Archive for the 'κριτικές / reviews' Category

Matt Holman

Matt Holman

Matt Holman’s Diversion Ensemble: “When Flooded” (BJU Records)
Ο νεαρός τρομπετίστας Matt Holman έχει συμμετάσχει ως σολίστας σε αρκετές μεγάλες ορχήστρες (ανάμεσά στις οποίες και η περίφημη Secret Society του Darcy James Argue) και η πρώτη του προσωπική δουλειά μοιάζει με μια προσπάθεια να συμπυκνώσει σε ένα μικρό σχήμα την έντεχνη γραφή και τις δυναμικές που χρησιμοποιούνται στα μεγάλα σύνολα. Το Diversion Ensemble, ένα κουιντέτο που με τρομπέτα, κλαρινέτο (Mike McGinnis), κιθάρα (Nate Radley), κρουστά (Ziv Ravitz) και τσέλο αντί μπάσου (Christopher Hoffman), έχει μια δομή που ρέπει προς αυτό που συνήθως λέμε chamber jazz. Τζαζ δηλαδή στην οποία συναντάμε αρκετά στοιχεία της κλασικής μουσικής και όπου συχνά το σουινγκάρισμα και οι αυτοσχεδιασμοί υποχωρούν προκειμένου να αναδειχθούν οι χρωματισμοί και τα matt holman when floodedενορχηστρωμένα μέρη. Αυτό συμβαίνει στα περισσότερα κομμάτια του “When Flooded”, όλα συνθέσεις του Holman, που ξεκινούν με λιτές μελωδικές γραμμές, οι οποίες εξελίσσονται αργά από την τρομπέτα, το κλαρινέτο και το τσέλο, φτάνοντας συχνά σε κορυφώσεις, με τη στήριξη των ατμοσφαιρικών ακόρντων του Radley και της σύνθετης ρυθμικής δουλειάς του Ravitz. Σε αρκετές περιπτώσεις βέβαια η πειθαρχία χαλαρώνει, όπως στα εννιά λεπτά του “Kindred Spirits” όπου η τρομπέτα και στη συνέχεια το κλαρινέτο βρίσκουν αρκετό έδαφος να κινηθούν ελεύθερα, ή στο “When Flooded” όπου ανάμεσα στις δύο ταυτόχρονες εξάρσεις των δύο πνευστών, ο Radley κάνει ένα μακρόσυρτο σόλο, καθώς ο Hoffman παίζοντας πιτσικάτο στρώνει με το τσέλο βαριές μπασογραμμές. Στο πιο δυναμικό κομμάτι του σετ “Chain of Command”, ο ηλεκτρισμένος φανκ ρυθμός ωθεί όλο του γκρουπ σε ομαδικούς αυτοσχεδιασμούς. Ένα έντεχνο και σύνθετο άλμπουμ με ομορφιές που αποκαλύπτονται μετά από κάθε άκουσμα.
Επαφή: http://www.mattholman.com

Living by Lanterns

living-by-lanterns

Living by Lanterns: “New Myth/Old Science” (Cuneiform Records)
Πριν από δύο περίπου χρόνια ο οργανισμός Experimental Sound Studio ανέθεσε στον ντράμερ Mike Reed να φτιάξει μια δουλειά που να βασίζεται στο αχανές ακυκλοφόρητο υλικό του Sun Ra που είχε στο αρχείο του. Υλικό που εκτείνεται από το 1948 ως το 1985 και περιλαμβάνει ούτε λίγο ούτε πολύ 700 ώρες ηχογραφήσεων. Ο Reed μαζί με τον βιμπραφωνίστα Jason Adasiewicz εστίασαν το ενδιαφέρον τους σε μια ηχογραφημένη πρόβα διάρκειας μιας περίπου ώρας, που είχε τον τίτλο NY 1961, στην οποία συμμετείχαν ο ίδιος ο Sun Ra στο ηλεκτρικό πιάνο και δύο από τους πιο αφοσιωμένους του συνεργάτες: ο σαξοφωνίστας John Gilmore και ο μπασίστας Ronnie Boykins.

living by lanternsΟ Adasiewicz δεν θέλησε να μείνει πιστός σε αυτά που άκουσε, αλλά αντλώντας ιδέες και θέματα, έγραψε και ενορχήστρωσε πρωτότυπες συνθέσεις, ο δε Reed προσθέτοντας στο γκρουπ του μερικούς ακόμη μουσικούς, έστησε μια μικρή big band με το όνομα Living by Lanterns. Στα έξι κομμάτια του “New Myth/Old Science” είναι φυσικά αισθητή η επιρροή του Sun Ra, αλλά το γκρουπ εκμεταλλευόμενο όργανα όχι συνηθισμένα στην Arkestra, έχει έναν δικό του χαρακτήρα. Ο λόγος κυρίως για την κιθάρα της Mary Halvorson και το τσέλο της Tomeka Reid. Η πρώτη στο “Think Tank” μετά τη στομφώδη εισαγωγή, κομμένη και ραμμένη στο στιλ του Sun Ra, σκορπίζει παραμορφωμένα ριφ και θορυβώδη ακόρντα και η δεύτερη με εκφραστικές δοξαριές δίνει έναν ιμπρεσιονιστικό τόνο στο «Shadow Boxer’s Delight”. Στο «Grow Lights” η Reid παίζει λεπτές πιτσικάτο γραμμές και κρατά μαζί με την κιθάρα τη βάση, αλλάζοντας ρόλους με το σκοτεινό κοντραμπάσο του Joshua Abrams που μένει στην περισσότερη διάρκεια του κομματιού στην κορυφή με ένα παρατεταμένο σόλο. Η κορνέτα του Taylor Ho Bynoum και τα σαξόφωνα του Greg Ward και της Ingrid Laubrock έχοντας ατμοσφαιρικό υπόβαθρο τις μεταλλικές αντηχήσεις του βιμπράφωνου, ξεκινούν συνήθως με πολύπλοκες μποπ φράσεις και αφήνονται σιγά σιγά στο ελεύθερο φύσημα. Ο τρόπος με τον οποίο δίνουν ζωή σε ιδέες που παρέμεναν επί δεκαετίες σε κάποια ράφια, δείχνει ότι οι Living by Lanterns έχουν κάθε λόγο να ξαναξεσκονίσουν τα αρχεία του Experimental Sound Studio.
Επαφή: http://jasonadasiewicz.com/living-by-lanterns

Jazz&Tzaz, Ιούνιος 2013

Barry Altschul

barry altschulBarry Altschul: “The 3Dom Factor” (TUM Records)
Δύο από τις πρόσφατες δισκογραφικές εμφανίσεις του βετεράνου ντράμερ Barry Altschul ήταν με το FAB Trio (οι δυο άλλοι συντελεστές του ήταν ο αείμνηστος Billy Bang και ο μπασίστας Joe Fonda) και με το τρίο του σαξοφωνίστα Jon Irabagon. Με τρίο και πάλι, παίρνοντας τον Fonda από το πρώτο σχήμα και τον Irabagon από το δεύτερο, μπήκε στο στούντιο αυτή τη φορά ως leader, κάτι που είχε να κάνει από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, γιορτάζοντας κατά κάποιο τρόπο με αυτή την ηχογράφηση τα εβδομηκοστά του γενέθλια.

Η λογική και η λειτουργία αυτού του σχήματος είναι κοινή με τα δύο προηγούμενα: χαλαρό αρμονικό πλαίσιο, άπλετος χώρος για the3domfactorαυτοσχεδιασμούς, διαρκής ένταση και απελευθέρωση. Ηχητικά το “The 3Dom Factor” είναι πιο κοντά στο “Foxy” του Irabagon, αφού το γκρουπ έχει το ίδιο ακριβώς στήσιμο. Αν όμως τα 80 λεπτά του “Foxy” κυλούσαν χωρίς την παραμικρή διακοπή, ώστε τα 12 κομμάτια του να μοιάζουν με ένα αδυσώπητο ξέσπασμα του σαξοφωνίστα, εδώ υπάρχει σαφής θεματικός διαχωρισμός στις συνθέσεις και συνεχής εναλλαγή των τριών οργάνων στο σολάρισμα. Στιγμές με δυνατό σφυροκόπημα από τα τρία όργανα, μπαλάντες που συνδυάζουν την ένταση με το λυρικό παίξιμο, ένα μελωδικό φάνκ αφιερωμένο στους κλασικούς ντράμερ που επηρέασαν τον Altschul στην αρχή της καριέρας του και ένας μονόλογος από τα τύμπανα για φινάλε, φτιάχνουν ένα σύνολο από συνθέσεις νέες, αλλά και παλιότερες που φτάνουν μέχρι το υλικό της πρώτης προσωπικής ηχογράφησης του ντράμερ. Μοναδική εξαίρεση τα δυόμισι λεπτά του “Ictus” της Carla Bley, όπου ο Irabagon αυτοσχεδιάζει κάθετα με μεγάλη ταχύτητα πάνω σε μια σε στυλ bebop διαδοχή ακόρντων. Ο Irabagon που μας έχει συνηθίσει σε απίστευτα πράγματα είτε μόνος είτε με τους Mostly Other People Do The Killing, δείχνει ότι το οπλοστάσιό του είναι ανεξάντλητο, ο Fonda οδηγεί το γκρουπ με τεράστια δύναμη και σιγουριά, έχοντας προτίμηση στα πολύ γρήγορα σχήματα και τις χαμηλές νότες και ο Altschul είναι απλά ένας μάστερ. Τρεις γενιές σε ένα υπέροχο ταίριασμα.

Επαφή: www.tumrecords.com

Jazz & Tzaz, Μάιος 2013

Francisco Pais

franciscopais

Francisco Pais: “Raise your vibration” (Product of Imagination Records)
Ο πορτογάλος Francisco Pais είναι ένας κιθαρίστας που μετά τις σπουδές του στο Berklee παρέμεινε στην Αμερική για να συνεχίσει εκεί την καριέρα του. Παρόλο λοιπόν που και προικισμένος σολίστας είναι και έχει σημαντική τζαζ δράση για πάνω από δέκα χρόνια ως sideman και ως ηγέτης (μιλούν με τα καλύτερα λόγια γι αυτόν μουσικοί όπως η Esperanza Spaulding και ο Lionel Loueke), στο καινούριο του CD τού βγαίνει περισσότερο ο ρόλος του singer-songwriter. Οι πηγές που έδωσαν τροφή στη θεματολογία και το ύφος των paisεννιά τραγουδιών του “Raise your vibration” είναι κυρίως οι έντονες συναισθηματικές καταστάσεις που έζησε τον τελευταίο καιρό (ο θάνατος της μητέρας του και η γέννηση της κόρης του) και η καθημερινή του ενασχόληση με τη γιόγκα. Η θλίψη για την ανεπανόρθωτη απώλεια, η χαρά και η ελπίδα από την έλευση της νέας ύπαρξης και η εξάσκηση στην αναζήτηση αρμονίας και ισορροπίας, εξωτερικεύονται σε όμορφες, λυρικές μπαλάντες με προσεγμένες ενορχηστρώσεις. Τις αφηγήσεις της απαλής, αισθαντικής φωνής του, που συχνά θυμίζει Sting και Peter Gabriel, συμπληρώνουν δυνατοί αυτοσχεδιασμοί κυρίως από το άλτο σαξόφωνο και το μπάσο κλαρινέτο του Myron Walden και τα πλήκτρα του Leo Genovese. Έτσι γίνεται στο “Lightness of being”, όπου μετά τους υπαρξιακούς ρεμβασμούς του ο Pais καλεί τον Genovese να κλείσει το τραγούδι με ένα σόλο που το ανεβάζει στα ύψη και με ανάλογο τρόπο εξελίσσεται το “Magnifying” που αφήνεται επίσης να ολοκληρωθεί από τα φέντερ ρόουντς του Genovese. Στο ρυθμικό “Broken Open”, Genovese, Pais και Walden μοιράζονται το σολάρισμα και οι δύο τελευταίοι κλείνουν με έναν εκτεταμένο διάλογο άλτο και κιθάρας που κόβει την ανάσα, ενώ σε όλη τη διάρκεια του “Space For Your Soul” ο Walden συνομιλεί με τη φωνή φτάνοντας συνεχώς στα ψηλά ρετζίστρα του άλτο του. Για το αρχικά χαμηλόφωνο “Humble Over The Fact” που στη συνέχεια γίνεται το πιο γκρούβι κομμάτι του CD και τη ροκ μπαλάντα “The Dream”, ο κιθαρίστας κρατά μόνος του το ρόλο του σολίστα ενεργοποιώντας τον πιο ηλεκτρικό και ροκ εαυτό του. Το μοναδικό τραγούδι στο οποίο τα όργανα μένουν στο περιθώριο είναι το υμνητικό “Chakra Song”, όπου η μουσική λειτουργεί σαν χαλί στους γιόγκα διαλογισμούς του Pais.
επαφή: http://www.franciscopais.com

Todd Marcus

toddmarcus

Todd Marcus: “Inheritance” (Hipnotic records)

Είναι πολύ συνηθισμένο οι σαξοφωνίστες και οι κλαρινετίστες να παίζουν και μπάσο κλαρινέτο (με πρώτο και καλύτερο τον Eric Dolphy φυσικά, και άλλους εξαιρετικούς αυτοσχεδιαστές όπως ο David Murray, ο Gebhard Ullmann, ο Don Byron και ο James Carter, για να θυμηθούμε μερικούς), αλλά δε συναντάμε συχνά μουσικούς που να το έχουν ως αποκλειστικό ή ως το βασικό τους μέσο έκφρασης. Ο Todd Marcus από τη Βαλτιμόρη, που επέλεξε αυτό το όργανο ακούγοντας -ποιον άλλον- τον Eric Dolphy, λέει ότι θέλει να το οδηγήσει σε νέο έδαφος, μιας και ο συνήθης του ρόλος είναι να προσθέτει χρώμα σε μια ορχήστρα ή να είναι ένα πνευστό για ελεύθερο αυτοσχεδιασμό στην αβάν γκαρντ.

inheritanceTο “Inheritance”, που είναι το δεύτερο άλμπουμ του (το πρώτο είχε κυκλοφορήσει πριν από 6 χρόνια), όπως λέει κι ο τίτλος που επέλεξε, είναι αφιερωμένο στην κληρονομιά του: την παράδοση της τζαζ που αγάπησε στη χώρα που γεννήθηκε και μεγάλωσε, και την αιγυπτιακή καταγωγή του. Ισοκατανέμει λοιπόν το υλικό του σε δύο κατευθύνσεις, δείχνοντας τα πληθωρικά συνθετικά και εκτελεστικά του προσόντα. Με τρία δικά του κομμάτια και τις διασκευές στο “Bye Bye Blackbird” και στο “Epistrophy” ακολουθεί ξεκάθαρα τις σταθερές του post bop, ενώ παράλληλα με πέντε ακόμη δικές του συνθέσεις επιχειρεί να συναντήσει και τις ανατολίτικες ρίζες του και συμβολικά φωτογραφίζεται στο εξώφυλλο του CD μπροστά από αιγυπτιακές παραστάσεις στο μουσείο Penn της Philadelphia. Τα δύο rhythm section που χρησιμοποιεί, με πιανίστα τον Xavier Davis και ντράμερ τον Eric Kennedy το πρώτο και αντίστοιχα τον George Colligan και τον Warren Wolf το δεύτερο, έχουν κοινό παρονομαστή τον μπασίστα Eric Wheeler, ενώ σε τρία κομμάτια συμμετέχει και ο Don Byron. Στο “Inheritance”, που είναι μια παραλλαγή του “Mr. Day” του Coltrane, στο “Epistrophy” και στο γρήγορο μπλουζ “The Adventures Of Kang And Kodos” ο Marcus σουινγκάρει με φοβερή ενέργεια με μακριές ακολουθίες από όγδοα. Στο μεγαλύτερο μέρος της λυρικής σουίτας “Harod”, το ενδιαφέρον εστιάζεται στις ερωταπαντήσεις ανάμεσα στον Marcus και τον Byron. Τέλος στο “Blues For Tahrir” το μπάσο κλαρινέτο και το πιάνο του Colligan με όμορφο σολάρισμα μάς ξεναγούν στη φημισμένη πλατεία του Καΐρου πάνω σε ένα υπνωτιστικό τέμπο και αντίθετα σε πολύ μεγάλες ταχύτητες στο “Wahsouli” ο Marcus συνδυάζει το δυνατό σουίνγκ με το ανατολίτικο φίλινγκ.

επαφή: www.toddmarcusjazz.com

Paul Winter

winter photo

Τζαζ στο Λευκό Οίκο

Το καθιερωμένο «In Performance at the White House» που ξεκίνησε το 1978, όταν ο κλασικός πιανίστας Vladimir Horowitz προσκεκλημένος του προέδρου Jimmy Carter έπαιξε στο East Room του Λευκού Οίκου, φιλοξενεί τακτικά στο προεδρικό μέγαρο όλα τα είδη της αμερικάνικης μουσικής. Ο Al Jolson και η Ray Miller Jazz Band είχαν εμφανιστεί σε ένα από τα προαύλια του κτιρίου ήδη από το 1924, αλλά η πρώτη τζαζ συναυλία στην αίθουσα αυτή έγινε από το σεξτέτο του Paul Winter το Νοέμβριο του 1962 επί προεδρίας του J.F. Kennedy. Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 50 χρόνων από τότε, η ηχογραφημένη αυτή συναυλία βλέπει για πρώτη φορά το φως της κυκλοφορίας στο διπλό CD “Count Me In”, μαζί με άλλο ακυκλοφόρητο υλικό και μια επιλογή από την τρίχρονη πορεία του Paul Winter Sextet.

Ο άλτο σαξοφωνίστας Paul Winter και ο φίλος του τρομπετίστας Dick Whitsell σχημάτισαν στο Σικάγο ένα γκρουπ με σκοπό να παίζουν χορευτικό ρεπερτόριο από την εποχή των big band και στα πρώτα τους βήματα εμφανίστηκε μαζί τους και η μετέπειτα σταρ του Χόλιγουντ Ann Margret. Σύντομα ονομάστηκαν Paul Winter Sextet και σιγά σιγά άρχισαν να περνούν σε πιο πρωτότυπο υλικό. Το 1961 κέρδισαν το πρώτο βραβείο (ανάμεσα σε περισσότερες από 100 συμμετοχές) στο διακολεγιακό φεστιβάλ τζαζ του Georgetown, η κριτική επιτροπή του οποίου περιλάμβανε τον Dizzy Gillespie και τον παραγωγό John Hammond. Το έπαθλο ήταν μια βδομάδα εμφανίσεων στο Birdland και ένα συμβόλαιο στην Columbia. Με όπλο τη σπουδαία διάκριση και συστατικές επιστολές από τις δύο μεγάλες προσωπικότητες έκαναν αίτηση στο State Department να χρηματοδοτήσει μια περιοδεία τους. Σύντομα έλαβαν τα καλά νέα: ότι εγκρίθηκε η χρηματοδότηση μιας εξάμηνης τουρνέ στη Λατινική Αμερική και ότι ο Hammond τους καλούσε να ηχογραφήσουν το πρώτο τους άλμπουμ.

Το Δεκέμβριο μπήκαν στο στούντιο για την ηχογράφηση του “The Paul Winter Sextet” κι αμέσως μετά ετοιμάστηκαν για την αναχώρησή τους. Στην περιοδεία που κράτησε από το Φεβρουάριο ως τον Ιούλιο του 1962 εμφανίστηκαν σε 23 χώρες κάνοντας συνολικά 160 συναυλίες. Το κοινό, που συνήθως αποτελούνταν από νέους, τους υποδεχόταν με ενθουσιασμό. Σε ένα ανοιχτό θέατρο της πόλης Κάλι στην Κολομβία κατάφεραν μάλιστα να συγκεντρώσουν 15.000 άτομα. Όμως δεν έλειψαν η καχυποψία, κάποιες φορές και τα επεισόδια, καθώς μια μερίδα του κόσμου τους αντιμετώπιζε σαν ένα ακόμη κομμάτι της αμερικάνικης καπιταλιστικής προπαγάνδας. Κάτι που πάντως δεν επισκίασε τελικά τη συνολική μεγάλη επιτυχία της περιοδείας. Η επαφή με τη λατινοαμερικάνικη μουσική, που είχε αρχίσει να γίνεται γνωστή και δημοφιλής σε όλο τον κόσμο, επέδρασε στον ήχο τους και έμελλε να καθορίσει τη μετέπειτα πορεία του Winter.

Επιστρέφοντας στη Νέα Υόρκη ανακάλυψαν ότι ο απόηχος αυτής της επιτυχίας μόλις που είχε φτάσει στην πατρίδα και ότι οι ευκαιρίες για δουλειά ήταν περιορισμένες. Έτσι η επιστολή που έλαβαν από τη σύζυγο του προέδρου, την Jackie Kennedy, τους αιφνιδίασε. Ούτε λίγο ούτε πολύ τους καλούσε να παίξουν στο Λευκό Οίκο στο πλαίσιο μιας σειράς συναυλιών με τον τίτλο “Concerts for Young People by Young People”. Στις 19 Νοεμβρίου η πρώτη κυρία της χώρας και ένα πολύ νεανικό κοινό από διάφορες χώρες που προερχόταν από τις πρεσβείες της Washington, κατέκλυσε το East Room, από το οποίο όμως απουσίαζε ο πρόεδρος που εκείνες τις μέρες ήταν απασχολημένος με τα της εισβολής της Κίνας στην Ινδία. Μετά το τέλος της συναυλίας η Jackie ενθουσιασμένη τους είπε ότι η μουσική που έπαιξαν ήταν κάτι πρωτόγνωρο για αυτό το χώρο. Η τεράστια προβολή της εκδήλωσης από τα μέσα ενημέρωσης έφερε βροχή τις προτάσεις για εμφανίσεις, αλλά ήδη τρία από τα μέλη είχαν κλείσει άλλες δουλειές και είχαν δηλώσει την αποχώρησή τους από το σεξτέτο. Εκτός του Winter και του Whitsell μόνο ο πιανίστας Warren Bernhardt παρέμεινε στη σύνθεση του γκρουπ, που συνέχισε την πορεία του για ένα περίπου χρόνο ακόμη. Αν λοιπόν η κορύφωση της δημοσιότητας για αυτό το σχήμα ήταν η εμφάνιση στο προεδρικό μέγαρο, το τέλος του ήλθε την εποχή της δολοφονίας του JFK.

coverΤο πρώτο CD του “Count Me In” αντιπροσωπεύει την αρχική περίοδο του γκρουπ, στην original σύνθεσή του με τον Winter, τον Whitsell και τον βαρύτονο σαξοφωνίστα Les Rout στην τριάδα των πνευστών και τον Bernhardt, τον μπασίστα Richard Evans και τον ντράμερ Harold Jones στο rhythm section. Στο δεύτερο, το βαρύτονο το έχει αναλάβει ο Jay Cameron, μπάσο και ντραμς παίζουν ο Chuck Israels και ο Ben Riley και στη συνέχεια ο Cecil McBee και ο Freddie Waits, ενώ σε ένα μόνο κομμάτι συμμετέχουν ο φλαουτίστας Jeremy Steig και ο κιθαρίστας Gene Bertoncini. Το ρεπερτόριό τους είναι μοιρασμένο ανάμεσα σε δικά τους κομμάτια (γραμμένα κατά κανόνα είτε από τον Evans είτε από τον Bernhardt), συνθέσεις γνωστών τζαζ μουσικών (όπως ο Jimmy Heath, ο John Lewis και ο Milt Jackson) και  λατινοαμερικάνων (βραζιλιάνων κυρίως) συνθετών σαν τον Antonio Carlos Jobim, τον Carlos Lyra και τον Dorival Caymmi. Η καταλυτική επίδραση που είχε πάνω τους η εξάμηνη περιήγηση στη λατινική Αμερική φαίνεται όχι μόνο από τις διασκευές, αλλά και από τα δικά τους κομμάτια, που βασίζονται μεν στο bop και hard bop, αλλά πολύ συχνά υιοθετούν τους ρυθμούς και τα ηχοχρώματα που γνώρισαν εκεί. Στα τραγούδια του Lyra (“Voce E Eu”, “Maria Ninguem”, “Quem Quizer”) του Jobim (“Insensatez”, “Chega De Saudade”) και του Caymmi (“Saudade de Bahia”) κινούνται με τη ρυθμική ελαφρότητα της μπόσα νόβα μέσα σε μια μελαγχολική, ρομαντική ατμόσφαιρα, ενώ η επιβλητική “Toccata” του Lalo Schifrin με την πομπώδη της ενορχήστρωση περιλαμβάνει ένα ηχηρό και πολύ δυναμικό σόλο ντραμς από τον Harold Jones. Το πανέμορφο “A Bun Dance” φέρνει στο μυαλό τον  Clifford Brown και τους Jazz Messengers του Art Blakey και πολύ συχνά (“Routeousness”, “Them Nasty Hurtin’ Blues”, “The Thumper”, “Count Me In”) το σεξτέτο πλέει απολαυστικά σε straight jazz ύδατα δείχνοντας μια βαθιά αίσθηση του μπλουζ. To “Bells and Horns” με το οποίο ξεκίνησαν την εμφάνισή τους στο Λευκό Οίκο και αρκετά ακόμη κομμάτια όπως το “Papa Zimbi” ή το “Pony Express” έχουν δουλευτεί με τη λογική της μεγάλης ορχήστρας με πλούσιες γραμμές για τα πνευστά που δίνουν όγκο και μεγαλοπρέπεια στον ήχο, καθώς ο Winter έβλεπε το σεξτέτο του σαν μια little big band. Το εξαιρετικά δεμένο μικρομέγαλο σχήμα είχε κορυφή ένα άλτο με την εκφραστικότητα και την ταχύτητα του Cannonball Adderley και άψογο rhythm section με επικεφαλής ένα χαρισματικό πιανίστα. Η μπαλάντα “Lass for the Low Countrie”, με το υπέροχο φλάουτο του Steig σε πρωταγωνιστικό ρόλο, προαναγγέλλει το δρόμο που θα έπαιρνε στο εξής ο σαξοφωνίστας και το θλιμμένο “We Shall Overcome” με όμορφη ενορχήστρωση από τον Cecil McBee, που ήταν και η τελευταία ηχογράφηση του σεξτέτου, σηματοδοτεί όχι μόνο το φινάλε του γκρουπ, αλλά και το τέλος μιας εποχής για την Αμερική, καθώς ηχογραφήθηκε λίγες μόνο μέρες μετά τη δολοφονία του Kennedy. Δεν είναι εύκολη η πρόβλεψη για το πώς θα εξελισσόταν αυτό το σχήμα αν συνέχιζε, αλλά με τα συγκεκριμένα δείγματα γραφής είναι σίγουρο ότι είχε τις καλύτερες προοπτικές και είναι κρίμα που η διαδρομή του ήταν τόσο σύντομη.

Λίγο μετά τη διάλυση του γκρουπ ο Winter ξαναταξίδεψε στη Βραζιλία όπου έμεινε για ένα περίπου χρόνο και εμβάθυνε τη σχέση του με τη βραζιλιάνικη μουσική. Το 1967 έφτιαξε το Paul Winter Consort που αντιπροσώπευε τη νέα του κατεύθυνση και το οποίο εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι σήμερα. Τρία από pwτα πρώιμα μέλη του Consort ήταν οι μετέπειτα Oregon Paul McCandless, Collin Walcott και Ralph Towner. Έχοντας ως βασικό εκφραστικό μέσο πλέον το σοπράνο και χρησιμοποιώντας όργανα όπως το τσέλο, το όμποε, το σιτάρ και διάφορα κρουστά, άρχισε να περνάει στη μουσική του ακούσματα από όλο τον κόσμο, αλλά και τις οικολογικές του ανησυχίες. Η φαντασία του τροφοδοτείται εξίσου από τις μουσικές του κόσμου, όσο και από τους ήχους της φύσης, όπως τα κύματα της θάλασσας, το τραγούδι της φάλαινας και το ουρλιαχτό του λύκου και αναδεικνύει τη σχέση της μουσικής με την πνευματική και περιβαλλοντική υγεία. Εμφανίζεται συχνά σε χώρους όπως το Grand Canyon και ο Καθεδρικός του Αγίου Ιωάννη στη Νέα Υόρκη, όπου όπως λέει «οι άνθρωποι έχουν μια πλατιά αίσθηση της κοινότητας στη ζωή κι αυτό είναι ένα από τα καλύτερα πράγματα που μπορούμε να κάνουμε με τη μουσική μας».

επαφή: www.paulwinter.com

Jazz & Tzaz, Ιανουάριος 2013

Blood, Sweat, Drum ’n’ Bass Big Band

blood-sweat-drumnbass

Blood, Sweat, Drum + Bass: “On the Road to Damascus” (BSM)

Η δανέζικη Blood, Sweat, Drum ’n’ Bass Big Band συνδυάζει θεωρητικά ετερόκλητα στοιχεία με έναν πληθωρικό τρόπο. Πληθωρικό όχι μόνο λόγω μεγέθους (αριθμεί γύρω στα είκοσι πέντε μέλη), αλλά και χάρη στη φαντασία και τη συνθετική και ενορχηστρωτική δεινότητα του ηγέτη της Jens Chr. ”Chappe” Jensen, που κάνουν το metal, το drum & bass, το avant guard και την big band jazz να απέχουν ελάχιστα μεταξύ τους και τη νεανική αυτή ομάδα να ξεπερνά τα όρια της πατρίδας της και να αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πολυμελή σύνολα σήμερα. Στην καινούρια τους δουλειά ο έμπειρος leader και η παρέα του συνεχίζουν την εξαιρετική τους πορεία επιχειρώντας και το γεφύρωμα της απόστασης μέχρι την ανατολή. Αφορμή ένα ταξίδι του Jensen στη Δαμασκό και την Ισταμπούλ την άνοιξη του 2010, που τον ενέπνευσε να συνθέσει τα έξι μέρη του “On the Road to Damascus”. bsdb coverΤην προσπάθεια του πολυμελούς συνόλου, που σε αυτό το άλμπουμ συγκεντρώνει 2 τραγουδίστριες, 14 πνευστά, ηλεκτρονικά, πλήκτρα, κιθάρα, δύο κοντραμπάσα και 4 ντράμερ και περκασιονίστες, ενισχύουν δύο άραβες βιρτουόζοι: ο Essam Rafea από το Κουβέιτ στο ούτι και ο σύριος Moslem Rahal στο νέι. Στο δεκατριάλεπτο “I Return To Damascus”, που ανοίγει το CD, μετά από μια σύντομη μεγαλοπρεπή εισαγωγή από την ορχήστρα, ούτι και νέι οδηγούν για αρκετή ώρα ολομόναχα την αργή πορεία του καραβανιού προς τα βάθη της Ασίας. Η ορχήστρα ξαναεμφανίζεται συνοδεύοντας τη φωνή της Gunhild Overegseth και επιταχύνει προσωρινά με ένα φάνκι ρυθμό, για να φτάσει στον τελικό προορισμό με τον επικό τρόπο της αφετηρίας. Σε μια δεύτερη εκδοχή του κομματιού στο κλείσιμο του άλμπουμ, ούτι και νέι πορεύονται και πάλι ασυνόδευτα και μόνο στο τέλος ορχήστρα και φωνή δηλώνουν το βασικό θέμα. Στο “Oud Indigo” (λογοπαίγνιο με το “Mood Indigo” του Ellington), που είναι μια μίξη ηλεκτρονικών και παραδοσιακής big band jazz, η ορχήστρα συνομιλεί διαδοχικά με τα δύο ανατολίτικα όργανα που δίνουν ρεσιτάλ δεξιοτεχνίας. Αντίστοιχα στο “Bluesy Gnaoui”, το σόλο του Ole Visby στο σοπράνο σαξόφωνο λειτουργεί σαν γέφυρα ανάμεσα στο νέι και στη φυσαρμόνικα του ηγέτη της ορχήστρας και ανάμεσα στο παραδοσιακό μαροκινό Gnaoui και τα μπλουζ. Στο πιο δυναμικό κομμάτι του CD “Damascus Crosstown Traffic”, ο Hendrix και η μπαγκέτα του Gil Evans ντύνονται με ανατολίτικα ηχοχρώματα και ο Kasper Falkenberg εξαπολύει ένα καυτό σόλο στην κιθάρα. Τέλος με οδηγό το νέι και το ηλεκτρονικό μπακγκράουντ, η ορχήστρα μοιάζει μαγεμένη από την ομορφιά του τοπίου στο “The Courtyard Of Al Azem”, ενώ στο “Sufi” οι τελετουργικοί μονόλογοι από την τρομπέτα του H.C. Orbs και τη φωνή της Turid Guldin μετατρέπονται σε ένα χαρούμενο γιορταστικό χορό.

http://www.bsd-b.com

Jazz & Tzaz, Δεκέμβριος 2012

Joe Fiedler

joefiedlerbigsackbut

Από αριστερά: Marcus Rojas, Ryan Keberle, Joe Fiedler, Josh Roseman

Joe Fiedler’s Big Sackbut (Yellow Sound Label)

Το World Saxophone Quartet αποδεικνύεται μοντέλο όχι μόνο για σαξοφωνίστες και κουαρτέτα σαξοφώνων. Παρακολουθώντας μια συναυλία του στα τέλη της δεκαετίας του ’80, ο τρομπονίστας Joe Fiedler συνέλαβε την ιδέα να μεταφέρει σε ένα δικό του σχήμα με βάση τον ήχο του τρομπονιού, την ενέργεια και το ισορροπημένο μίγμα δεσίματος, πειθαρχίας και ελευθερίας του φημισμένου κουαρτέτου. Σχεδόν 25 χρόνια από τότε η ιδέα καρποφορεί με το ομώνυμο πρώτο CD του Joe Fiedler’s Big Sackbut, ενός κουαρτέτου που συμπληρώνουν δυο ακόμη τρομπονίστες ο Ryan Keberle και  ο Josh Roseman και ο τουμπίστας Marcus Rojas. Το υλικό που συγκέντρωσε γι αυτό το άλμπουμ ο Fiedler – κάποιες παλιότερες συνθέσεις του, αρκετές νέες και τρεις διασκευές – αντιπροσωπεύει λίγο-πολύ το πεδίο των δραστηριοτήτων του που εδώ και πάνω από 20 χρόνια jfbsαπλώνεται από το λάτιν και την ποπ, μέχρι την big band jazz και τη free jazz. Γι αυτό συνύπαρξη διαδοχικά της ξεσηκωτικής σάλσα “Calle Luna, Calle Sol” του Willie Colon με το μεταλλαγμένο μπλουζ “Blabber And Smoke” του Captain Beefheart, δεν είναι έκπληξη, αφού ο τρομπονίστας έχει μακρά προϋπηρεσία με μεγάλα λάτιν ονόματα (Celia Cruz, Eddie Palmieri) και είναι βασικός συντελεστής των Fast ‘n’ Bulbous, μιας Captain Beefheart tribute μπάντας. Ομοίως και του “Ging Gong” με το “Don Pullen”, γραμμένα από τον Fiedler, το πρώτο για τον δάσκαλό του Randy Purcell που ήταν σέσιον mainstream τρομπονίστας με την ορχήστρα του Maynard Ferguson και την Glenn Miller Orchestra και το δεύτερο για τον σπουδαίο πιανίστα. Σε όλα τα κομμάτια ο Marcus Rojas αναλαμβάνει μόνος του να καλύψει το ρόλο της rhythm section, με μόνη εξαίρεση το “Ging Gong” όπου του δίνεται χρόνος για ένα όμορφο σόλο. Από κομμάτι σε κομμάτι κάθε φορά που ένας από τους  τρομπονίστες βγαίνει μπροστά, οι υπόλοιποι δύο με συγχορδίες φροντίζουν για το αρμονικό υπόβαθρο. Στο μεγαλύτερο μέρος του “Does This Make My Sackbut Look Big?” όμως, ο εκρηκτικός Fiedler το μόνο που χρειάζεται είναι τα περπατητά μπάσα της τούμπας, ενώ γίνεται πιο εγκεφαλικός στην ατμοσφαιρική μπαλάντα “#11”. Πλούσια ενορχηστρωμένο και γεμάτο αλλαγές το μπλουζ “A Call for All Demons” του Sun Ra, κι απ’ την άλλη το “Mixed Bag” με το χαλαρό του γκρουβ είναι ανοιχτό για πιο ελεύθερες αλληλεπιδράσεις. Πέρα από πανδαισία για τους φίλους του τρομπονιού το “Big Sackbut” είναι μια ακόμη εξαιρετική δουλειά ενός σπουδαίου μουσικού.

www.joefiedler.com

Jazz & Tzaz, Δεκέμβριος 2012

 

Duduka Da Fonseca

ddf

Duduka Da Fonseca Quintet: Samba Jazz  Jazz Samba (Anzic Records)

Ο ντράμερ Duduka Da Fonseca γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ipanema και έζησε από κοντά τη γέννηση της μπόσα νοβα και την άνθιση της βραζιλιάνικης μουσικής τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Έγινε επαγγελματίας μουσικός από την εφηβεία του και εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη από το 1975, μιας και όνειρό του ήταν να βρεθεί κοντά στους μεγάλους αμερικανούς τζαζίστες. Όνειρο που έγινε πραγματικότητα αφού έχει παίξει με μουσικούς όπως ο Joe Henderson, ο Kenny Barron, ο Wayne Shorter και ο John Scofield και έχει συμμετάσχει σε περισσότερες από 200 ηχογραφήσεις. Εδώ και πάνω από 20 χρόνια κάνει σπουδαία καριέρα ως το ένα τρίτο του Trio Da Paz. Με το κουιντέτο του που είναι σχετικά πιο πρόσφατο (δημιουργήθηκε πριν από δέκα περίπου χρόνια) συνεχίζει αυτό που έχει μάθει να κάνει σε όλη του τη ζωή: να φέρνει κοντά τη μουσική της duduka da fonseca quintetπατρίδας του με την τζαζ. Αυτό λέει και ο τίτλος του δεύτερου άλμπουμ του, που περιλαμβάνει δυο γνωστά τζαζ κομμάτια (το “The Peacocks” του Jimmy Rowles και το “Blues Connotation” του Ornette Coleman), μια δική του σύνθεση και μερικά όχι ιδιαίτερα γνωστά κομμάτια βραζιλιάνων συνθετών. Ένα σύνολο που αν και είναι γεμάτο με ρυθμικές ποικιλίες και εναλλαγές, τον πρώτο λόγο έχει η μελωδία. Αυτό οφείλεται κατά ένα μεγάλο μέρος στην Anat Cohen και στον πλούσιο και ευαίσθητο ήχο του τενόρου και του κλαρινέτου της, που παίρνουν τη μερίδα του λέοντος στα θέματα και τους αυτοσχεδιασμούς. Τα λεπτά ηχοχρώματα του κλαρινέτου της είναι ιδανικά για την υπέροχη μελωδία του “The Peacocks” και τη μελαγχολική μπαλάντα “Rancho Das Nuvens” του Antonio Carlos Jobim, ενώ το τενόρο της λάμπει στο όμορφο “O Guarana” του Alfredo Cardim και το γρήγορο τέμπο του “Sabor Carioca”, όπου εναλλάσσεται άψογα στα τετράμετρα με τον πιανίστα Helio Alves και τον κιθαρίστα Guilherme Monteiro. Στη δική του αργή σάμπα “Flying over Rio”, όπου o Da Fonseca αιωρείται ανάλαφρα πάνω από τις γειτονιές της πατρίδας του, οι υψηλές κρυστάλλινες νότες στο τελείωμα του σόλο από το πιάνο δένουν υπέροχα με τις βαθιές γραμμές από το κοντραμπάσο του Leonardo Cioglia. Ο ντράμερ φυλάει το μοναδικό του σόλο στο κλείσιμο της λαμπερής σάμπα “Melancia”, του τελευταίου κομματιού του άλμπουμ.

www.dudukadafonseca.com

Jazz & Tzaz, Δεκέμβριος 2012

Georgios Tsolis

Georgios Tsolis Trio: «On the Way» (self-published)

Για τον πιανίστα Γιώργο Τσώλη και το τρίο του δεν είχα ακούσει το παραμικρό. Έτσι η εξαιρετική εμφάνιση που έκαναν τέλη Αυγούστου στο Φεστιβάλ Τζαζ της Τήνου, ήταν μια ευχάριστη έκπληξη. Ο Τσώλης ζει από το 2004 στη Χάγη, όπου βρέθηκε για να σπουδάσει τζαζ, και εκεί δημιούργησε αυτό το τρίο με τον μπασίστα Στάθη Ελαιοτριβιάρη και τον Ιταλό ντράμερ Francesco de Rubeis. Το ρεπερτόριό τους στο φεστιβάλ, εκτός από δυο-τρεις διασκευές προερχόταν από το υλικό αυτού εδώ του πολύ καλού CD, που το ηχογράφησαν τον περσινό Οκτώβριο στο Άμστερνταμ και που είναι η πρώτη δουλειά τους.

Με εξαίρεση μια σύντομη, «πειραγμένη» εκτέλεση του “Giant Steps” του Coltrane, όλα τα κομμάτια είναι συνθέσεις του πιανίστα, που σε πολύ νεαρή ηλικία έχει να επιδείξει πληθωρικό συνθετικό ταλέντο, άψογη τεχνική κατάρτιση και ηγετικά προσόντα. Ακούγοντας τα περίπλοκα μελωδικά σχήματα, τις συνεχείς αυξομειώσεις της έντασης και τις αλλεπάλληλες ρυθμικές εναλλαγές του “Morning Interlude”, του “The Tune” και του “Neves” γίνεται προφανές ότι του αρέσει να προετοιμάζει τα κομμάτια στη μέγιστη δυνατή λεπτομέρεια και ότι τα έχει δουλέψει συστηματικά με τους δύο συνεργάτες του. Κάτι άλλο που του αρέσει οι λάτιν ρυθμοί και οι βιρτουόζικες φορτωμένες γραμμές που θυμίζουν μεγάλους τεχνίτες όπως ο Chick Corea και ο Michel Camilo. Τέτοια περίπτωση είναι το “Ojos Verdes”, που μετά από ένα ρεσιτάλ δεξιοτεχνίας σε αργό κι ύστερα γρήγορο τέμπο (σε κάποια περάσματα φέρνει στο μυαλό το “Now he sings, now he sobs” του Corea), ο Τσώλης παίζοντας ένα επαναλαμβανόμενο σχήμα, αφήνει τον de Rubeis να ξεσπάσει. Ανάλογο ξέσπασμα επιφυλάσσει ο ντράμερ και στο τέλος του πυκνογραμμένου και γεμάτου με γρήγορες bebop φράσεις “Bob Like”. Πολύ πιο ανάλαφρο το “The Tune” κυλά με ένα ευχάριστο λάτιν feeling, ενώ στο “Sonidos Del Pueblo”, μετά από μια παρατεταμένη λυρική εισαγωγή του πιάνου και ένα βαθύ, εκφραστικό σόλο του μπασίστα (Stathis Elio δίκην ευκολίας) οι τρεις μουσικοί οδηγούνται σταδιακά σε μια δυναμική κορύφωση.

επαφή: www.georgiostsolis.com

Virginia Mayhew

Virginia Mayhew Quartet: “Mary Lou Williams – The Next 100 Mary Lou Williams” (Renma Recordings)

Οι συνθέσεις της Mary Lou Williams δεν παίζονται καθόλου συχνά, αλλά φαίνεται ότι το στιλ και η προσωπικότητά της εξακολουθούν να συγκινούν τις νεότερες γενιές. Το είδαμε με το “Soul on Soul”, ένα από τα καλύτερα άλμπουμ του τρομπετίστα Dave Douglas, το βλέπουμε και τώρα με τη σαξοφωνίστα Virginia Mayhew και το tribute που ηχογράφησε το 2010 για να τιμήσει τα εκατό χρόνια από τότε που γεννήθηκε η πιανίστα.

Η Mayhew άκουσε μεγάλο μέρος από ένα έργο που αριθμεί αρκετές εκατοντάδες συνθέσεις, επέλεξε οκτώ από αυτές, που εκτείνονται σε διαφορετικές περιόδους της Williams και συμπλήρωσε το CD με δύο δικά της κομμάτια, φτάνοντας σε ένα πλούσιο και συνεκτικό σύνολο. Αν και όπως λέει αρχική της πρόθεση ήταν να «εκμοντερνίσει» αυτό το υλικό, τελικά προτίμησε να μην απομακρυνθεί ριζικά από το πρωτότυπο και να διατηρήσει στο ακέραιο το σουίνγκ και το μπλουζ αίσθημα. Σ’ αυτό βοηθά τόσο ο πεντακάθαρος, αέρινος ήχος του τενόρου της, όσο και οι έμπειροι μουσικοί που την πλαισιώνουν: ο κιθαρίστας , ο μπασίστας Harvie S, ο ντράμερ Andy Watson και ο τρομπονίστας Wyckliffe Gordon που εμφανίζεται ως guest. Η απουσία πιανίστα τους αφήνει περισσότερο χαλαρούς να κινηθούν πάνω στα πλούσια θέματα, που μοιάζουν γνώριμα αν και δεν είναι από αυτά που συνηθίζονται στο στάνταρντ τζαζ ρεπερτόριο. Το “What’s Your Story, Morning Glory?” όμως, με το τραγουδιστό σόλο τρομπόνι με σουρντίνα, παραείναι γνώριμο, αφού παίζεται συνήθως ως “Black Coffee”, χωρίς καν να αναφέρεται το όνομα της Williams. Στο μόνο άλλο αργό κομμάτι του CD “Medi I”, το τενόρο και την κιθάρα διαλογίζονται αναπτύσσοντας μια πανέμορφη μελωδία. Το “N.M.E” και το “O.W.” είναι δύο κλασικά γρήγορα bebop κομμάτια, όπου το πρώτο αν εξαιρέσουμε το θέμα στην αρχή και το τέλος, αφήνεται ολοκληρωτικά στα σκουπάκια του Watson και στα δάκτυλα του Harvie S που διατρέχουν με ταχύτητα κιθαρίστα όλη τη γκάμα του κοντραμπάσου του, ενώ στο δεύτερο μπάσο, τενόρο και κιθάρα μοιράζονται το σολάρισμα χρησιμοποιώντας το καθιερωμένο bebop λεξιλόγιο. Το “Cancer”, το κομμάτι με την πιο σύνθετη δομή σε όλο το CD, ξεκινά με μετέωρο βήμα από τα πνευστά και το μπάσο, ώσπου ο Watson μετά από ένα σύντομο σόλο δένει το ρυθμό και ανεβάζει ταχύτητα και διάθεση. http://www.virginiamayhew.com

Jazz & Tzaz, Σεπτέμβριος 2012

 

Shawnn Monteiro

Shawnn Monteiro: “To Carmen with Love” (Whaling City Sound)

Κόρη του Jimmy Woode (μπασίστα του Duke Ellington) και βαφτισιμιά του Clark Terry, η βοκαλίστα Shawnn Monteiro έγινε γνωστή τραγουδώντας με το γκρουπ του Mongo Santamaria. Από τότε συνεργάστηκε μεταξύ άλλων με Ray Brown, Lionel Hampton, Fania All-Stars, Kenny Barron και Hank Jones και από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 άρχισε να ηχογραφεί δικά της άλμπουμ. Προικισμένη με μια βαθιά, ογκώδη και εκφραστική φωνή, η Monteiro έχει μάθει να σουινγκάρει δυνατά ακολουθώντας τα πρότυπα της Sarah Vaughan και της Carmen McRae, στην οποία είναι αφιερωμένο το καινούριο της CD “To Carmen with Love”. Από την επιλογή των κομματιών (δώδεκα από τα πιο γνωστά στάνταρντς) όσο και από την απόδοσή τους είναι φανερό ότι δεν έχει πρόθεση να πρωτοτυπήσει. Γνωρίζει όμως τόσο βαθιά και απολαμβάνει τόσο αυτό που κάνει, ώστε δε δυσκολεύεται να μεταφέρει στο ακέραιο την απόλαυση στον ακροατή. Με μια εναλλαγή ανάμεσα σε μπαλάντες (“Yesterdays”, “You’re Looking At Me”, “I Have The Feeling I’ve Been Here Before”), σε τραγούδια με μια ελαφριά λάτιν γεύση (“Speak Low”, “I Concentrate On You”) και σε πιο ρυθμικά κομμάτια (“Old Devil Moon”, “Old Black Magic”, “Miss Brown To You”) η Monteiro προσπαθεί και καταφέρνει να δημιουργήσει ένα ποικίλο και ισορροπημένο σετ, όπου το ενδιαφέρον επικεντρώνεται ως επί το πλείστον στην ερμηνεία της, αν και δεν είναι λίγες οι φορές που δίνει αρκετό χρόνο για σόλο στον πιανίστα Mike Renzi και τον μπασίστα Dave Zinno. Την πιο πρωτότυπη διασκευή τη φυλάει για το τέλος με το “Nature Boy”, παιγμένο σε έντονο λάτιν ρυθμό, όπου πρωταγωνιστικό ρόλο έχει το κοντραμπάσο με τη ρουμπάτο εισαγωγή και τα τετράμετρα και δίμετρα που ανταλλάσσει με τα τύμπανα του Steve Langone.

www.shawnnmonteiro.com

Jazz & Tzaz, Σεπτέμβριος 2012

Middle East Songs and Portraits

 

Omer Avital

Μουσικοί από την τζαζ σκηνή του Ισραήλ που βρίσκεται σε διαρκή άνθιση εδώ και δύο δεκαετίες, ξεπερνούν τα σύνορα της χώρας τους όλο και με μεγαλύτερη συχνότητα. Ανάμεσά τους ο μπασίστας Avishai Cohen, ο συνονόματός του τρομπετίστας με τα αδέλφια του, τη σαξοφωνίστα και κλαρινετίστα Anat Cohen και το σαξοφωνίστα Yuval Cohen, ο πιανίστας Yaron Hermann, ο μπασίστας Omer Avital, ο κιθαρίστας Roni Ben-Hur, ο τρομπονίστας Avi Lebovich, ο σαξοφωνίστας Eli Degibri, ο πιανίστας Omer Klein. Καθοριστικός ο ρόλος σε αυτή την άνθιση δύο ανεξάρτητων εταιρειών. Της Razdaz Recordz που ιδρύθηκε το 2002 από τον Avishai Cohen (τον μπασίστα) και πιο πρόσφατα της Anzic Records, που πήρε το όνομά της από τα δύο πρώτα γράμματα του ονόματος της Anat Cohen (το ντεμπούτο της ήταν το πρώτο άλμπουμ της εταιρείας) και παραφρασμένη τη δεύτερη συλλαβή της λέξης music. Οι τρεις τελευταίες κυκλοφορίες της Anzic, με τη συμμετοχή ενός κοινού πυρήνα μουσικών, ανεβάζουν τα καλλιτεχνικά στάνταρντ της στα ύψη.

Το μεγάλο ταλέντο του Omer Avital είχε φανεί από τα σχολικά του χρόνια, όταν είχε κιόλας σχηματίσει δικό του τζαζ γκρουπ. Στα δεκαεπτά του είχε πια γίνει επαγγελματίας μπασίστας. Όταν απολύθηκε από το στρατό πήγε στη Νέα Υόρκη και κατόρθωσε να παίξει δίπλα στον Roy Haynes, τον Jimmy Cobb, τον Nat Adderley και τον Rashied Ali. Το 2001 έκανε εντυπωσιακό ντεμπούτο με το “Think with your heart” (Fresh Sound), όπου συμμετείχαν μερικοί από τους καλύτερους νέους σαξοφωνίστες: Greg Tardy, Joel Frahm, Myron Walden, Jimmy Greene. H συνέχεια αποδείχτηκε ανάλογη. Στο δέκατό του CD σήμερα, που λέγεται Suite of the East, παρουσιάζει επτά δικές του συνθέσεις με ένα κουιντέτο που αποτελείται από σταθερούς συνεργάτες του: τον Avishai Cohen (τον τρομπετίστα), τον Joel Frahm, τον ντράμερ Daniel Freedman, και τον πιανίστα Omer Klein. Πνευματικότητα, πολιτική συνειδητοποίηση και δίψα για ζωή διαπερνούν τα θέματα του Avital που τις περισσότερες φορές αναπτύσσονται πάνω σε ανατολίτικες μελωδίες και κλίμακες και καρφώνονται μεμιάς στη μνήμη. Με το πρώτο κιόλας άκουσμα ένα ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί πήρε έξι χρόνια σε αυτή την ηχογράφηση (έγινε τον Απρίλιο του 2006) για να βγει στην κυκλοφορία. Στη μεγαλύτερη διάρκεια του εννιάλεπτου “Free Forever”, Frahm και Cohen επεξεργάζονται μαζί μια υπέροχη μελωδία, ενώ ο Klein τους εφοδιάζει με έναν αστείρευτο αρμονικό πλούτο. Στο κομμάτι που έδωσε τον τίτλο του άλμπουμ, μετά την εκτενή λυρική εισαγωγή του πιάνου, τενόρο και σοπράνο αναλαμβάνουν πάλι μαζί το θέμα που φτάνει σε μια πανέμορφη κορύφωση και μετά από μια παρεμβολή του Klein που θυμίζει Keith Jarrett, και πάλι οι δυο τους αυτοσχεδιάζουν ταυτόχρονα και αποκρίνονται ο ένας στον άλλο πάνω σε ένα γκρούβι τέμπο. Ανάλογα εξελίσσονται και τα υπόλοιπα κομμάτια: τα πνευστά κυριαρχούν στο σολάρισμα, το πιάνο προσφέρει αδιάκοπα νέους αρμονικούς δρόμους, μπάσο και ντραμς κρατούν κυρίως το ρυθμικό τους ρόλο. Εξαίρεση αποτελούν ο μονόλογος του Avital στο “Bass Meditation” και το πιάνο τρίο “Sinai Memories”, όπου το μπάσο παίζει το θέμα και το πιάνο αυτοσχεδιάζει.

Third World Love (από αριστερά: Avishai Cohen, Yonatan Avishai, Omer Avital και Daniel Friedman)

Ο Avital, o Cohen, o Freedman και ο πιανίστας Yonatan Avishai αποτελούν τους Third World Love που σχηματίστηκαν το 2003 στη Βαρκελώνη. Λένε ότι από το πρώτο κομμάτι που δοκίμασαν να παίξουν (το “Juju του Wayne Shorter) ένιωσαν αμέσως ότι θα έκαναν μαζί κάτι ξεχωριστό. Όπως αποδείχτηκε δεν έκαναν λάθος. Στη μουσική τους συγκλίνουν με τον πιο όμορφο και αβίαστο τρόπο η αφροαμερικάνικη παράδοση και η Μέση Ανατολή. Το καινούριο τους CD “Songs and Portraits” είναι μια συλλογή από δικές τους συνθέσεις. Στο “Im Ninalu”, ένα παραδοσιακό εβραϊκό θέμα πάνω σε δύο ακόρντα, με μπάσο και τύμπανα να κρατούν σχεδόν απαράλλακτο ένα απλό τέμπο, δίνουν τον πρώτο λόγο στις λιτές μελωδικές γραμμές της τρομπέτας με σουρντίνα του Avishai Cohen που έχουν άρωμα Miles Davis και τα πλήκτρα του Yonatan Avishai που τονίζουν την ανατολίτικη χροιά του τραγουδιού. Ξεκινώντας με μια γλυκόπικρη μελωδία το “Song For A Dying Country” του Cohen εξελίσσεται σταδιακά σε ένα γρήγορο σουίνγκ, που δίνει ώθηση για πιο ελεύθερους αυτοσχεδιασμούς. Με τέσσερα διαδοχικά κομμάτια που κρατούν όλο τον κορμό του άλμπουμ ο Avital δείχνει διαφορετικές συνθετικές του όψεις, αλλά και την εκπληκτική τεχνική του: το “Sefarad” με τα δύο μέρη του είναι μια σπουδή του μπασίστα στο φλαμένκο, στο ανατολίτικο “The Abutbuls” (που συναντήσαμε και στο “Suite of the East”) φιγουράρει ένα εκτεταμένο σόλο του Cohen που παραμορφώνει τον ήχο της τρομπέτας του με εφέ, και η θλιμμένη, απλή σε δομή και μελωδία μπαλάντα “The Immigrant’s Anthem” εντείνει σιγά σιγά το ρυθμό της για να φτάσει σε μια συναισθηματική κορύφωση. Το “Song For Sankum” του Freedman (που είναι ο μόνος μη ισραηλινός του κουαρτέτου) εμπνευσμένο από ένα θέμα που άκουσε στο Ντακάρ, είναι το κομμάτι με το πιο έντονο σουίνγκ σε όλο το άλμπουμ, ενώ στο “Alona” ο ντράμερ αφήνει να φανεί η λυρική του πλευρά. Τέταρτος και τελευταίος στο ρόλο του συνθέτη ο Yonatan Avishai ολοκληρώνει το άλμπουμ με περίεργο και πολύπλοκο σε δομή “A Night In Zebulon”.

Daniel Freedman

Η τρίτη στη σειρά συνεύρεση των Cohen, Avital και Freedman γίνεται στο άλμπουμ του τελευταίουBamako by Bus,το πιο ποικιλόμορφο από τα τρία. Ο νεοϋορκέζος ντράμερ είχε δασκάλους μερικούς από τους καλύτερους ντράμερ της τζαζ (Max Roach, Billy Higgins, Vernel Fournier) και διεύρυνε τις γνώσεις του για τα κρουστά ταξιδεύοντας και μελετώντας στην Αφρική, την Κούβα και τη Μέση Ανατολή. Έτσι έγινε ένας περιζήτητος σάιντμαν που συνεργάζεται με γνωστούς καλλιτέχνες από διάφορους χώρους. Όλα αυτά γίνονται αισθητά και στο δεύτερο προσωπικό άλμπουμ του, που παρά τον τίτλο του ταξιδεύει όχι μόνο προς την Αφρική (το Bamako είναι η πρωτεύουσα του Μάλι), αλλά και προς την Καραϊβική και τη λατινική Αμερική. Σ’ αυτό συμβάλλει πολύ και η επιλογή των μουσικών. Meshell Ndegeocello (μπάσο), Jason Lindner (πιάνο), Lionel Loueke (κιθάρα, φωνητικά), Joshua Levitt (νέι), Yosvany Terry, Pedrito Martinez, Mauro Refosco και Abraham Rodriguez (κρουστά, φωνητικά) και Mark Turner (σαξόφωνο), συμμετέχοντας σε διάφορους συνδυασμούς δημιουργούν ένα πολυπρόσωπο σύνολο, που καλύπτει τα ποικίλα ενδιαφέροντα και επιρροές του ντράμερ. Το ογκώδες φανκ “Deep Brooklyn” πιάνει τον παλμό της πόλης, στη μπαλάντα “Alona” (που υπάρχει και στο CD των Third World Love) φιγουράρει το όμορφο σολάρισμα από το τενόρο του Turner και την τρομπέτα του Cohen, στο “Darfur/Oasis” το νέι του Levitt ακολουθεί την υπνωτική κίνηση ενός καραβανιού στην αφρικάνικη έρημο, ενώ στο “Rumba Pa’ NYC”, οι φωνές και τα κρουστά του Rodriguez, του Martinez και του Terry στήνουν έναν κουβανέζικο γιορταστικό χορό. Ο Lionel Loueke, ο ξεχωριστός αυτός κιθαρίστας από το Μπενίν, είναι εκείνος που δίνει τους πιο έντονους αφρικάνικους χρωματισμούς, με τον χαρακτηριστικό τρόπο του να συνοδεύει την κιθάρα με τα φωνητικά του, είτε παίζει τη μελωδία, είτε αυτοσχεδιάζει.

επαφές: www.omeravital.com, www.thirdworldlove.com, www.danielfreedman.net, www.anzicrecords.com

Jazz & Tzaz, Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2012


Assaf Kehati

Assaf Kehati «Flowers and Other Stories» (AK Jazz)

Ένας ακόμη από τους δεκάδες νέους μουσικούς από το Ισραήλ που αναζητούν τη διεθνή αναγνώριση στην Αμερική. Κάτοικος Νέας Υόρκης από το 2007 ο κιθαρίστας Assaf Kehati μπόρεσε να συνευρεθεί με ονόματα όπως ο Ran Blake, ο George Garzone και ο Billy Hart και δουλεύει μόνιμα με το δικό του γκρουπ. Με αυτό το σταθερό κουαρτέτο ηχογράφησε το δεύτερο CD του «Flowers and Other Stories», όπου παρουσιάζει επτά δικά του κομμάτια. Τίτλος που περιγράφει με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια ό,τι περικλείει: την εύθραυστη ομορφιά των συνθέσεων, τα χρώματα που σκορπίζουν οι μελωδίες, την αφηγηματική πλοκή τους. Με εξαίρεση το ανήσυχο, παιχνιδιάρικο και σε ζωηρό τέμπο “Mr. Mario”, τα υπόλοιπα κομμάτια κρατιούνται σε αργές ταχύτητες. Δίνοντας χώρο και χρόνο στη μουσική να αναπνεύσει και δημιουργώντας μια νοσταλγική διάθεση ο Kehati αφήνει δυόμισι λεπτά στο άλτο του Alon Farber για να ξεδιπλώσει το θέμα του “Calling Me Home”, κι ύστερα ο ίδιος με το σόλο του ανεβάζει σιγά σιγά την ένταση που κορυφώνεται με το σαξόφωνο και τα δυναμικά γεμίσματα από τα τύμπανα του Udi Schlomo. Με παρόμοιο τρόπο και σε ανάλογο κλίμα αναπτύσσεται και το “The Most Beautiful Flower”, με τους μελαγχολικούς τόνους να παραμένουν και στο σύντομο “Tali” που αφήνεται εξολοκλήρου στον Farber με το γλυκό του φύσημα αυτή τη φορά στο σοπράνο. Το “Don’t Attack” που ξεκινά με ακόμη αργότερο τέμπο, έχει διακυμάνσεις και εξάρσεις με το όμορφο σολάρισμα από το σοπράνο και την κιθάρα, και τέλος στο “Invisible Green”, το μοναδικό κομμάτι για τρίο (χωρίς τον Farber), ο κιθαρίστας χρησιμοποιεί ένα περίπλοκο αρμονικό πλαίσιο για την εξίσου σύνθετη μελωδία που ξετυλίγεται σαν νήμα με τη βοήθεια του Daniel Sapir, που οι μπασογραμμές του αντηχούν γεμάτες όγκο και βάθος.

eπαφή: www.assafkehati.com

Jazz & Tzaz, Ιούλιος 2012

Stew Cutler

Stew Cutler: “After Hours” (Cogna)

Session κιθαρίστας με μακρά προϊστορία, ο Stew Cutler έχει συμμετάσχει σε αναρίθμητες ηχογραφήσεις γνωστών μουσικών από διάφορους χώρους (ανάμεσά τους οι Percy Sledge, Wilson Pickett, Bobby Previte, Lester Bowie, Meatloaf και Wayne Horvitz). Πράγμα που σημαίνει ότι έχει την ευχέρεια να κινείται ανάμεσα σε πολλά στιλ. Το προηγούμενό του άλμπουμ “Trio/Live” (το μόνο από τα υπόλοιπα τέσσερα CD του που έχω ακούσει), ήταν μια συλλογή από δικές του φιούζον συνθέσεις, που έδειχνε πόσο τον έχουν επηρεάσει, αλλά και πώς μπορεί να συνδυάζει τα ετερόκλιτα στοιχεία με τα οποία έρχεται σε επαφή όλα αυτά τα χρόνια.

Με το “After Hours” όμως επικεντρώνεται στη soul jazz πλευρά του, με τέσσερα καινούρια κομμάτια και τέσσερα στάνταρντ (“No Greater Love”, “Just My Imagination”, “Au Privave” και “Them That Got”). Με πυρήνα το κλασικό χάμοντ τρίο (με τον Chip Crawford στο χάμοντ και τον Skoota Warner στα τύμπανα) αγκαλιάζει το γνώριμο ήχο της δεκαετίας του ’60, χωρίς διάθεση για πειραματισμούς, αλλά δείχνοντας ότι και γούστο έχει και άριστη γνώση του αντικειμένου. Στην ατμοσφαιρική μπόσα “Recluse” το τρίο ενισχύεται από το ηλεκτρικό μπάσο του David Cutler, το γνωστό “Them That Got” του Ray Charles μετατρέπεται σε ντουέτο για την κιθάρα του Cutler και τη φωνή του Paul Saax, ενώ το εξωτικό “Bambou” με μια άρκο εισαγωγή από το κοντραμπάσο του Booker King και ένα επαναλαμβανόμενο σχήμα της κιθάρας, είναι το πιο πρωτότυπο κομμάτι του άλμπουμ.

www.stewcutler.com

Jazz Punks

Jazz Punks: «Smashups» (self-published)

Κλασικό σε δομή τζαζ κουιντέτο, οι Jazz Punks από το Λος Άντζελες, αρέσκονται στο ανακάτεμα τζαζ και ροκ θεμάτων που γίνεται όλο και πιο σύνηθες αρκετά χρόνια τώρα. Η πρωτοτυπία των Robby Elfman (σαξόφωνο), Sal Polcino (κιθάρα), Danny Kastner (πιάνο), Michael Polcino (μπάσο) και Hugh Elliott (ντραμς) στο πρώτο τους αυτό CD, συνίσταται στο ότι σχεδόν σε κάθε κομμάτι τους προσπαθούν να ταιριάξουν ένα στάνταρντ με ένα τουλάχιστον γνωστό ροκ τραγούδι. Το “Take the A Train” με το “Paranoid Android” και το “Creep” των Radiohead, το “No Blues” του Miles Davis με το “I Can See for Miles” των Who, το “A Night in Tunisia” με το “Misty Mountain Hop” των Led Zeppelin, το “Take Five” με το “Should I Stay or Should I Go” των Clash και πάει λέγοντας. Και παρόλο που οι επιλογές αυτές δεν δικαιολογούν και πολύ το δεύτερο συστατικό του ονόματός τους, το εγχείρημά τους φαίνεται αρκετά ενδιαφέρον. Το θέμα με τους Jazz Punks είναι ότι ούτε πολύ τζαζ ακούγονται, ούτε πολύ ροκ. Όλοι τους διαθέτουν πολύ καλή τεχνική κατάρτιση και έχουν τα απαιτούμενο δέσιμο ενός working group, όμως πλην λίγων εξαιρέσεων (όπως για παράδειγμα στο “I Can See Miles”) δεν αφήνονται να πάνε μακριά με τους αυτοσχεδιασμούς τους και από την άλλη πλευρά η φαζαρισμένη κιθάρα δεν συνιστά από μόνη της το ροκ attitude που ευαγγελίζονται, ενώ κάποιες φορές (“Foleo”, “Led Gillespie”) η σύγκλιση τζαζ και ροκ μοιάζει κάπως βεβιασμένη. Σε κάθε περίπτωση πάντως έχουν όλα τα φόντα να είναι πιο πειστικοί την επόμενη φορά.

επαφές: http://www.jazzpunks.com

Jazz & Tzaz, Μάιος 2012

Melissa Stylianou

Melissa Stylianou: “Silent Movie” (Anzic records)

Από το 1997 που σχημάτισε το πρώτο της γκρουπ, η Melissa Stylianou, τραγουδίστρια από το Τορόντο με ελληνικές υποθέτουμε ρίζες, έχει μια σχετικά αραιή δισκογραφική παρουσία. “Silent Movie”, λέγεται το καινούριο, τέταρτο άλμπουμ της, που περιλαμβάνει μερικά στάνταρντς (“Moon River”, “Smile”, “Folks Who Live on the Hill”), τραγούδια από το ποπ και ροκ ρεπερτόριο (του James Taylor, του Johnnie Cash, του Paul Simon και της Joanna Newsom), πιο σύγχρονες τζαζ συνθέσεις (του Edgar Meyer and του Vince Mendoza) στις οποίες έχει προσθέσει δικούς της στίχους και το ομότιτλο κομμάτι που το έγραψε μαζί με τον πιανίστα της. Έχοντας στη διάθεσή της ένα εξαιρετικό καστ με Jamie Reynolds (πιάνο), Pete McCann (κιθάρα), Gary Wang (μπάσο), Rodney Green (ντραμς) και προσκεκλημένους την Anat Cohen (κλαρινέτο, σαξόφωνο), James Shipp (κρουστά) και Yoed Nir (τσέλο), αντίθετα από ό,τι θα περίμενε κανείς, το αυτοσχεδιαστικό κομμάτι είναι πολύ περιορισμένο και το ενδιαφέρον επικεντρώνεται γύρω από τη φωνή. Μια φωνή ζεστή και αισθαντική, που μένει πάντοτε σε χαμηλούς τόνους και πιστή στην ερμηνεία των στίχων, τους οποίους προσπαθεί να αποδώσει με λεπτούς τονισμούς και έμφαση στις λεπτομέρειες. Με αυτά τα μέσα και μια έκφραση που πηγάζει περισσότερο από την ποπ παρά από την τζαζ και στυλιστικά είναι πιο κοντά στην Joni Mitchell και τη Ricky Lee Jones, παρά σε οποιαδήποτε γνωστή τραγουδίστρια της τζαζ,  η Stylianou ξεδιπλώνει τις μικρές καθημερινές ιστορίες που αφηγείται, προσπαθώντας όπως λέει να φωτίσει εκείνες τις λεπτομέρειες που μπορούν να αποκαλύψουν μια διάθεση, έναν τόπο, μια ανάμνηση. Κάτι που καταφέρνει με το παραπάνω με αυτό το όμορφο σύνολο από καλοδουλεμένες μπαλάντες.

επαφές: http://www.melissastylianou.com

Jazz & Tzaz, Μάιος 2012

Clarinet Things

Το κουαρτέτο σαξοφώνων, με τη δυνατότητά του να καλύπτει επαρκώς τις αρμονικές και ρυθμικές λειτουργίες και τις δυναμικές ενός γκρουπ ακόμη και χωρίς ηλεκτρική ενίσχυση, είναι το πιο διαδεδομένο μικρό, αμιγές σχήμα πνευστών στην τζαζ. Το World Saxophone Quartet, που έχει μπει στην πέμπτη δεκαετία διαρκούς και δημιουργικής παρουσίας, είναι φυσικά ο γνωστότερος εκπρόσωπος του είδους. Αντίστοιχα γκρουπ με κλαρινέτα, χωρίς να είναι σπάνια, δεν είναι το ίδιο συχνά. Το Clarinet Summit, στο οποίο συμμετείχαν ο John Carter, ο Alvin Batiste, ο Jimmy Hamilton και ο David Murray, ήταν μια από τις πιο ενδιαφέρουσες συνευρέσεις βιρτουόζων, με περιορισμένη όμως χρονική διάρκεια. Αντίθετα, δύο πολυπράγμονες μουσικοί, γερμανός ο ένας, καλιφορνέζα η άλλη, εδώ και αρκετά χρόνια επανέρχονται σταθερά στα all clarinet συγκροτήματά τους.

Ο 55χρονος Gebhard Ullmann μοιράζει το χρόνο του μεταξύ Βερολίνου και Νέας Υόρκης και μεταξύ των πολλών γκρουπ στα οποία συμμετέχει παίζοντας σαξόφωνο, φλάουτο και μπάσο κλαρινέτο. Από τα γκρουπ αυτά ξεχωρίζουμε το κουαρτέτο Conference Call (με τον πιανίστα Michael Jefry Stevens, τον μπασίστα Joe Fonda και τον ντράμερ George Schuller), το κουαρτέτο του με τον τρομπονίστα Steve Swell, το σταθερό του γκρουπ Basement Research (κι αυτό με τον Steve Swell) και το πιάνο τρίο με τον Art Lande και τον Chris Dahlgren.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 δημιούργησε το The Clarinet Trio, το οποίο όπως λέει ο ίδιος είναι σαν ένας μικρόκοσμος όλης της υπόλοιπης δουλειάς του. Τα δύο άλλα μέλη του τρίο, επίσης γερμανοί, είναι ο Juergen Kupke και ο Michael Thieke, που αντικατέστησε τον Theo Nabicht. Το ρεπερτόριό τους βασίζεται συνήθως σε συλλογικά κομμάτια που προκύπτουν από αυτοσχεδιασμούς, σε σποραδικές διασκευές και κατά κύριο λόγο σε συνθέσεις του Ullmann. Σε αυτές τις τελευταίες εστιάζει και το “4” (Leo Records), τέταρτο προφανώς άλμπουμ του τρίο, με μία μόνο κοινή σύνθεση και ένα σύντομο πέρασμα από το “Homogenous Emotion” του Ornette Coleman. O Ullmann οδηγεί το τρίο να πειραματιστεί σε διάφορους χώρους και καταστάσεις, διασχίζοντας την κεντρική Ευρώπη, τα Βαλκάνια και την Αμερική. Στο “May 5” που αναπτύσσεται πάνω σε ένα ανατολίτικο θέμα, στο χαλαρό μπλουζ “Blaues Viertel”, που παίζει με τις διαφωνίες τύπου Monk, στο “Catwalk  Münzstrasse” που προσπαθεί να πιάσει το σφυγμό ενός πολυσύχναστου βερολινέζικου δρόμου, αλλά και στα γαληνεμένα νερά του “Waters”, τα τρία κλαρινέτα παίρνουν άφθονο χρόνο να εξερευνήσουν μυστήρια και διαθέσεις. Το “News? No News!” που το θέμα του θυμίζει έντονα Mingus, μετά το οργανωμένο ομαδικό χάος και τη ροπή προς την κακοφωνία, καταλήγει με ένα εντυπωσιακό ξέσπασμα από το μπάσο κλαρινέτο του Ullmann. Από την άλλη το μινιμαλιστικό “Geringe Abweichungen Von Der Normτο”, που κυλά αργά πάνω στις συγχορδίες που σχηματίζουν τα τρία πνευστά και το “Kleine Figuren”, με τα δύο μέρη και την παραλλαγή του, αντιπροσωπεύουν το πιο «ελεγχόμενο» πρόσωπο του τρίο, το ελεγχόμενο σε εισαγωγικά όμως, γιατί εντάσεις και εξάρσεις δε λείπουν ούτε εδώ.

Το Clarinet Thing, με leader την Beth Custer, είναι αρκετά πιο κοντά στην παρτιτούρα σε σχέση με το Clarinet Trio, αν και δεν είναι λίγες οι φορές που αφήνεται κι αυτό να παρασυρθεί μακριά. Ξεκινώντας με την Club Foot Orchestra, μια ορχήστρα που γράφει και ερμηνεύει πρωτότυπη μουσική για βουβές ταινίες, είκοσι πέντε περίπου χρόνια τώρα, η κλαρινετίστα με έδρα το Σαν Φρανσίσκο παίζει με διάφορα δικά της γκρουπ, αλλά και πολλά γνωστά ονόματα (Fred Frith, Sex Mob, Chris Cutler, Mark Eitzel, Snakefinger, Violent Femmes). Μια από τις πιο αξιόλογες δουλειές της ήταν η μουσική επένδυση για το “My Grandmother” (ο αυθεντικός τίτλος ήταν «Τσέμι Μπέμπια»), μια βουβή ταινία του 1929 του γεωργιανού σκηνοθέτη Κότε Μικαμπερίτζε (Jazz & Tzaz 160/161).

Αν και σχηματίστηκε το 1989, το Clarinet Thing έχει κυκλοφορήσει μόλις δύο CD, το λάιβ “Agony Pipes and Misery Sticks” (2005) με τη μορφή κουιντέτου και πιο πρόσφατα ως κουαρτέτο το “Cry, Want”. Οι υπόλοιποι συντελεστές του είναι ο Ben Goldberg, ο Harvey Wainapel, και ο Sheldon Brown. Όπως και το προηγούμενο, το δεύτερο αυτό άλμπουμ είναι ένα μίγμα original και διασκευών. Τρεις από τις διασκευές προέρχονται από το “Fusion” του Jimmy Giuffre και μια από αυτές δίνει τον τίτλο της και στο CD. Με ελάχιστες εξαιρέσεις τα κομμάτια είναι πλήρως ενορχηστρωμένα και κινούνται εντός φόρμας. Πίσω από το όργανο που κάθε φορά παίζει το θέμα ή αυτοσχεδιάζει, τα υπόλοιπα φτιάχνουν μια πολυφωνική υπόκρουση και η γκάμα που καλύπτουν γίνεται πολύ ευρεία με τον βαθύ και ιδιαίτερο ήχο του κόντρα άλτο κλαρινέτου, που χειρίζεται με μεγάλη δεξιοτεχνία ο Goldberg. Ακριβώς αυτός είναι ο τρόπος που ακούγεται σε πρώτη εκτέλεση το “Cry, Want”, ενώ αντίθετα στην παραλλαγή του τα τέσσερα κλαρινέτα αναπτύσσουν μαζί το περίπλοκο θέμα του Giuffre. Αντίστοιχα η όμορφη διασκευή του γαλήνιου “Jesus Maria” της Carla Bley δίνει την αφορμή για μια ελεύθερη παραλλαγή του στον ομαδικό αυτοσχεδιασμό του “Nimbus”. Την απρόσμενη επιλογή της εξωτικής χορευτικής μελωδίας “Ah! Gade Chabin La” (που έπαιζε τη δεκαετία του ’30 η ορχήστρα του Alexandre Stellio από τις Αντίλλες), διαδέχεται ένας ελεύθερος διάλογος ανάμεσα στον Wainapel και τον Sheldon Brown στο “Early Birds”. Στο κλείσιμο του CD το «Night in Tunisia” που το μεγαλύτερο μέρος του παίζεται σε ιδιαίτερα αργό τέμπο και με πλούσια αρμονική στήριξη από τη χορωδία των κλαρινέτων, ακούγεται πολύ ταιριαστό με τη γνωστή μπαλάντα του Monk “Crepuscule with Nellie”. Έξυπνες επιλογές, δουλεμένες ενορχηστρώσεις και εφευρετικό παίξιμο που κάνουν προσιτό αυτό το αντισυμβατικό μουσικό σχήμα.

επαφές: www.bethcuster.com, www.gebhard-ullmann.com

Jazz & Tzaz, Απρίλιος 2012

Peeping Tom

Peeping Tom: «Boperation» (Umlaut Records)

Η εταιρεία Umlaut Records δημιουργήθηκε το 2004 από το σουηδό μπασίστα Joel Grip. Πυρήνας της είμαι μια μικρή ομάδα μουσικών της δημιουργικής σκηνής, με βάση της τη Στοκχόλμη, το Βερολίνο και το Παρίσι. Από τις τρεις αυτές πόλεις προέρχονται ο Grip, ο τρομπετίστας Axel Dörner, ο σαξοφωνίστας Pierre Antoine Badaroux και ο ντράμερ Antonine Gerbal που αποτελούν τους Peeping Tom. Η ιδέα πίσω από τη δημιουργία του κουαρτέτου είναι η εντελώς ελεύθερη προσέγγιση και επεξεργασία του bebop.

Στο “Boperation”, που είναι το δεύτερο CD τους, επικεντρώνονται σε κομμάτια που έγραψαν μερικοί από τους μεγαλύτερους πιανίστες του είδους. Αν εξαιρέσουμε λοιπόν την ομώνυμη σύνθεση του Fats Navarro και το “Snakes” του Jackie McLean, τα υπόλοιπα οκτώ κομμάτια είναι του Herbie Nichols, του George Wallington, του Bud Powell, του Dodo Marmarosa και του Elmo Hope. Το ενδιαφέρον σε αυτή την επιλογή είναι ο τρόπος ανάπτυξης των κομματιών, που έχοντας γραφτεί από πιανίστες έχουν αρκετά σύνθετες αρμονίες, τη στιγμή που το κουαρτέτο στερείται κάποιου πολυφωνικού οργάνου. Παράλληλα παρακολουθούμε τους τέσσερις αυτοσχεδιαστές σε ένα διαρκές, διασκεδαστικό  παιχνίδι κίνησης μέσα-έξω, αποδόμησης-επανασύνθεσης. Έτσι για παράδειγμα το “Mo is On” του Elmo Hope και το “Boperation”, παρόλο που στο πρώτο το κοντραμπάσο του Grip επαναφέρει κάθε τόσο το εισαγωγικό χρωματικό ριφ του πιάνου, ξεφεύγουν εντελώς και αρμονικά και ρυθμικά, με τα πνευστά να αυτοσχεδιάζουν ταυτόχρονα. Σχετικά πιο κοντά στα original του Herbie Nichols μένουν το “House Party Starting”, που διατηρεί ένα σουίνγκ σε αρκετά πιο αργό τέμπο, και στη μεγαλύτερή του διάρκεια το “The Gig”, πριν ο ρυθμός χαλαρώσει με τις άρκο γραμμές του Grip και τα πνευστά αφεθούν σε αφηρημένους διαλόγους.

www.umlautrecords.com

Jazz & Tzaz, Μάρτιος 2012

George Lernis

The George Lernis Jazz Quartet: “Shapes of Nature” (self published)

Ο κύπριος ντράμερ Γιώργος Λέρνης, κάτοικος Βοστόνης την τελευταία δεκαετία, είναι απόφοιτος του Berklee και προσφάτως κάτοχος μάστερ στη σύγχρονη αμερικάνικη μουσική από το Longy School of Music. Το “Shapes of Nature” είναι η πρώτη του δουλειά και περιλαμβάνει επτά δικές του συνθέσεις. Όπως μας πληροφορεί στο σημείωμα του CD και τα επτά κομμάτια είναι αποτέλεσμα των μαθημάτων που έκανε με το γνωστό έλληνα πιανίστα Λευτέρη Κορδή – που συμμετέχει στο κουαρτέτο του – και τα περισσότερα από αυτά βασίζονται σε φόρμες από γνωστά στάνταρντ που τα χρησιμοποιούσε στη μελέτη του σαν συνθετικά μοντέλα. Δεν είναι εύκολο να εντοπίσει κανείς αυτά τα στάνταρντ, πέρα από το “Anthropology” του Charlie Parker, που το θέμα του διακρίνεται  παραλλαγμένο στην εισαγωγή του “Early Spring” ή το “Iris” του Wayne Shorter, που πάνω του μάλλον έχει στηριχθεί το “Canvas”. Όμως από την πρώτη στιγμή  γίνεται αισθητό πόσο έχει επεξεργαστεί ο ντράμερ κάθε κομμάτι, πόση σημασία δίνει στις λεπτομέρειες και πόσο έχει ταιριάξει με τον πιανίστα, αλλά και με τα δύο άλλα μέλη του γκρουπ, το σαξοφωνίστα Scott Boni και τον μπασίστα Mark Zaleski, φτιάχνοντας ένα καλοδουλεμένο σύνολο. Η σοφιστικέ γραφή του δεν καθιστά προφανές πού θα κατευθυνθεί η μελωδία ακόμη και στα πιο στρέιτ τζαζ κομμάτια του όπως το “Rhythm Portals” και το “Walking In Rhythm”, με μόνη ίσως εξαίρεση το “Feeling Groovy” που κυλά πάνω σε μια κλασική μπλουζ φόρμα. Ο μεγάλος αρμονικός πλούτος των πλήκτρων του Κορδή δίνει πληθώρα επιλογών στον Boni που το χαρακτηριστικό βιμπράτο και ο πεντακάθαρος ήχος στο άλτο του δείχνουν ότι είναι ένας σαξοφωνίστας που αξίζει να παρακολουθήσουμε, ενώ ο Λέρνης και ο Zaleski τις λίγες φορές που σολάρουν είναι μετρημένοι και ουσιαστικοί.

επαφή: www.georgelernis.com

Jazz & Tzaz, Μάρτιος 2012


Kατηγορίες

Email me:

vagarag at freemail.gr

Αρχείο

Blog Stats

  • 27.195 hits
Αύγουστος 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31