρωταγωνιστικό ρόλο, προαναγγέλλει το δρόμο που θα έπαιρνε στο εξής ο σαξοφωνίστας και το θλιμμένο “We Shall Overcome” με όμορφη ενορχήστρωση από τον Cecil McBee, που ήταν και η τελευταία ηχογράφηση του σεξτέτου, σηματοδοτεί όχι μόνο το φινάλε του γκρουπ, αλλά και το τέλος μιας εποχής για την Αμερική, καθώς ηχογραφήθηκε λίγες μόνο μέρες μετά τη δολοφονία του Kennedy. Δεν είναι εύκολη η πρόβλεψη για το πώς θα εξελισσόταν αυτό το σχήμα αν συνέχιζε, αλλά με τα συγκεκριμένα δείγματα γραφής είναι σίγουρο ότι είχε τις καλύτερες προοπτικές και είναι κρίμα που η διαδρομή του ήταν τόσο σύντομη.

Λίγο μετά τη διάλυση του γκρουπ ο Winter ξαναταξίδεψε στη Βραζιλία όπου έμεινε για ένα περίπου χρόνο και εμβάθυνε τη σχέση του με τη βραζιλιάνικη μουσική. Το 1967 έφτιαξε το Paul Winter Consort που αντιπροσώπευε τη νέα του κατεύθυνση και το οποίο εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι σήμερα. Τρία από pwτα πρώιμα μέλη του Consort ήταν οι μετέπειτα Oregon Paul McCandless, Collin Walcott και Ralph Towner. Έχοντας ως βασικό εκφραστικό μέσο πλέον το σοπράνο και χρησιμοποιώντας όργανα όπως το τσέλο, το όμποε, το σιτάρ και διάφορα κρουστά, άρχισε να περνάει στη μουσική του ακούσματα από όλο τον κόσμο, αλλά και τις οικολογικές του ανησυχίες. Η φαντασία του τροφοδοτείται εξίσου από τις μουσικές του κόσμου, όσο και από τους ήχους της φύσης, όπως τα κύματα της θάλασσας, το τραγούδι της φάλαινας και το ουρλιαχτό του λύκου και αναδεικνύει τη σχέση της μουσικής με την πνευματική και περιβαλλοντική υγεία. Εμφανίζεται συχνά σε χώρους όπως το Grand Canyon και ο Καθεδρικός του Αγίου Ιωάννη στη Νέα Υόρκη, όπου όπως λέει «οι άνθρωποι έχουν μια πλατιά αίσθηση της κοινότητας στη ζωή κι αυτό είναι ένα από τα καλύτερα πράγματα που μπορούμε να κάνουμε με τη μουσική μας».

επαφή: www.paulwinter.com

Jazz & Tzaz, Ιανουάριος 2013

Blood, Sweat, Drum ’n’ Bass Big Band

blood-sweat-drumnbass

Blood, Sweat, Drum + Bass: “On the Road to Damascus” (BSM)

Η δανέζικη Blood, Sweat, Drum ’n’ Bass Big Band συνδυάζει θεωρητικά ετερόκλητα στοιχεία με έναν πληθωρικό τρόπο. Πληθωρικό όχι μόνο λόγω μεγέθους (αριθμεί γύρω στα είκοσι πέντε μέλη), αλλά και χάρη στη φαντασία και τη συνθετική και ενορχηστρωτική δεινότητα του ηγέτη της Jens Chr. ”Chappe” Jensen, που κάνουν το metal, το drum & bass, το avant guard και την big band jazz να απέχουν ελάχιστα μεταξύ τους και τη νεανική αυτή ομάδα να ξεπερνά τα όρια της πατρίδας της και να αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πολυμελή σύνολα σήμερα. Στην καινούρια τους δουλειά ο έμπειρος leader και η παρέα του συνεχίζουν την εξαιρετική τους πορεία επιχειρώντας και το γεφύρωμα της απόστασης μέχρι την ανατολή. Αφορμή ένα ταξίδι του Jensen στη Δαμασκό και την Ισταμπούλ την άνοιξη του 2010, που τον ενέπνευσε να συνθέσει τα έξι μέρη του “On the Road to Damascus”. bsdb coverΤην προσπάθεια του πολυμελούς συνόλου, που σε αυτό το άλμπουμ συγκεντρώνει 2 τραγουδίστριες, 14 πνευστά, ηλεκτρονικά, πλήκτρα, κιθάρα, δύο κοντραμπάσα και 4 ντράμερ και περκασιονίστες, ενισχύουν δύο άραβες βιρτουόζοι: ο Essam Rafea από το Κουβέιτ στο ούτι και ο σύριος Moslem Rahal στο νέι. Στο δεκατριάλεπτο “I Return To Damascus”, που ανοίγει το CD, μετά από μια σύντομη μεγαλοπρεπή εισαγωγή από την ορχήστρα, ούτι και νέι οδηγούν για αρκετή ώρα ολομόναχα την αργή πορεία του καραβανιού προς τα βάθη της Ασίας. Η ορχήστρα ξαναεμφανίζεται συνοδεύοντας τη φωνή της Gunhild Overegseth και επιταχύνει προσωρινά με ένα φάνκι ρυθμό, για να φτάσει στον τελικό προορισμό με τον επικό τρόπο της αφετηρίας. Σε μια δεύτερη εκδοχή του κομματιού στο κλείσιμο του άλμπουμ, ούτι και νέι πορεύονται και πάλι ασυνόδευτα και μόνο στο τέλος ορχήστρα και φωνή δηλώνουν το βασικό θέμα. Στο “Oud Indigo” (λογοπαίγνιο με το “Mood Indigo” του Ellington), που είναι μια μίξη ηλεκτρονικών και παραδοσιακής big band jazz, η ορχήστρα συνομιλεί διαδοχικά με τα δύο ανατολίτικα όργανα που δίνουν ρεσιτάλ δεξιοτεχνίας. Αντίστοιχα στο “Bluesy Gnaoui”, το σόλο του Ole Visby στο σοπράνο σαξόφωνο λειτουργεί σαν γέφυρα ανάμεσα στο νέι και στη φυσαρμόνικα του ηγέτη της ορχήστρας και ανάμεσα στο παραδοσιακό μαροκινό Gnaoui και τα μπλουζ. Στο πιο δυναμικό κομμάτι του CD “Damascus Crosstown Traffic”, ο Hendrix και η μπαγκέτα του Gil Evans ντύνονται με ανατολίτικα ηχοχρώματα και ο Kasper Falkenberg εξαπολύει ένα καυτό σόλο στην κιθάρα. Τέλος με οδηγό το νέι και το ηλεκτρονικό μπακγκράουντ, η ορχήστρα μοιάζει μαγεμένη από την ομορφιά του τοπίου στο “The Courtyard Of Al Azem”, ενώ στο “Sufi” οι τελετουργικοί μονόλογοι από την τρομπέτα του H.C. Orbs και τη φωνή της Turid Guldin μετατρέπονται σε ένα χαρούμενο γιορταστικό χορό.

http://www.bsd-b.com

Jazz & Tzaz, Δεκέμβριος 2012


Kατηγορίες

Email me:

vagarag at freemail.gr

Αρχείο

Blog Stats

  • 26,139 hits
Ιουλίου 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ.    
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31