Archive for the 'συνεντεύξεις / interviews' Category

Neil Cowley

NEILCOWLEYTRIO 1

The face of piano trio
Σε ηλικία δέκα ετών έπαιξε με το πιάνο του ένα κονσέρτο του Shostakovich στο Queen Elizabeth Hall του Λονδίνου. Στο σπίτι οι γονείς του άκουγαν τζαζ, αλλά εκείνος περνούσε περισσότερο χρόνο με τις κινηματογραφικές μουσικές του Roy Budd, του Lalo Schiffrin και του John Barry. Από τα δεκαεπτά, έχοντας παρατήσει τις κλασικές σπουδές, άρχισε να δουλεύει με γνωστά φανκ και σόουλ συγκροτήματα όπως οι Pasadenas, οι the Brand New Heavies και οι Zero 7. Συνέχισε παίζοντας electronica στο ντούο Fragile State και γράφοντας ορχηστρικά θέματα και μουσικές για την τηλεόραση, ενώ συμμετείχε με τον τρόπο του στην τεράστια επιτυχία της Adele, αφού έπαιζε πιάνο στα δύο πρώτα της άλμπουμ. Με τέτοια προϊστορία, το ακουστικό τρίο που σχημάτισε ο Neil Cowley είναι επόμενο να μην αποτελεί μια τυπική περίπτωση τζαζ πιάνο τρίο.

Το Neil Cowley Trio δημιουργήθηκε το 2005 έχοντας τον Richard Sadler στο κοτραμπάσο και τον Evan Jenkins στα τύμπανα. Με το πρώτο τους displacedκιόλας άλμπουμ “Displaced” (2006), άρχισαν να τους συγκρίνουν με τους Bad Plus και το E.S.T. Από τότε, όπως έχει πει ο βρετανός πιανίστας, έπαψε να ακούει αυτά τα γκρουπ, αλλά οι συγκρίσεις δεν σταμάτησαν. Υιοθετώντας έναν τρόπο λειτουργίας που βασίζεται στη σύνθεση και στον συλλογικό αυτοσχεδιασμό και όχι στο παραδοσιακό πρότυπο θέμα – διαδοχικοί αυτοσχεδιασμοί – θέμα, ο Cowley φέρνει σε αυτό το ακουστικό σχήμα την ενέργεια, την ένταση και την εκρηκτικότητα ενός ροκ γκρουπ και θέματα που μοιάζουν να προέρχονται από οικείες ποπ μελωδίες. Όπως δεν προσφέρεις χιόνι στους Εσκιμώους, συνηθίζει να λέει χαριτολογώντας, αισθανόταν ότι είναι κάπως ανόητο να αγνοεί όλα εκείνα τα στοιχεία στα οποία είναι δυνατή η Βρετανία και να προσπαθεί να παίξει τζαζ σαν τους αμερικανούς, που ούτως ή άλλως ξέρουν να το κάνουν με τον καλύτερο τρόπο.
Tο “The Face Of Mount Molehill”, το τέταρτο άλμπουμ του τρίο φέρνει σημαντικές αλλαγές. Τη θέση του Sadler στο κοντραμπάσο έχει αναλάβει ο the face of mount molehillαυστραλός Rex Horan, που με την εμφάνισή του (το τσιγκελωτό μουστάκι, τη ξανθιά κοτσίδα και τα γεμάτα τατουάζ χέρια), με ένα μπακγκράουντ ανάλογο με του Cowley και πολύ περισσότερο με τον δυναμισμό και την τεχνική του, ταιριάζει απόλυτα στην εικόνα και την κατεύθυνση του γκρουπ, που κάνει ένα νέο ηχητικό άνοιγμα. Με τη βοήθεια του κιθαρίστα Leo Abrahams (έχει συνεργαστεί με τον Brian Eno) που δουλεύει περισσότερο με ατμοσφαιρικά εφέ και δέκα εγχόρδων σε διάφορους συνδυασμούς και με τις πρωτότυπες ενορχηστρώσεις που έγραψε ο ίδιος ο Cowley, έρχεται στο προσκήνιο η αγάπη του πιανίστα για την κινηματογραφική μουσική. Πολλά από τα κομμάτια ακούγονται σαν να επενδύουν νοητές σκηνές από ταινίες, και έτσι προτρέπουν οι τίτλοι τους να τα δει κανείς (“Rooster Was A Witness”, “Distance By Clockwork”, “Siren’s Last Look Back”, “Skies Are Rare”). Με αυτή τη δουλειά το Neil Cowley Trio δείχνει ότι όχι απλά δεν είναι ένας κλώνος των καθιερωμένων πιάνο τρίο, αλλά και ότι το πρόσωπο αυτού του μικρού σχήματος έχει απεριόριστα περιθώρια για εξέλιξη και μεταμορφώσεις.

Συνέντευξη με τον Neil Cowley
Αν και οι γονείς σου αγαπούσαν πολύ την τζαζ, εσύ προτιμούσες να ακούς συνθέτες κινηματογραφικής μουσικής. Τι σε προσέλκυσε σε αυτού του είδους τη μουσική;
Ο θείος μου ήταν μεγάλος λάτρης του John Barry. Σε μια από τις πιο παλιές μου εμπειρίες τον θυμάμαι να μου βάζει στα αυτά ένα ζευγάρι τεράστια ακουστικά και να ακούω το θέμα από το ‘Lion in Winter’, μια ταινία με τον Peter O’Toole και την Katherine Hepburn, που αναφερόταν στις συγκεντρώσεις της βασιλικής οικογένειας στη Χριστουγεννιάτικη έπαυλη του Ερρίκου του δεύτερου. Ειδικά η στιγμή που η Katherine Hepburn ανεβαίνει με μια βάρκα πάνω από τον ορίζοντα, υπό τους ήχους της χορωδιακής μουσικής του John Barry, μου άφησε ένα ανεξίτηλο σημάδι σχετικά με τη σημασία και την επίδραση της κινηματογραφικής μουσικής.

Στις συνθέσεις σου, όσο και στους τίτλους τους, υπάρχει μια κινηματογραφική προσέγγιση. Σου συμβαίνει συχνά να έχεις την αίσθηση ότι γράφεις το σάουντρακ μιας ιστορίας όταν συνθέτεις;
Θυμάμαι μια αμερικάνικη κωμική σειρά που μου άρεσε, η οποία λεγόταν ‘Soap’ και έπαιζαν η Katherine Helmond υποδυόμενη την Jessica Tate. Πάντοτε ξεκινούσε με τη φωνή του αφηγητή να λέει ότι η Jessica θα ‘θελε να αφιέρωνε τη ζωή της στη μουσική. Η μουσική που γράφω είναι κατά κάποιο τρόπο η μάταιη προσπάθεια να πετύχω τον ίδιο στόχο για τον εαυτό μου. Πολύ συχνά όταν κάθομαι και παίζω, εν είδει φυγής από την πραγματικότητα, μεταφέρω μια πιο ρομαντική και αινιγματική έκδοση της ζωής μου.

Μετά τη συμμετοχή σου σε διάφορα φανκ, σόουλ και ελεκρόνικα πώς επέλεξες ένα ακουστικό πιάνο τρίο ως το επόμενο σχήμα σου;
Με κούρασε το να υπεισέρχεται η τεχνολογία στις προσπάθειές μου να επικοινωνήσω με τους ανθρώπους. Μια παροιμία που λένε στα στούντιο ηχογραφήσεων, που πιστεύω ότι εκφράζει την πραγματικότητα, λέει ότι «κάθε συσκευή σε φέρνει και ένα βήμα πιο μακριά από μια καλή ιδέα». Στα νεανικά μου χρόνια πήρα την εκπαίδευση του πιανίστα και έτσι το να επιστρέψω σε αυτό που ξέρω να κάνω καλύτερα από όλα ήταν κάτι σημαντικό για μένα. Επιπρόσθετα χρειαζόμουν να απαλλαχθώ από τη δυνατότητα να τελειοποιώ τα πάντα μέσα στο στούντιο. Από τότε έγινε για μένα κανόνας το ότι κάνω μια εκτέλεση χωρίς καμιά διόρθωση των λαθών.

Συνήθως αποφεύγεις τον συμβατικό τρόπο λειτουργίας ενός τζαζ γκρουπ, που θέλει να ξεκινά με το θέμα, να συνεχίζεται με αυτοσχεδιασμούς από το ένα όργανο μετά το άλλο και να επανέρχεται στο θέμα. Αντ’ αυτού προτιμάς να δίνεις έμφαση στα γραμμένα μέρη και στους συλλογικούς αυτοσχεδιασμούς…
Πράγματι. Πιστεύω ότι αυτό προέρχεται από το ότι έχω βαρεθεί τόσο πολύ το ασταμάτητο σολάρισμα σε οτιδήποτε έχει σχέση με την τζαζ. Υπάρχουν φυσικά μερικοί σπουδαίοι δίσκοι που έχουν αυτό το στοιχείο, αλλά γενικά βρίσκω πιο ενδιαφέροντα τα μικρά και πιο κοντά στο θέμα σόλο. Πρόθεσή μου είναι να πω περισσότερα με τις συνθέσεις παρά με τους αυτοσχεδιασμούς μου. Επίσης όπως λέει και ο David Byrne στο πρόσφατο βιβλίο του ‘How Music Works’, αισθάνομαι ότι η ηχογραφημένη και η ζωντανή μουσική εμπειρία είναι δύο «εντελώς διαφορετικά ζώα». Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η ηχογραφημένη μουσική ακούγεται σε διαφορετικό περιβάλλον και σε διαφορετική εγκεφαλική κατάσταση σε σχέση με τη ζωντανή. Οπωσδήποτε ας παίζουμε ελεύθερα στη ζωντανή εμφάνιση, αλλά ίσως να πρέπει να αλλάξουμε τον τρόπο προσέγγισης στους δίσκους. Αλλιώς μπορεί να καταλήξει κανείς να ηχογραφεί τέτοιους δίσκους που ακούγοντάς τους ο ακροατής λέει «Πω πω, τι φοβεροί παίκτες..» και δεν τους ξανακούει ποτέ. Υπάρχουν πιστεύω πολλά περισσότερα να κάνει κάποιος με ένα ινστρουμένταλ γκρουπ από το «κοιτάξτε μας, δεν είμαστε φοβεροί παίκτες;”.

Όταν έγραφες τα τραγούδια του “The Face Of Mount Molehill” είχες από την αρχή κατά νου τη χρήση των εγχόρδων;
Σε μεγάλο βαθμό. Μερικούς μήνες πριν το τρίο είχε πειραματιστεί με έγχορδα στο Φεστιβάλ Τζαζ του Λονδίνου και είχε δημιουργηθεί η αίσθηση ότι υπήρχαν αρκετές συνθετικές δυνατότητες. Ήταν πια καιρός να κάνουμε κάτι διαφορετικό μετά τους τρεις δίσκους με το τρίο.

Πώς εξελίσσονται τα τραγούδια πάνω στη σκηνή; Προσπαθείτε να μείνετε κοντά στα γραμμένα μέρη;
Ναι, χρησιμοποιούμε τα γραμμένα μέρη. Προφανώς στα βασικά μελωδικά τμήματα, αλλά και σαν βάση ή σαν εναρκτήριο σημείο για κάθε συλλογικό αυτοσχεδιασμό. Σκοπός μας είναι όσο μπορούμε να δημιουργούμε μεγάλα στρώματα έντασης και απελευθέρωσης και το καταφέρνουμε καλύτερα όταν πηδάμε πάνω σε επαναλαμβανόμενα ακόρντα και ρυθμούς. Σχεδόν πάντα είναι αποσπάσματα από την αρχική σύνθεση που τα τονίζουμε και τα χρησιμοποιούμε ως εφαλτήρια για ομαδικούς αυτοσχεδιασμούς. Δεν μου αρέσει και τόσο η ιδέα των τριών μουσικών που περιμένει καθένας τη σειρά του, θάβοντας ο καθένας το κεφάλι του στο δικό του κόσμο. Ένα κομμάτι μας που λέγεται ‘She Eats Flies’ αρχικά είχε διάρκεια τρία λεπτά. Τώρα έχει γίνει ένα δεκαπεντάλεπτο «έπος». Σχεδόν κάθε τμήμα του με τα χρόνια έχει αναπτυχθεί και επεκταθεί πάνω στη σκηνή. Όχι τόσο πολλές ελεύθερες νότες, απλά χτίσιμο και ξαναχτίσιμο. Είναι μια καλή επιλογή για ανκόρ.

Είχες πει κάποτε ότι στη Βρετανία οι τζαζ μουσικοί αντιμετωπίζονται σαν πολίτες δεύτερης κατηγορίας…
Πάντα υπήρχε η αίσθηση ότι οι μουσικοί αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερο σεβασμό στις χώρες της κεντρικής Ευρώπης από ότι στη Βρετανία. Στην Αγγλία είναι αυτό το υποβόσκον συναίσθημα για τους μουσικούς ότι θα πρέπει ψάξουν για μια κανονική δουλειά! Οι δε μουσικοί της τζαζ με τις κακοπληρωμένες εμφανίσεις, τη βρώμικη συμπεριφορά και τη δύσκολη μουσική τους, θεωρείται ότι βρίσκονται στον πάτο αυτού του σωρού! Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο. Αν και ταυτίζομαι με αυτό το χάλι, δεν θα θεωρούσα τον εαυτό μου έναν καθαρόαιμο τζαζ μουσικό. Χρειάζεται περισσότερη αφοσίωση! Υπάρχει όμως αυτό το στοιχείο του «είμαι απέξω και κοιτάζω μέσα» που βρίσκεται πιστεύω στην καλύτερη τέχνη.

Ποια είναι τα επόμενα βήματα για σένα και το τρίο;
Ένα καινούριο άλμπουμ. Απ΄ ότι φαίνεται μόνο με τους τρεις μας. Στόχος μας αυτή τη φορά είναι να εξερευνήσουμε πιο συλλογικά συνθετικά στοιχεία. Να προσπαθήσουμε να αξιοποιήσουμε περισσότερο την ενέργεια που μαζεύουμε όταν βρισκόμαστε μαζί. Στο μεταξύ έχω οριστεί “Musician in Residence” του Derry-Londonderry που είναι φέτος η πολιτιστική πόλη της Βρετανίας. Είναι ένας σημαντικός τίτλος και σημαίνει ότι βασικά πρέπει να περνώ πολύ χρόνο ταξιδεύοντας στο ιστορικό κέντρο του Derry-Londonderry, να συνθέτω και να συνεργάζομαι με τα μουσικά και μη μουσικά ταλέντα της πόλης. Το αποκορύφωμα θα είναι μια μεγάλη συναυλία αργότερα αυτή τη χρονιά. Πρόκειται για μια πόλη που είχε μέσα στα χρόνια τα προβλήματά της και αυτό την κάνει πιο συναρπαστική. Πέρα από αυτά είναι ένα από τα πιο φλογερά και ελπιδοφόρα μέρη που έχω επισκεφθεί εδώ και πολύ καιρό. Θα είναι υπέροχα και όποιος δεν πάει σε αυτή την πόλη ειδικά φέτος θα χάσει!

επαφή: http://www.neilcowleytrio.com

Jazz & Tzaz, Απρίλιος 2013

Mark Alban Lotz

Mark+Alban+Lotz

Flute experimental

Η πατρική συλλογή δίσκων τού εξασφάλισε την πρόσβαση σε έναν απίστευτο πλούτο ηχογραφήσεων που ξεκινούσαν από τα τέλη του 19ου αιώνα, ενώ τα χρόνια που πέρασε μεγαλώνοντας στην Ταϊλάνδη και στη συνέχεια στην Ουγκάντα τον έφεραν σε επαφή με τη μουσική της Ασίας και της Αφρικής. Η επαφή έγινε βαθύτερη με τα μαθήματα εθνολογίας και μουσικολογίας στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Με τις σπουδές του στη Γερμανία, την Αμερική και την Ολλανδία (η τελευταία έχει γίνει η δεύτερη πατρίδα του εδώ και είκοσι χρόνια), επιδόθηκε συστηματικά στη δυτική μουσική παράδοση και την τζαζ. Αυτός ο πλουραλισμός είναι ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της δουλειάς του γερμανού φλαουτίστα Mark Alban Lotz, που απλώνεται από τη free jazz ως τη λαϊκή μουσική της Κούβας και της Δυτικής Αφρικής.

«Είχα την τύχη να μεγαλώσω με έναν πατέρα που είναι μανιώδης συλλέκτης δίσκων σελάκ και βυνιλίου», λέει ο φλαουτίστας στο Jazz & Tzaz από το Ντακάρ της Σενεγάλης όπου βρίσκεται για να ηχογραφήσει τον καινούριο του δίσκο. Η συλλογή του δόκτορα Rainer E. Lotz (http://www.lotz-verlag.de) έμαθε στον Mark από τα παιδικά του χρόνια τους μεγάλους της τζαζ σε όλο το βάθος της ιστορίας της. «Περιλάμβανε τα άπαντα του Duke Ellington και του Louis Armstrong, αλλά έφτανε και σε μουσικούς όπως ο Cecil Taylor. Ο πατέρας μού γνώρισε την τζαζ όχι μόνο από τις ηχογραφήσεις αλλά και πηγαίνοντάς με σε συναυλίες». Εξίσου μεγάλη επιρροή είχαν πάνω του οι μάστερ της world music όπως τους αποκαλεί, σαν τον Doudou N’diaye Rose, τον Hariprasad Chaurasia, τον Lázaro Ros, καθώς και κλασικοί συνθέτες όπως ο Bach και ο Jacques Ibert. «Όλα αυτά μπορεί να τα ακούσει κανείς στη μουσική μου. Όμως αυτός που με επηρέασε περισσότερο ήταν ο δάσκαλός μου ο φλαουτίστας Michael Heupel. Άλλοι φλαουτίστες που θαυμάζω είναι ο James Moody, ο Hubert Laws και ο Sam Most, που είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω από κοντά». Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 ως leader του Lotz of Music, ενός πρότζεκτ που αλλάζει διαρκώς μέγεθος και μέλη, βρίσκει ισορροπία ανάμεσα στον τζαζ αυτοσχεδιασμό και τη σύγχρονη κλασική μουσική, ενώ το Standard Quartet είναι το πιο κοντινό στην παραδοσιακή τζαζ σχήμα του. Με τους Shangos Dance για μια δεκαετία προσέγγισε με ιδιαίτερο τρόπο την αφροκουβανέζικη θρησκευτική μουσική και από το 2006 οι A Fula’s Call, μια παρέα από ευρωπαίους, αφρικανούς και ασιάτες μουσικούς είναι το world fusion συγκρότημά του. Το δεύτερο CD των A Fula’s Call είναι η ηχογράφηση που κάνει στο Ντακάρ τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές.

uexperimentalΕσχάτως όμως βρίσκεται όλο και συχνότερα σε improv καταστάσεις, είτε με τη σειρά συναυλιών υπό τον τίτλο uex(perimental), είτε με τις συχνές επισκέψεις του στην Τουρκία. Το ομώνυμο άλμπουμ (Evil Rabbit records) αντιπροσωπεύει τη μακροχρόνια στενή συνεργασία του Lotz με το συμπατριώτη του κοντραμπασίστα Meinrad Kneer. Οι δυο τους από το 2007 άρχισαν να εμφανίζονται μια φορά το μήνα στο Centraal Museum της Ουτρέχτης παίζοντας ελεύθερους αυτοσχεδιασμούς και έχοντας μαζί τους κάθε φορά διάφορους μουσικούς της ολλανδικής σκηνής. Ύστερα από εμφανίσεις πέντε χρόνων, το 2011 αποφάσισαν να μπουν και στο στούντιο. Ένα τόσο μικροσκοπικό στούντιο του Άμστερνταμ που δεν επέτρεψε τη συμμετοχή πιανίστα και ντράμερ. Τα 26 κομμάτια του CD που προέκυψε είναι στην πλειοψηφία τους μινιατούρες, με μέση διάρκεια κάτω από δύο λεπτά και καθένα τους μοιάζει με μικρό πείραμα που δίνει υλικό προς διερεύνηση και επεξεργασία. «Όλα τα κομμάτια είναι εντελώς αυτοσχέδια. Ο ρόλος μου ως ηγέτη περιοριζόταν στο να καθορίζω αν το σχήμα με το οποίο θα παίζαμε θα ήταν ντούο, τρίο κτλ.». Ο Lotz χρησιμοποιώντας συχνά το κοντραμπάσο φλάουτο κινείται σε συχνότητες χαμηλότερες και από του Kneer δημιουργώντας ένα σκοτεινό, μυστηριώδες υπόβαθρο, που έρχεται να το βαθύνει ακόμη περισσότερο το βαρύτονο σαξόφωνο του Yedo Gibson. Στα τρία κομμάτια που συμμετέχει ο βοκαλίστας Han Buhrs με αλλοπρόσαλλους ήχους και λαρυγγισμούς επιδίδεται σε ένα στοιχειωμένο, τρελό σκατ. Το ίδιο απόκοσμη, σε πολύ υψηλότερες νότες εκείνη, ακούγεται η φωνή της Jodi Gilbert βοηθούμενη από τις ηλεκτρικές παραμορφώσεις της κιθάρας του Alfredo Genovesi, ενώ ένα ακόμη ενδιαφέρον και πέρα από κάθε συμβατικότητα δίδυμο φτιάχνουν η λαπ στιλ κιθάρα του Joost Buis με την τρομπέτα και τη φωνή της Felicity Provan.

may4thΤα δύο Istanbul Improv Sessions ηχογραφήθηκαν στη διάρκεια δύο διαδοχικών ημερών το Μάιο του 2010. «Είχα προσκληθεί στην Ιστανμπούλ για να παίξω και πάλι με το crossover τζαζ κουαρτέτο του μπασίστα Kamil Erdem. Αυτή τη φορά ήταν μαζί και ο φανταστικός αρμονικίστας Meriç Dönük. Συνεργάστηκα ακόμη με τη βοκαλίστα Sible Köse και τον κιθαρίστα και τραγουδιστή Bora Celiker και έκανα workshop στο πανεπιστήμιο Yildiz. Τα δύο συγκεκριμένα πρότζεκτ τα σχημάτισα προκειμένου να παίξω με μερικούς εξέχοντες αυτοσχεδιαστές της πόλης. Το αποτέλεσμα ήταν τόσο ελπιδοφόρο, ώστε αποφασίσαμε αμέσως να το ηχογραφήσουμε». Στο πρώτο από αυτά που ηχογραφήθηκε στις 4 Μαΐου και κυκλοφορεί επίσης από την ολλανδική Evil Rabbit records, ο Lotz συνευρίσκεται με τους Islak Köpek. Χωρίς τύμπανα και εδώ, χωρίς προετοιμασμένο θέμα, ρυθμό και αρμονίες ο φλαουτίστας συνομιλεί σε διάφορους συνδυασμούς με τους αυτοσχεδιαστές του τουρκο-αμερικάνικου κουιντέτου (Sevket Akinci: κιθάρα, Kevin W. Davis: τσέλο, Korhan Erel: ηλεκτρονικά, Robert Reigle και Volkan Terzioglu: σαξόφωνα). Τα δύο σαξόφωνα οδηγούν συχνά στα άκρα με εκρήξεις που απαλύνονται κάπως από τον γήινο ήχο του φλάουτου. Τα μπάσα τα αναλαμβάνει είτε το τσέλο με γρήγορο πιτσικάτο παίξιμο, είτε το μπάσο φλάουτο του Lotz, ενώ η κιθάρα και τα ηλεκτρονικά απλώνουν πολύχρωμα may5thηχητικά στρώματα. Στα Sessions της επόμενης μέρας, που κυκλοφορούν με την ετικέτα Lop Lop του φλαουτίστα, συμμετείχε μια άλλη πενταμελής ομάδα μουσικών (Alexandre Toisoul: κλαρινέτο, Can Omer Oygan: τρομπέτα, εφέ, Umut Caglar: κιθάρα, εφέ,  Michael Hays: κοντραμπάσο, Florent Merlet: ντραμς). Αν και ανάμεσά τους περιλαμβάνονται όργανα που φτιάχνουν ένα συμβατικό rhythm section, το αποτέλεσμα δεν διαφέρει πολύ, καθώς μόνο σε δύο κομμάτια βρίσκονται εν δράσει και τα τρία μαζί. Τα τρία πνευστά κουβαλώντας στις πλάτες τους παραστάσεις που φτάνουν μέχρι τους αρχέγονους ήχους της Αφρικής κινούνται μέσα σε ένα φουτουριστικό, αλλοιωμένο από τα πετάλια και τους παραμορφωτές της κιθάρας και τα εφέ περιβάλλον.

 «Έχω πάντα ένα κόνσεπτ στο μυαλό μου αλλά ανάλογα με το σχήμα όταν χρειάζεται φροντίζω και το αφήνω χαλαρό» λέει ο Lotz. «Όταν παίζω free improv, όπως στα δύο αυτά πρόσφατα άλμπουμ, δεν μου αρέσει να χρησιμοποιώ ντραμς, αλλά προτιμώ τα λεγόμενα chambermusic σχήματα. Όταν πρόκειται για world music παίζω με πραγματικά μεγάλους μάστερ. Καθώς συχνά δεν ξέρουν να διαβάζουν παρτιτούρα, υιοθετώ την ελαστικότητά τους και χρησιμοποιώ τη μουσική τους σαν σημείο εκκίνησης. Για να πω την αλήθεια όμως είμαι ένας κακός παραγωγός, που δεν πολυσκοτίζεται με το θέμα της συνολικής εικόνας και μερικές φορές αυτό δεν είναι καλό. Μαθαίνω ακόμη…».

επαφή: http://www.lotzofmusic.com

Jazz & Tzaz, Φεβρουάριος 2013

Natalie Cressman – Andy Clausen – Kevin Coelho

Talents Unfolding

Οι υποχρεώσεις και τα ωράρια του επαγγελματία μουσικού σε συνδυασμό με την εμπειρία, τις γνώσεις και την ωριμότητα που απαιτούνται για να παίξει κανείς τζαζ φαινομενικά δεν είναι στοιχεία ιδιαίτερα συμβατά με τις παιδικές και τις εφηβικές ηλικίες. Παρ’ όλα αυτά δεν είναι λίγοι οι μουσικοί της τζαζ έγιναν από τόσο νωρίς επαγγελματίες. Ο Denardo Coleman, γιος του Ornette Coleman, στα δέκα του ήταν ο ντράμερ στο “The Empty Foxhole” του πατέρα του, ο Buddy Rich εμφανιζόταν με δικό του γκρουπ από τα έντεκα, και δεκατριάχρονος ο Tony Williams έπαιζε με τον Sam Rivers. Από τους νεότερους μουσικούς οι πιανίστες Taylor Eigsti και Eldar (Djangirov) ηχογράφησαν τα πρώτα τους CD στα δεκατέσσερα, ενώ η σαξοφωνίστα Grace Kelly ξεκινώντας από τα δώδεκα, στα είκοσι σήμερα έχει κιόλας ηχογραφήσει επτά δικά της άλμπουμ. Τρία νέα παιδιά που δεν έχουν ακόμη ολοκληρώσει τις σπουδές τους, μας μίλησαν για τις επιλογές και τη γρήγορη διαδρομή που τους έφερε πολύ γρήγορα να κυκλοφορούν δικά τους άλμπουμ επωμιζόμενοι το ρόλο του ηγέτη, του συνθέτη και του σολίστα.

kc

Ο γεννημένος το 1995 καλιφορνέζος Kevin Coelho, άρχισε να κάνει μαθήματα κλασικού πιάνου από τα έξι του. Όταν άκουσε το “Green Onions” από τον Booker T. και τους MG’s. σκέφτηκε αυτόματα «αυτό θέλω να κάνω» και μεταπήδησε στο χάμοντ. Δάσκαλοί του ήταν ο Randy Masters, ο Will Blades και ο Tony Monaco που τον ενθάρρυνε να φτιάξει δικό του γκρουπ. «Ο δάσκαλός μου ο Tony Monaco, με ώθησε να γίνω leader το καλοκαίρι του 2011» λέει o νεαρός. «Το να ηγούμαι ενός γκρουπ είναι ένα μεγάλο βήμα πέρα από το να είμαι απλά ένας οργανίστας και θα πρέπει να ευχαριστήσω τον Tony που με έκανε να το επιχειρήσω». Το επόμενο μεγάλο βήμα δεν άργησε να έλθει και μόλις στα δεκάξι του μπήκε στο στούντιο για να ηχογραφήσει το πρώτο του CD για την εταιρεία Chicken Coup του Monaco. Χρησιμοποίησε -τι άλλο;- ένα κλασικό χάμοντ τρίο, με τον Derek DiCenzo στην κιθάρα και τον Reggie Jackson στα τύμπανα, συνεργάτες κι οι δυο του δασκάλου του. «Αφού προετοιμάστηκα για περίπου έξι μήνες πήρα το γκρουπ και πήγαμε στο Columbus του Ohio, για δύο εβδομάδες. Χρειαστήκαμε 10 ώρες καθημερινά επί τρεις μέρες στο στούντιο για να ολοκληρώσουμε το υλικό του άλμπουμ. Ήταν εξοντωτικό, αλλά είμαι χαρούμενος με το αποτέλεσμα. Δείχνει το επίπεδο της συνεργασίας με τον Derek και τον Reggie, που με έκαναν να παίξω καλύτερα από ποτέ». Στο Funkengruven – The Joy of Diving a B3” ο Coelho και η παρέα του, με οκτώ διασκευές και δύο δικές του συνθέσεις, ενδιαφέρονται πάνω απ’ όλα να διασκεδάσουν – κι οι ακροατές μαζί τους – με το γκρουβ που είναι φτιαγμένο να παράγει αυτό το μικρό σχήμα. Στο “Cantaloupe Island” του Herbie Hancock, το “Dock of the Bay” του Otis Redding και το “Play it Back” του Lonnie Smith, ο νεαρός τελειώνει τις φράσεις του με μακριές βιμπράτο νότες χωρίς να απομακρύνεται πολύ από το θέμα, συνοδευόμενος από τα κοφτά ακόρντα του DiCenzo και το χαρούμενο φάνκι ρυθμό του Jackson. Στο “Mc Jimmy” (γραμμένο από τον ίδιο για τον Jimmy McGriff) και το “Donna Lee”, ο Coelho οδηγεί το τρίο με τις περπατητές μπασογραμμές του, ενώ με το δεξί διατηρεί τη μελωδικότητά του και στις μεγαλύτερες ταχύτητες. Το άλλο δικό του κομμάτι, το “Funkengruven”, είναι μια ενδιαφέρουσα εναλλαγή ανάμεσα στο φανκ -με ελαφριά νύξη ρέγκε- και το σουίνγκ. Από τα υπόλοιπα κομμάτια όμορφη είναι η σπιρίτσουαλ ατμόσφαιρα του “Take A Stand”, που έρχεται σε αντίθεση με την ανεμελιά του “Tangerine”. Η συνέχεια δε φαίνεται να αγχώνει πολύ τον Coelho. «Σύντομα θα κάνω αίτηση στο κολέγιο και ελπίζω να κάνω το όνομά μου γνωστό τουλάχιστον στο Bay Area και γιατί όχι πέρα από αυτό. Προσπαθώ απλά μέρα με τη μέρα να παίζω και να εκμεταλλεύομαι τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται. Να παίζω πολλή μουσική και να κάνω πολύ κόσμο να χαμογελά!».

Natalie-Cressman

Οι οικογενειακές παραστάσεις της Natalie Cressman από το Σαν Φρανσίσκο στάθηκαν καθοριστικές για το δρόμο που θα ακολουθούσε. Πατέρας της είναι ο τρομπονίστας και ηχολήπτης Jeff Cressman, που ήταν μέλος των Hieroglyphics Ensemble του Peter Apfelbaum και έχει ηχογραφήσεις με Don Cherry, Tito Puente, Santana και Charlie Hunter, ενώ η μητέρα της Sandy Cressman είναι τραγουδίστρια με αρκετές και εκείνη ηχογραφήσεις και συνεργασίες. Η  Natalie πολύ απλά επέλεξε και τα δύο: και να τραγουδά και να παίζει τρομπόνι, αν και όπως μας λέει αρχικά άλλος ήταν ο στόχος της. «Από την παιδική μου ηλικία ασχολήθηκα εξίσου με τα μουσική και το χορό, αλλά μόλις έφτασα στο γυμνάσιο επικεντρώθηκα περισσότερο στο να γίνω χορεύτρια μπαλέτου παρά επαγγελματίας μουσικός. Όμως στα δεκαπέντε μου έπαθα ρήξη ενός χόνδρου στο πόδι και αναγκάστηκα να σταματήσω το χορό για τρεις μήνες. Εκείνο το διάστημα ανακάλυψα πόσο δυνατό ήταν το πάθος μου για τη μουσική. Σχημάτισα ένα συγκρότημα με κάποιους συμμαθητές μου και άρχισα να γράφω και να τραγουδώ. Το απολάμβανα τόσο πολύ που αποφάσισα να κάνω καριέρα στη μουσική». Στα δεκαεπτά της έχοντας παίξει με μουσικούς όπως ο Joe Lovano, ο Miguel Zenon και ο Santana, εμφανίστηκε στα μεγάλα φεστιβάλ τζαζ του Monterey και του North Sea και σύντομα έφυγε για τη Νέα Υόρκη για να συνεχίσει τις σπουδές της στο Manhattan School of Music. Εκεί έφτιαξε το γκρουπ Secret Garden. «Λίγο καιρό αφότου εγκαταστάθηκα στη Νέα Υόρκη άρχισε να με απορροφά το να συνθέτω και να ενορχηστρώνω για πολλά πνευστά τα κομμάτια που έγραφα. Αρχικά σχημάτισα το γκρουπ χρησιμοποιώντας το σαν όχημα για τη μουσική μου. Βρήκα μουσικούς που είχαν τα ίδια εκλεκτικά μουσικά γούστα και ήταν ανοικτοί στο συνδυασμό της τζαζ με άλλα ρυθμικά και τραγουδιστικά στιλ. Ξεκινώντας ήθελα απλά να ακούσω και να δώσω μορφή στη μουσική που είχα στο μυαλό μου, αλλά από τη στιγμή που διαμόρφωσα τον ήχο και το στιλ μου, αισθάνθηκα την ανάγκη να μοιραστώ τη μουσική μου με το κοινό». Μόλις μάζεψε αρκετό υλικό για ένα CD και έχοντας εξασφαλισμένη τη βοήθεια του πατέρα της στην κονσόλα, άρχισε να αναζητά τους απαραίτητους πόρους και κατάφερε να τους βρει, μέσω ενός συμμετοχικού διαδικτυακού τρόπου χρηματοδότησης. Έτσι πολύ σύντομα κυκλοφόρησε το Unfolding. Από τα δύο κομμάτια που διασκευάζει, τα γνωστά “Honeysuckle Rose” και “Goodbye Pork Pie Hat” (τραγουδά και στα δύο), το πρώτο είναι αρκετά μεταμορφωμένο αφού γίνεται μια αισθαντική ποπ μπαλάντα, ενώ το δεύτερο είναι φανερά επηρεασμένο από τη φωνητική ερμηνεία της Joni Mitchell. Στις δικές της συνθέσεις καταπιάνεται με διάφορες τεχνοτροπίες, ενώ ενορχηστρωτικά θυμίζει συχνά τον Apfelbaum, που συμμετέχει με ένα όμορφο σόλο στο “That Knd”. Όταν τραγουδά κλίνει περισσότερο προς την ποπ και στο παίξιμό της έχει ένα ευγενικό ευλύγιστο γλίστρημα και μια γλυκόπικρη χροιά. Στα είκοσι ένα της τώρα η Natalie Cressman έχει φουλ πρόγραμμα για τους επόμενους μήνες. «Σχεδιάζω για τη νέα χρονιά μια μικρή περιοδεία στην Αμερική με τους Secret Garden και την άνοιξη ή το καλοκαίρι θα ηχογραφήσω το καινούριο μου CD.  Στο μεταξύ το Μάιο θα αποφοιτήσω από το Manhattan School of Music, θα κάνω περιοδεία με τον Trey Anastasio των Phish και θα συνεχίσω να παίζω στη Νέα Υόρκη με διάφορους καλλιτέχνες».

andy clausen

Ο δεκαεννιάχρονος τρομπονίστας Andy Clausen από το Σιάτλ, μεγάλωσε κι αυτός σε ένα περιβάλλον γεμάτο μουσικά ερεθίσματα, αφού και ο πατέρας του και η μεγαλύτερη αδελφή του είναι μουσικοί. Αν και αρχικά ήθελε να γίνει σεφ, από την εφηβεία του είχε κάνει τις επιλογές του. «Έγραφα δικές μου συνθέσεις από τα δεκατρία μου και ήθελα να βρω έναν τρόπο να τους δώσω μορφή. Έτσι στα δεκατέσσερα έφτιαξα το πρώτο μου συγκρότημα, ένα τζαζ σεξτέτο. Συμμετείχαν μερικοί φίλοι από το σχολείο, όλοι τους εξαιρετικοί μουσικοί. Ήταν για μένα μεγάλη μαθησιακή εμπειρία να δουλεύουμε μαζί συνεχώς με καινούριο υλικό. Την πρωτοχρονιά του 2010 με το Andy Clausen Sextet κυκλοφορήσαμε το Follow« σε ανεξάρτητη παραγωγή». Το δεύτερό του άλμπουμ «The Wishbone Suite”, που ηχογραφήθηκε ένα χρόνο αργότερα, είναι ένα σύνθετο έργο υψηλής συνθετικής ωριμότητας, με πολλά στοιχεία από τη μοντέρνα κλασική μουσική, με το οποίο ο νεαρός δημιουργός προσπάθησε να αναπαραστήσει τα πρωτόγνωρα αισθήματα που προκάλεσε στον παιδικό του κόσμο η έλξη για μια συμμαθήτριά του όταν ήταν επτά χρόνων. Το έργο αναπτύσσεται σε 19 ως επί το πλείστον μικρής διάρκειας μέρη, από ένα ασυνήθιστο κουαρτέτο με τρομπόνι, κλαρινέτο, πιάνο, ακορντεόν και κρουστά. «Στην πρώτη του έκδοση είχε διάρκεια περίπου 20 λεπτών. Τους επόμενους 8 μήνες του έδωσα την τελική του μορφή ξαναενορχηστρώνοντας τα θέματα με πολλαπλούς διαφορετικούς τρόπους. Παίξαμε τη σουίτα μερικές φορές σε διάφορα φεστιβάλ καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς και τελικά τιμήθηκα με μια επιχορήγηση από το King County για να την ηχογραφήσω. Μετά από πρόβες που κράτησαν τους επόμενους δύο μήνες, κάναμε την ηχογράφηση τον Αύγουστο του 2011 στο Σιάτλ και τον Μάρτιο κυκλοφόρησε από την εταιρεία Table & Chairs Music, της οποίας συνιδρυτές είναι κάποια από τα μέλη του γκρουπ». Συνεχίζοντας τις σπουδές του στη Νέα Υόρκη και επιστρέφοντας στο Σιάτλ σε κάθε ευκαιρία ο Andy Clausen προγραμματίζει τις επόμενες δουλειές του με πολλά σχήματα. «Στη Νέα Υόρκη έχω δύο συγκροτήματα και σκοπεύω να κυκλοφορήσω από ένα άλμπουμ με το καθένα τους: τους The Westerlies, που είναι ένα κουαρτέτο πνευστών που συνδυάζει στοιχεία από φολκ, κλασική και τζαζ και τους SHUTTER, ένα αυτοσχεδιαστικό κουαρτέτο με τρομπέτα, τσέλο, κιθάρα και τρομπόνι. Παίζω ακόμη με την DNA Orchrestra του Andrew Dangelo, τους Relatives, τους Kyle Athayde Dance Party, το Clausen/Mulherkar Duo Project και τους Nordoff. Στο Σιάτλ συνεχίζω κανονικά με το The Wishbone Ensemble, την Andy Clausens Split Stream Big Band και διάφορα άλλα σχήματα».

Jazz & Tzaz, Νοέμβριος 2012

Maria Neckam

 

Natural Sound

Τα τραγούδια της είναι ένα κράμα στοιχείων από την τζαζ, την ποπ, το εναλλακτικό ροκ και την μοντέρνα κλασική, χωρίς να μπορείς να τα αποκαλέσεις με σιγουριά τίποτα από όλα αυτά. Σίγουρα όμως η Maria Neckam γράφει και ερμηνεύει με πολύ προσωπικό και ελεύθερο τρόπο, χωρίς να διστάζει να παραβιάζει κάποτε τους κανόνες της αρμονίας και του ρυθμού και να φτάνει στα όρια της κακοφωνίας, και αν την ακούσεις είναι δύσκολο να μη την προσέξεις. «Μ’ αρέσει να αφήνω τους στίχους να πηγαίνουν τη μουσική όπου χρειάζεται να πάει. Το μέτρημα αλλάζει συνεχώς. Όπως στην ομιλία μας. Δεν μιλάμε σε τέσσερα τέταρτα…» λέει και έχει τα μέσα να είναι πειστική.

Με απροσδιόριστες (προς το παρόν…) ελληνικές ρίζες και γεννημένη στην Αυστρία, η Maria Neckam σπούδασε στο Άμστερνταμ, όπου έκανε και την πρώτη δισκογραφική της προσπάθεια, και συνεχίζει την καριέρα της στη Νέα Υόρκη. Είναι κάτοχος μάστερ από το Manhattan School of Music, έχει μελετήσει μοντέρνα κλασική αλλά και την παράδοση της Ινδίας, της Μέσης Ανατολής και της νοτιοανατολικής Ασίας και εδώ και κάμποσα χρόνια ασκείται στο βουδισμό. Άτομο δηλαδή που βρίσκεται σε διαρκή κίνηση και ανησυχία και προσπαθεί να είναι ο εαυτός της υπερβαίνοντας σύνορα και ταμπέλες. «Σήμερα είμαι εδώ, αύριο αλλού, αλλάζω γρηγορότερα από ποτέ», παραδέχεται σε ένα από τα  τραγούδια του Crossing and Blendingπου κυκλοφόρησε το 2005 σε ανεξάρτητη παραγωγή, ως ηγέτιδα του γκρουπ Maryland. Αυτό ήταν και το πιο “ευρωπαϊκό” μέχρι σήμερα άλμπουμ της, όχι μόνο λόγω της σύνθεσης του συγκροτήματος, αλλά και γιατί τα ερεθίσματα, η έκφρασή της και οι εικόνες που δημιουργεί έχουν έντονο ευρωπαϊκό άρωμα. Με απόσταση πέντε χρόνων, στο Deeperτη βρίσκουμε σε αμερικάνικο έδαφος πλέον, κάτω από την ετικέτα της Sunnyside και με μια παρέα από γνωστούς μουσικούς (όπως ο πιανίστας Aaron Goldberg, ο μπασίστας Thomas Morgan, ο ντράμερ Colin Stranahan και ο σαξοφωνίστας Lars Dietrich), με τη φωνή της που κινείται μεταξύ Suzanne Vega, Joni Mitchell, Bjork και Luciana Souza, να έχει ενταχθεί περίφημα στο νεοϋορκέζικο περιβάλλον.

Με τον ίδιο βασικό πυρήνα μουσικών κυκλοφόρησε το καλοκαίρι το καινούριο της CD Unison”, και πάλι από τη Sunnyside. Με τη βοήθεια της καθημερινής άσκησης στο βουδισμό η Neckam κοιτάζει βαθύτερα μέσα της, προσπαθώντας να πετύχει την εσωτερική αρμονία που δηλώνει και ο τίτλος του CD και φτάνει στο πιο προσωπικό μέχρι τώρα δημιούργημά της. Σε αυτή της την προσπάθεια χρησιμοποιεί νέα μέσα σε σχέση με τις προηγούμενες δύο δουλειές. Από τη μια εκμεταλλεύεται μεγαλύτερη ποικιλία οργάνων, επιστρατεύοντας την τρομπέτα του Kenny Warren, το τσέλο της Mariel Roberts και την κιθάρα του Nir Felder και από την άλλη για πρώτη φορά δεν έχει γράψει όλους τους στίχους, αφού τρία από τα τραγούδια είναι μελοποιημένα (από την ίδια) ποιήματα του Ρίλκε, του Νερούδα και του Πέρση ποιητή του 14ου αιώνα Χαφέζ. Και τα τρία τους τυγχάνουν ιδιαίτερης μεταχείρισης. Στο “Where Do You Think You Will Be” η Neckam μισοτραγουδά – μισοαπαγγέλλει ελεύθερα τους στίχους του Χαφέζ, παρεμβάλλοντας φωνητικά χωρίς λόγια, με μόνη συνοδεία τις θλιμμένες γραμμές του τσέλου. Το τσέλο, αυτή τη φορά παίζοντας εναλλάξ μπαρόκ γραμμές και ένα επαναλαμβανόμενο πιτσικάτο σχήμα, είναι όλη κι όλη η επένδυση των στίχων του Νερούδα στο “You Will Remember”. Στο επίσης απογυμνωμένο ρυθμικά “Solitude” οι στίχοι του Ρίλκε επενδύονται από το άλτο του Lars Dietrich και το τενόρο του Samir Zarif, που ακολουθούν μαζί τις κινήσεις της φωνής. Οι δικοί της στίχοι αντίθετα τις περισσότερες φορές περιβάλλονται από πιο συμβατικές αρμονικές και ρυθμικές δομές που κάποτε προσεγγίζουν τη μορφή ενός ποπ τραγουδιού (“I Miss You”, “I Waiting For My Laundry”) και σχεδόν πάντα έχουν συνεχείς αλλαγές, μεταμορφώσεις και αφθονία από σολάρισμα από όλους τους συμμετέχοντες.

www.marianeckam.com

Συνέντευξη με τη Maria Neckam

Θα ήθελες να μας πεις ποια είναι ακριβώς η σχέση σου με την Ελλάδα;

Βρίσκεται μερικές γενιές πίσω αλλά δυστυχώς δεν ξέρω λεπτομέρειες. Μου φαίνεται όμως συναρπαστική, γιατί η Ελλάδα έχει πλούσια ιστορία και είναι μια όμορφη χώρα. Κάποια μέρα ίσως κάνω κάποια έρευνα, ποιος ξέρει τι θα βρω;

Ξεκινώντας την ενασχόλησή σου με τη μουσική μελέτησες διάφορα όργανα. Πότε κατάλαβες ότι ήθελες να γίνεις τραγουδίστρια;

Πάντοτε λάτρευα να τραγουδώ. Στα δώδεκά μου ξεκίνησα να γράφω ένα μιούζικαλ κι έπειτα τραγούδια που θα τραγουδούσα στους φίλους μου. Η σκέψη να ακολουθήσω επαγγελματικά τη μουσική άρχισε να σχηματίζεται στο μυαλό μου περίπου όταν έγινα δεκαέξι. Χρειάστηκε όμως κάμποσος καιρός, συζητήσεις με τους γονείς μου και πολύ κουράγιο για να φτάσω μέχρι εκεί. Δεν είναι εύκολο αυτό το μονοπάτι για να το επιλέξεις ως επάγγελμα, αλλά δεν πιστεύω ότι είχα ποτέ άλλη επιλογή. Ήξερα ότι έπρεπε να το κάνω, γιατί αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος να επικοινωνώ, να εκφράζω τα πιο βαθιά μου συναισθήματα και σκέψεις. Τίποτα δε συγκρίνεται με το συναίσθημα να συνδέεις τον εαυτό σου με τον κόσμο και το ακροατήριο μέσω της μουσικής. Δεν υπάρχουν περιορισμοί, είναι η ζωή στην πιο απόλυτη μορφή της.

Ανεξάρτητα από το αν αρέσει ή όχι σε κάποιον αυτό που κάνεις, θα πρέπει να αναγνωρίσει ότι το κάνεις με ένα ξεχωριστό τρόπο. Πώς δούλεψες για να αναπτύξεις αυτό το ιδιαίτερο φωνητικό στιλ;

Πιστεύω ότι πρέπει κανείς να χρησιμοποιεί το φυσικό ήχο της φωνής του. Αυτό είναι που αγαπώ περισσότερο σε αυτό το «όργανο», το ότι η φωνή του καθενός ακούγεται διαφορετική και προσωπική. Πολλοί δάσκαλοι της φωνητικής τεχνικής λουστράρουν και αφαιρούν αυτόν το φυσικό ήχο, αλλά εγώ είχα την τύχη να μελετήσω με μια μεγάλη δασκάλα στο Άμστερνταμ, την Annett Andriesen, που χρησιμοποιεί την τεχνική Estill. Σου δίνει την ελευθερία να αναπτύξεις με έναν υγιή τρόπο το δικό σου ήχο. Έτσι ο ήχος αυτός  κατά κύριο λόγο προκύπτει από την επίγνωση και τη σωστή τεχνική. Εκτός αυτού έχω επίσης μελετήσει διαφορετικά είδη και στυλ τραγουδιού, όπως τζαζ, ποπ, κλασική, ινδική και βραζιλιάνικη μουσική. Αν και επιμένω πεισματικά να εμπιστεύομαι το ένστικτο και το γούστο μου, προσπαθώ επίσης να απορροφώ όσο περισσότερα στυλ μπορώ και να τα ενσωματώνω στο δικό μου.

Πότε άρχισε η άσκησή σου στο Βουδισμό;

Ξεκίνησε συστηματικά πριν από έξι χρόνια εδώ στη Νέα Υόρκη, όταν πήρα το “Gohonzon” μου, έναν πάπυρο που χρησιμεύει ως καθρέφτης της ζωής σου και αντιπροσωπεύει όλες σου τις δυνατότητες, αυτό που λέμε Buddhahood. Ψάλλω “Nam Myoho Renge Kyo” μπροστά του κάθε πρωί και κάθε απόγευμα.

Η άσκηση αυτή έχει επίδραση στη δουλειά σου;

Ναι, σίγουρα. Επηρεάζει τον τρόπο που αντιμετωπίζω ο,τιδήποτε. Τις απόψεις, τη στάση, την προσέγγισή μου. Με έχει βοηθήσει να αλλάξω τον εαυτό μου και τη ζωή μου με πολλούς τρόπους. Πιστεύω ότι έχω γίνει πιο φιλεύσπλαχνη και θαρραλέα με τη θέλησή μου να δίνω αξία σε ό,τι κάνω και φυσικά στη μουσική μου. Αυτές τις μέρες είμαι πιο συνειδητοποιημένη σχετικά με το μήνυμα που μεταφέρω. Με προστατεύει από το να φτιάχνω εσωστρεφή μουσική. Πιστεύω ότι με αυτό τον τρόπο είναι δυνατόν να επικοινωνώ με τους ακροατές σε ένα βαθύτερο επίπεδο.

Το πρώτο σου άλμπουμ ενσωμάτωνε πολλές επιρροές από το ευρωπαϊκό περιβάλλον, ενώ το δεύτερο ήταν πιο κοντά στη μοντέρνα τζαζ. Το “Unison” μοιάζει να εμπεριέχει μια πιο προσωπική ματιά.

Το “Unison” κατά κάποιο τρόπο φέρνει κοντά το ευρωπαϊκό μου υπόβαθρο με την πραγματικότητα της καθημερινής μου ζωής εδώ στη Νέα Υόρκη. Είναι μια αντανάκλαση των δύο αυτών κόσμων και της προσπάθειας να βρω ή να προσδιορίσω τον εαυτό μου μέσα από την ένταση που δημιουργούν αυτές οι διαφορές. Πιστεύω επίσης ότι είναι και το πιο ειλικρινές και αυθεντικό μου άλμπουμ μέχρι τώρα. Αισθάνθηκα ότι έγινε με έναν πολύ σωστό τρόπο, χωρίς υπολογισμούς και χειραγώγηση.

Πώς προσεγγίζεις στίχους που έχουν γράψει διάσημοι ποιητές σε μια τόσο προσωπική δουλειά; 

Αυτά τα ποιήματα πραγματικά μιλούν μέσα μου. Εκφράζουν πράγματα που με αφορούν με έναν τόσο καυστικό τρόπο και έχουν ταυτόχρονα την ήρεμη εκείνη βεβαιότητα της τέχνης μιας άλλης εποχής χωρίς κινητά τηλέφωνα, ίντερνετ και μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Θαυμάζω βαθιά τον τρόπο με το οποίο ο Ρίλκε, ο Χαφέζ, ο Νερούδα, ο Ρουμί και πολλοί άλλοι είχαν την ικανότητα να ζωγραφίζουν τόσο ζωντανές εικόνες με τόσο λίγες λέξεις. Και εκτός αυτού υπερβαίνοντας  την τεχνική, αυτό που λένε το λένε με έναν ξεκάθαρα δικό τους τρόπο. Επίσης είναι μεγάλη πρόκληση να συνδυάζω τη δική μου δημιουργικότητα με των άλλων. Με κάνει να σκέφτομαι με άλλους τρόπους.

Τι ετοιμάζεις για το επόμενο διάστημα;

Σχηματοποιώ στο μυαλό μου ένα καινούριο άλμπουμ και βρίσκομαι στην ολοκλήρωση ενός συνθ ποπ άλμπουμ μου με το όνομα milán. Είμαι πολύ ενθουσιασμένη που θα μπω στα κλαμπ με αυτή τη μουσική και θα κάνω τον κόσμο να χορεύει.

Jazz & Tzaz, Οκτώβριος 2012

Lisa Hilton

Δίνοντας ήχο στην καθημερινότητα

Όταν ήταν μικρό παιδί, πριν ακόμη ξεκινήσει τα μαθήματα πιάνου, παίζοντας με τα πλήκτρα σκάρωνε δικά της τραγουδάκια. Η αγάπη και η αφοσίωσή της στη μουσική από τόσο μικρή ηλικία έδειχνε το δρόμο που θα ακολουθούσε. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 μέχρι σήμερα, έχει μια συνεχή δισκογραφική παρουσία, με ένα άλμπουμ σχεδόν ανελλιπώς κάθε χρονιά (συνολικά γύρω στα δεκαπέντε). Κι όμως τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν τόσο ομαλά για τη Lisa Hilton, όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως.

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Καλιφόρνια και ξεκίνησε από τα οκτώ της τις κλασικές σπουδές στο πιάνο. Καθώς μεγάλωνε ήλθαν τα τζαζ και μπλουζ ακούσματα και η πρώτη συναυλία που παρακολούθησε ήταν από το θρυλικό ντούο του Sonny Terry με τον Brownie McGee. Δεν αμελούσε να παίζει όπου της δινόταν η ευκαιρία: με τη σχολική χορωδία, σε θεατρικές εκδηλώσεις, σε γάμους… Φτάνοντας όμως στα δεκαεννιά αισθάνθηκε ότι αυτά που έκανε δεν τη γέμιζαν και αποφάσισε να παρατήσει τη μουσική. «Για πολύ καιρό μου ήταν πολύ δύσκολο να μιλώ για αυτό το θέμα» λέει η Lisa Hilton στο Jazz & Tzaz. «Αισθανόμουν σαν να είχα βρει τον αληθινό έρωτα κι αυτός να χάθηκε με τραγικό τρόπο. Ως νεαρό κορίτσι πίστευα ότι η μουσική ήταν διασκέδαση, ότι ήταν κάτι που με συνάρπαζε, ένας φυσικός τρόπος έκφρασης. Με ενδιέφεραν όλα τα μουσικά είδη και τα προσέγγιζα αβίαστα, με τον τρόπο που ένας εντελώς αθλητικός τύπος μπορεί να ασχολείται με πολλά αθλήματα. Στο κολέγιο όμως ήλθα αντιμέτωπη με μια νέα πραγματικότητα. Δεν με ενδιέφερε να διδάσκω ή να παίζω κλασική μουσική και δεν είχα ανακαλύψει ακόμη την προοπτική της τζαζ. Δεν έβρισκα να παίξω κάτι που να μου άρεσε πραγματικά. Ο δάσκαλός μου είχε τη φήμη μεγάλου πιανίστα, αλλά και δύσκολου εκπαιδευτή. Δεν έβλεπα κανένα σημάδι ότι μπορούσα να έχω μέλλον στη μουσική. Έτσι ξαφνικά τα παράτησα». Η απόφασή της ήταν να μην ασχοληθεί ξανά με τη μουσική και σπούδασε καλές τέχνες και ντιζάιν. Αλλά ένα τυχαίο γεγονός ήταν η αφορμή για να αλλάξει γνώμη. «Πριν από δεκαπέντε χρόνια βρέθηκα σε ένα πάρτι στο σπίτι του συνθέτη και παραγωγού David Foster. Κάποια στιγμή κάθισε στο πιάνο και άρχισε να παίζει και να μιλά για τα τραγούδια που είχε γράψει μεταξύ άλλων για την Barbra Streisand και τη Celine Dion. Αυτό ήταν! Αυτό που χρειαζόμουν ήταν να παίξω ποπ μουσική. Την επόμενη μέρα αγόρασα μια αγκαλιά βιβλία με ποπ παρτιτούρες και άρχισα να ψάχνω με ανυπομονησία για κάτι που θα μου άρεσε να παίξω. Με απελπισία -καθώς τα βιβλία κόστιζαν ένα σωρό χρήματα- ανακάλυψα ότι στην πραγματικότητα δεν ήταν αυτό που έψαχνα. Σκέφτηκα λοιπόν ότι αυτό που έπρεπε να κάνω ήταν να γράψω τη δική μου μουσική και αυτό κάνω από τότε. Οι συνθέσεις μου μπορούν να αγγίξουν ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο και αυτό είναι κάτι σαν το όμορφο τέλος της ιστορίας. Δεν είναι πάντα εύκολο να γίνεις μουσικός και ιδιαίτερα μουσικός της τζαζ. Είναι όμως ευκολότερο από το να χάσεις αυτό που αγαπάς».

Συνδυάζοντας τις κλασικές της σπουδές με τα ακούσματα από την τζαζ, τα μπλουζ και την ποπ, διαμόρφωσε ένα στιλ που είναι επηρεασμένο εξίσου από τον Μπετόβεν, τον Ντεμπισί, τον Μπέλα Μπάρτοκ, αλλά και τον Jelly Roll Morton, τον Muddy Waters και τον Thelonious Monk. Άρχισε να ηχογραφεί και στα άλμπουμ της συνεργάστηκε με γνωστούς μουσικούς όπως ο Jeremy Pelt, ο Lewis Nash, ο Christian McBride, ο Eric Marienthal και ο Steve Wilson. Σ’ αυτή τη δεκαπενταετή πορεία της καλείται να παίξει πολλούς ρόλους: πιανίστα, συνθέτρια, bandleader, παραγωγός, αλλά και υπεύθυνη της δικής της δισκογραφικής εταιρείας. «Στις μέρες μας όλοι ασχολούμαστε με πολλά πράγματα, γιατί έχουμε αυτή τη δυνατότητα όσο ποτέ άλλοτε στο παρελθόν. Το πρόγραμμα των μουσικών είναι υπερφορτωμένο. Πρέπει όμως κάθε στιγμή να επιλέγουμε που θα επικεντρωθούμε. Δεν παίζω κάθε μέρα, ούτε περιοδεύω όλο το χρόνο. Υπάρχουν μέρες για παίξιμο, μέρες για το γραφείο, μέρες για περιοδείες, αλλά κάθε φορά αφήνω χρόνο και για τις μουσικές εξερευνήσεις και για να υφάνω νέες συνθέσεις». Αυτός ο τελευταίος, ο ρόλος της συνθέτριας, θεωρεί ότι είναι και ο σημαντικότερος για εκείνη, εκφράζοντας την αγωνία πολλών μουσικών της γενιάς της, που αντί να αναπαράγουν το χτες, προσπαθούν να δημιουργήσουν αυτά που θα παίζονται αύριο. «Μου αρέσει να παίζω, λατρεύω να εξερευνώ το όργανό μου και προσπαθώ να είμαι όσο περισσότερο ανήσυχη και αχόρταγη σε αυτό. Όμως αυτό που έχω πραγματικά ανάγκη είναι να συνθέτω. Δεν αισθάνομαι άνετα να παίζω συνθέσεις που δεν έχω γράψει εγώ. Μπορεί να είναι αρκετό για όσους πάνω απ’ όλα βάζουν την ερμηνεία. Όμως εγώ όταν παίζω συνθέσεις κάποιου άλλου είναι σαν να δανείζομαι τα ρούχα του. Μπορεί να είναι όμορφα, αλλά δεν είναι δικά μου. Αυτά που γράφω είναι η φωνή μου, η τέχνη μου, μεταφέρουν την αντίληψή μου για τον κόσμο, την αγάπη μου για την τζαζ και το πιάνο. Δε ζητάμε από ένα ζωγράφο να ζωγραφίζει ξανά και ξανά τους πίνακες άλλων και δε βλέπω το λόγο γιατί θα έπρεπε να κάνει κάτι ανάλογο ένας μουσικός. Κάθε γενιά πρέπει να δημιουργήσει μια δουλειά που να μιλά για τον κόσμο στον οποίο ζει, έχοντας βεβαίως γνώση του παρελθόντος».

Στα τελευταία της δύο CD, το περσινό “Underground” και τώρα το “American Impressions”, η Hilton φαίνεται να έχει βρει το γκρουπ που της ταιριάζει απόλυτα, στο κουαρτέτο που έφτιαξε με τον J.D.Allen στο τενόρο, τον Larry Grenadier στο κοντραμπάσο και τον Nasheet Waits στα τύμπανα. Η φιλοδοξία της στο “American Impressions” είναι να ακολουθήσει τα βήματα μεγάλων αμερικανών συνθετών, όπως ο George Gershwin και ο Aaron Copeland, και να μετατρέψει σε μουσική εμπειρίες και εικόνες από τη ζωή στην πατρίδα της, που προέρχονται από κοινά ερεθίσματα της καθημερινότητας. Δίνει ήχο στην ανυπόμονη κίνηση της διαδρομής του μετρό με το “Subway”, στην εξωπραγματική αίσθηση μιας ξαφνικής ρομαντικής συνάντησης με το “Accidental Romance”, στις μελαγχολικές σκέψεις που φέρνει μια βροχερή μέρα με το λυρικό κομψοτέχνημα “When it Rains”, στη ζέστη του καλοκαιριού με την υπνωτιστική μελωδία και το ανάλογο τέμπο του “Too Hot”. Στο “Anatomy of the Blues” επιχειρεί μια εντελώς ιδιόμορφη ανατομία των μπλουζ, ενώ το “Underground”, title track του προηγούμενου CD της, εδώ ακούγεται σε τρίο εκτέλεση – εξερεύνηση για το πιάνο, με το ριφ που παίζει ασταμάτητα η Hilton με το αριστερό να δίνει τον υπόγειο παλμό και με καταπληκτική δουλειά από τον Nasheet Waits. Πλάι στις δικές της συνθέσεις και δύο όμορφες διασκευές: στο “Echoes Of Harlem” του Duke Ellington και το “Rainy Night House” της Joni Mitchell.

«Κάθε σύνθεση ξεκινά με μια μουσική εξερεύνηση», λέει δίνοντάς μας μια ιδέα για τον τρόπο με τον οποίο δουλεύει. «Δεν κάθομαι με σκοπό να γράψω ένα κομμάτι ας πούμε για το μετρό. Σκέφτομαι: μπορώ να πάρω ένα επαναλαμβανόμενο σχήμα κι ύστερα να προσθέσω μια φράση του Προκόφιεφ, ένα καλό μέτρο μπλουζ, μια διαφωνία, κάτι μινιμαλιστικό; Κάποια στιγμή αναρωτιέμαι: σαν τι ακούγεται; Σαν το μετρό! Κι ύστερα τελειώνω το κομμάτι με αυτή τη σκέψη. Στην πραγματικότητα θυμάμαι ελάχιστα πράγματα από τη συνθετική διαδικασία. Μπορώ να ανακαλέσω την αρχή και το τελείωμα ενός κομματιού, αλλά παρεμβάλλονται ώρες ή και μήνες επεξεργασίας ιδεών που δεν μπορώ να θυμηθώ και αυτό στο οποίο καταλήγω είναι εντελώς διαφορετικό από το ξεκίνημά του! Και βέβαια δουλεύω με το γκρουπ, αυτοσχεδιάζουμε και αλλάζει ακόμη περισσότερο».

Το σάουντρακ της καθημερινής ζωής που έστησε η Lisa Hilton είναι μια σύνθετη, όμως προσεγγίσιμη δημιουργία, γεμάτη από πλούσιες μελωδίες και ενορχηστρώσεις, όμορφους αυτοσχεδιασμούς αλλά και αφαιρετικό παίξιμο και ιμπρεσσιονιστικά χρώματα. «Αδιαφορώ για τον ελιτισμό» καταλήγει. «Προτιμώ να δημιουργώ μουσική που να αφορά όλο τον κόσμο. Η μουσική είναι το απόλυτο κοινωνικό δίκτυο εδώ και χιλιάδες χρόνια. Ό,τι είναι αυθεντικό έχει μεγαλύτερη σημασία από αυτό που είναι ‘τέλειο’ ή δημοφιλές».

επαφή: www.lisahiltonmusic.com

Jazz & Tzaz, Ιούνιος 2012

Bryan & the Haggards

Jazz Outlaws

Δεν είναι υπερβολή ότι από τη νεοϋρκέζικη εταιρεία Hot Cup έχουμε ακούσει μερικά από τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα εδώ και δυο-τρία χρόνια. Στην ουσία πρόκειται για μια παρέα δέκα περίπου μουσικών που τους συναντάμε σε διάφορους συνδυασμούς, κάθε φορά με κάποιον τους στο ρόλο του leader: τους εκρηκτικούς Mostly Other People Do the Killing του μπασίστα και ιδρυτή της εταιρίας Moppa Elliott, το τρίο του σαξοφωνίστα Jon Irabagon, τους Big Five Chord του κιθαρίστα Jon Lundbom, ή το ίδιο ακριβώς κουιντέτο, μεταμορφωμένο σε Bryan & the Haggards, υπό την καθοδήγηση του σαξοφωνίστα Bryan Murray. Το τελευταίο αυτό γκρουπ είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση tribute band, όχι εφήμερου χαρακτήρα – έχει ήδη προγραμματίσει το τρίτο του άλμπουμ – που στήθηκε για να ερμηνεύει τα τραγούδια του μεγάλου δημιουργού της κάντρι Merle Haggard.

Ο Biff Adam, ντράμερ στους Strangers του Merle Haggard από τη δεκαετία του ’60, έχει πει ότι όταν βρίσκονταν στη σκηνή δεν παρουσίαζαν ποτέ δυο φορές το ίδιο πρόγραμμα. Δεν έπαιζαν καν τα κομμάτια στο ίδιο κλειδί ή στο ίδιο τέμπο. Όπως ακριβώς συμβαίνει με την τζαζ, ο Haggard κρατά τους μουσικούς σε επιφυλακή, γιατί δεν έχουν ιδέα τι πρόκειται να προκύψει. Στη μουσική του αντλούσε πάντα στοιχεία από την τζαζ και έδινε έμφαση στον αυτοσχεδιασμό, γι αυτό και κάποιες φορές την αναφέρουν σαν κάντρι-τζαζ. Όλα αυτά μάλλον δεν τα είχε υπόψη του ο Bryan Murray, τενορίστας στους Big Five Chord, που ανακάλυψε τυχαία τα τραγούδια του Haggard και κόλλησε αμέσως σ’ αυτά. Ενθουσιασμένος από τις όμορφες μελωδίες, την απλή τους δομή και φυσικά την ερμηνεία του Haggard, πρότεινε στον Jon Lundbom να δοκιμάσουν με το γκρουπ μερικά από αυτά. Παίζοντάς τα ελεύθερα και ανοίγοντας συνεχώς νέους διαδρόμους για ξεσπάσματα και αυτοσχεδιασμούς, χωρίς όμως να χάνουν τη μελωδική αίσθηση των τραγουδιών, άρχισαν να κλείνουν εμφανίσεις ως Bryan & the Haggards και στα μέσα του 2010 είχαν έτοιμο το πρώτο τους CD “Pretend It’s The End Of The World”. Τον περασμένο Δεκέμβριο κυκλοφόρησαν και το “Still Alive And Kickin’ Down The Walls”. Σε αυτό το άλμπουμ ακούγονται να διασκεδάζουν και να απολαμβάνουν ακόμη περισσότερο αυτό που κάνουν και να έχουν αγκαλιάσει πλήρως το αίσθημα και την απλότητα της κάντρι. Στα περισσότερα κομμάτια, κιθάρα, μπάσο και ντραμς μοιάζουν να αρκούνται στο ρόλο της λιτότερης δυνατής ρυθμικής συνοδείας και να μη θέλουν να παίξουν ούτε μια νότα παραπάνω απ’ ότι αν βρισκόταν στη θέση τους ένα παραδοσιακό rhythm section της κάντρι. Αυτό δεν εμποδίζει τον Lundbom να κάνει ένα παραμορφωμένο και θορυβώδες σόλο στο “Seeing Eye Dog”, ή τον Moppa Elliott να σκαρώσει ένα ελεύθερο παιχνίδι με το δοξάρι με τη συνοδεία της φωνής του σε ένα διασκεδαστικό σκατ στο “San Antonio Rose” και μαζί με τον ντράμερ Danny Fisher να ξεχειλώσουν και να αποδομήσουν ρυθμικά το “If We Make It Through December”. Τα σαξόφωνα του Murray και του Jon Irabagon αναλαμβάνουν να ακολουθήσουν τους δρόμους που έχει χαράξει η φωνή του Haggard, κάποιες φορές με αρκετό χιούμορ, με το τενόρο του πρώτου να μένει πιο κοντά στη μελωδία και το άλτο και το σοπράνο του δεύτερου να τραβιούνται όλο και συχνότερα ελεύθερα προς τα έξω.

επαφή: http://www.bryanmurray.net

Συνέντευξη με τον Bryan Murray

Τα ίδια ακριβώς άτομα παίζετε στους Big Five Chord του Jon Lundbom από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας. Πώς προέκυψε η ιδέα των Bryan & the Haggards;

Του Jon του αρέσει να μου δίνει διάφορα CD να ακούσω. Ένα από αυτά ήταν και μια συλλογή τραγουδιών του Merle Haggard με τους Strangers. Όταν το άκουσα έπαθα πλάκα. Βρισκόμουν σε μια περίοδο που είχα βαρεθεί το υπερπολύπλοκο τζαζ παίξιμο και αναζητούσα κάτι αγνό, απλό και με ψυχή. Το βρήκα ακούγοντας τον Merle. Είχαμε ένα gig στο Knitting Factory και καθώς πίναμε μπύρα με τον Lundbom του είπα ότι θα ήταν ωραίο να δοκιμάσουμε μερικά τραγούδια του Merle Haggard. «Εντάξει», μου λέει, «αρκεί να γράψεις εσύ τις παρτιτούρες…». Το έκανα με χαρά. Κάναμε αυτό το gig και ήταν ένα από τα πιο διασκεδαστικά στα οποία έχω παίξει. Απλά κάτι μου έκανε κλικ. Μετά ο Jon έκανε ένα διάλειμμα με τους Big Five Chord και άρχισα να κλείνω συναυλίες σαν Bryan and the Haggards.

Τα τραγούδια του Merle Haggard έχουν πολύ απλή δομή και πολλά από αυτά αποτελούνται από τρία ακόρντα μόνο. Αυτή η απλότητα σας ωθεί να είσαστε πιο ελεύθεροι και πιο ανοικτοί σε πειραματισμούς;

Ακριβώς! Αυτός είναι ο λόγος που λατρεύω αυτά τα κομμάτια. Μας επιτρέπουν να πάμε οπουδήποτε θέλουμε. Μερικές φορές ο Danny (Fisher) και ο Moppa (Elliott) παίζουν σαν να συνοδεύουν ένα κανονικό κάντρι συγκρότημα και άλλοτε παίζουν σαν τρελαμένοι. Εξαρτάται σε τι διάθεση βρίσκονται. Όποτε παίζουμε όμως είναι σαν έκρηξη. Όλοι χαμογελούν και νιώθω ευτυχισμένος. Ναι, πράγματι, επειδή έχουμε να κάνουμε με τρία-τέσσερα ακόρντα μόνο, ολοένα και ανοιγόμαστε και συνεχίζουμε έτσι. Μου αρέσει η ένταση που δημιουργείται όταν ο σολίστας απλώνεται έξω τη στιγμή που το rhythm section παίζει μέσα στη φόρμα. Άλλοτε όμως κάνει το ίδιο και το rhythm section. Λόγω του ότι παίζουμε μαζί τόσο καιρό, όλα αυτά συμβαίνουν με φυσικό τρόπο.

Το δεύτερο CD σας ακούγεται κάπως λιγότερο ελεύθερο και πιο κοντά στην κάντρι σε σχέση με το πρώτο. Αισθάνεσαι ότι σταδιακά μπαίνετε πιο βαθιά στον κάντρι ήχο;

Έχω γίνει στ’ αλήθεια οπαδός της κάντρι. Από τότε που ασχολήθηκα με τον Merle Haggard, ακούω πολύ Bob Wills, Johnny Cash, Dolly Parton, Jimmie Rodgers, Waylon Jennings και αρκετούς ακόμη. Ακούω βέβαια ακόμη Keith Jarrett (με τον Dewey Redman), Coleman Hawkins ή κάποιους παλιούς τενορίστες από καιρό σε καιρό, αλλά όλο και πιο συχνά μου αρέσει να κάθομαι με ένα ποτήρι μπέρμπον στα χέρια και να ακούω κάντρι. Ίσως κάποια στιγμή αυτό να αλλάξει, αλλά όσο μεγαλώνω έχω την αίσθηση ότι μου αρέσει ο ήχος και οι ιστορίες που διηγείται η κλασική κάντρι. Μεγάλωσα στη Δυτική Βιρτζίνια και η μουσική αυτή με κάνει να αισθάνομαι νοσταλγικά για τη ζωή στις μικρές πόλεις, αν και δεν σκοπεύω να εγκαταλείψω ποτέ το Μπρούκλιν.

Οι στίχοι των τραγουδιών επηρεάζουν τον τρόπο που τα παίζετε;

Κάποιες φορές, όχι όμως πάντα. Διασκευάσαμε το “Silver Wings”, ένα όμορφο τραγούδι σε ένα παραμορφωμένο, επιθετικό ροκ κομμάτι. Αλλά στο “Sing a Sad Song,” που είναι ένα από τα αγαπημένα μου κομμάτια του Merle, μου αρέσει να το παίζουμε απλά και να μένουμε κοντά στο πρωτότυπο. Είναι τόσο όμορφο! Το “If We Make it Through December” είναι το πιο λυπημένο Χριστουγεννιάτικο τραγούδι που έχω ακούσει και πιστεύω ότι αυτό φαίνεται και στη δική μας εκτέλεση.

Σε μερικά σας βίντεο στο youtube εμφανίζεται μαζί σας και τραγουδιστής όταν παίζετε ζωντανά. Σκοπεύετε να κάνετε και κάποια ηχογράφηση με τραγουδιστή;

Περάσαμε πολύ καλά σε εκείνη η συναυλία! Ο Robbie Fulks, ένας σπουδαίος και καινοτόμος τραγουδιστής της κάντρι, είχε την καλοσύνη να ανέβει μαζί μας στη σκηνή. Μας παρακίνησε να παίξουμε στρέιτ στα κομμάτια που τραγούδησε. Ήταν κάτι που συνέβη τυχαία καθώς βρισκόταν τότε στην περιοχή και είχαμε έναν κοινό φίλο. Δεν έχουμε σκεφτεί να χρησιμοποιήσουμε τραγουδιστή στο μέλλον. Πού και πού όταν τα έχω πιει, επιχειρώ να τραγουδώ εγώ σε κάποια κομμάτια, αλλά η φωνή μου είναι κακή… Θα προτιμούσα να μπορούσα να τραγουδώ αυτά τα τραγούδια, αντί να παίζω σαξόφωνο.

Στα περισσότερα από τα CD της εταιρείας Hot Cup υπάρχει πολύ χιούμορ και διάθεση για πλάκα. Ο Jon Irabagon μας είχε πει σε αυτό το περιοδικό ότι το χιούμορ είναι ένας τρόπος που σε βοηθά να σκέφτεσαι έξω από την πεπατημένη και να προσπαθείς να αναπτύξεις κάτι δικό σου.

Ξέρω τι εννοεί. Το χιούμορ διατηρεί τα πράγματα χαλαρά και σου επιτρέπει να αφήνεις τη μουσική να κατευθυνθεί οπουδήποτε θελήσεις, πράγμα που το θεωρώ πολύ σημαντικό. Μ’ αρέσει το ότι περνάμε καλά με το συγκρότημά μου στις συναυλίες. Τα λάιβ μας είναι διαφορετικά από τις ηχογραφήσεις. Υπάρχει πολλή σοβαρότητα στη μουσική και είναι καλό να προσπαθείς για κάτι διαφορετικό. Πάντα μου άρεσε να κάνω αστεία. Και οι γονείς μου έκαναν το ίδιο και μεγαλώνοντας σε τέτοιο περιβάλλον απέκτησα και εγώ χαλαρό χαρακτήρα…

Πώς φαντάζεσαι ότι θα αντιδρούσαν οι φίλοι της κάντρι ακούγοντας τις εκτελέσεις σας;

Φαντάζομαι ότι θα σκέφτονται πως κάνουμε πλάκα με αυτή τη μουσική, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν γίνεται κάτι τέτοιο. Απλά έτσι είναι η μουσική μας. Κάθε λίγο και λιγάκι παίρνω κάποιο μέιλ από κάποιον που τυχαίνει να του αρέσει και ο Merle Haggard και η αβάν γκαρντ τζαζ, αλλά αυτό συμβαίνει μάλλον σπάνια. Το κοινό στο οποίο απευθυνόμαστε είναι πολύ περιορισμένο, αλλά όταν η μουσική μας βρίσκει αυτούς τους ανθρώπους αισθάνομαι πραγματικά όμορφα.

Ξέρεις αν ο Merle Haggard έχει ακούσει τη μουσική του από σας;

Στείλαμε μερικά CD στο μάνατζερ και το διαφημιστή του, αλλά δεν πήραμε καμιά απάντηση.  Δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν μας άκουσε, ή κι αν το έκανε αν του αρέσαμε. Πάντως αν πρόκειται να μας ακούσει ελπίζω να αντιληφθεί το σεβασμό που έχουμε για τη μουσική του.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας;

Η γυναίκα μου πρόκειται να γεννήσει το πρώτο μας παιδί. Έτσι θα κάνω ένα διάλειμμα, αλλά μετά θα επιστρέψω στη ροή των πραγμάτων. Θα κλείσω μερικές εμφανίσεις και πιθανότατα θα ηχογραφήσουμε άλλο ένα άλμπουμ. Θα ‘θελα κάποια στιγμή να φέρω το γκρουπ στην Ευρώπη. Ξέρω ότι ο Moppa ήδη το προσπαθεί.

Jazz & Tzaz, Μάρτιος 2012

Tum Records

Φινλανδέζικη στέγη για τη δημιουργική μουσική

Juhani Aaltonen

Juhani Aaltonen

Το 1963 ο Bernard Stillman, ένας νέος δικηγόρος από το New Jersey που με αφορμή την ενασχόλησή του με τις κτηματικές περιουσίες του Charlie Parker και της Billie Holiday γνώρισε και αγάπησε την τζαζ, αποφάσισε να δημιουργήσει τη δική του δισκογραφική εταιρεία. Ο πρώτος καλλιτέχνης που υπέγραψε σε αυτήν, την ESP-DISK, ήταν ο Albert Ayler και το “Spiritual Unity” ήταν το πρώτο άλμπουμ της εταιρείας, αν εξαιρέσουμε μια ηχογράφηση του Stillman που είχε σκοπό να διαδώσει τη γλώσσα Εσπεράντο. Σαράντα χρόνια αργότερα ένας άλλος δικηγόρος, ο Φιλανδός Petri Haussila, ίδρυσε στο Ελσίνκι την Tum Records, έχοντας σκοπό να εκδώσει τη δουλειά ενός σπουδαίου σαξοφωνίστα κι αυτός, του συμπατριώτη του Juhani Aaltonen, που είχε είκοσι περίπου χρόνια να ηχογραφήσει τη μουσική του. Εστιάζοντας κυρίως σε καλλιτέχνες του ελεύθερου αυτοσχεδιασμού που θέλουν να παίξουν δικά τους πράγματα, στα περίπου τριάντα μέχρι σήμερα άλμπουμ της Tum Records περιλαμβάνονται αρκετοί παλιοί και νεότεροι Φιλανδοί, αλλά και ηχογραφήσεις του Leo Smith, του John Tchicai, του Andrew Cyrille και του Billy Bang.

«Το 2002 υπήρχαν διάφοροι λόγοι για τους οποίους χρειαζόταν να βρεθεί κάποιος τρόπος για να κυκλοφορήσει η φιλανδέζικη δημιουργική μουσική», λέει στο Jazz & Tzaz ο Petri Haussila. «Ο Juhani Aaltonen είχε ηχογραφήσει ένα λάιβ με το νέο του τρίο. Από την άλλη μεριά εγώ είχα διοργανώσει μια συναυλία του με ένα τρίο που περιλάμβανε τον Reggie Workman και τον Andrew Cyrille, καθώς και τους τρεις τους μαζί με την Avanti! Chamber Orchestra να ερμηνεύουν τη μουσική του συνθέτη Henrik Otto Donner που είχε ηχογραφηθεί σε ένα στούντιο στο Ελσίνκι. Ακόμη ο μπασίστας Antti Hytti που είχε έτοιμη μια ηχογράφηση με το γκρουπ Suhkan Uhka έψαχνε για εταιρεία, αφού το συμβόλαιό του με τη Naxos είχε διαλυθεί. Από αυτή την ανάγκη προέκυψαν τα τρία πρώτα CD της TUM. Και στα τρία συμμετείχε ο Juhani Aaltonen και η επιθυμία μου να εκδώσω τη μουσική του ήταν ένας βασικός λόγος να δημιουργήσω αυτή την εταιρεία, δεδομένου ότι αν και πρόκειται για ένα γίγαντα της ευρωπαϊκής αυτοσχεδιαζόμενης μουσικής είχε να κυκλοφορήσει κάτι αντιπροσωπευτικό της τέχνης του για περίπου είκοσι χρόνια». Όσο κι αν ακούγεται παράξενο, για μια χώρα που παραδοσιακά αγκαλιάζει την τζαζ και όπου υπάρχουν αρκετές ανεξάρτητες εταιρείες, το ενδιαφέρον αυτών των εταιρειών για τους παλιότερους ντόπιους εκπροσώπους του ελεύθερου αυτοσχεδιασμού ήταν περιορισμένο. «Ακόμη και στη Φινλανδία το επίκεντρο του ενδιαφέροντος ήταν το νέο-συντηρητικό mainstream και η γκρουβ τζαζ που παιζόταν από εικοσάρηδες».

Κόντρα στους όρους και τις τάσεις της αγοράς ο Petri Haussila καθορίζει τη στάση του από το μεράκι και την αγάπη του για την τζαζ και το κλειδί στην επιλογή των μουσικών που ηχογραφούν για την TUM είναι πάντα η δημιουργικότητα. Κοντεύοντας μια δεκαετία στο τιμόνι της εταιρείας εξακολουθεί να αγοράζει ασταμάτητα δίσκους, να ακούει και να απολαμβάνει την αυτοσχεδιαζόμενη μουσική ανεπηρέαστος από το βάρος του μάρκετινγκ. «Θέλω να συνεργάζομαι μόνο με καλλιτέχνες που έχουν κάτι αυθεντικά δικό τους να πουν. Δεν με επηρεάζουν οι εμπορικές δυνατότητες, αν και προσπαθώ να παρουσιάζω τη μουσική με τέτοιο τρόπο που να προσελκύει τον πραγματικό φίλο της δημιουργικής μουσικής. Βασικά έχω την οπτική του λάτρη της τζαζ: παρουσιάζω ό,τι απολαμβάνω εγώ ο ίδιος και ό,τι πιστεύω ότι αξίζει να ακουστεί πιο ευρέως. Από τη δεκαετία του ’80 και του ’90 ήμουν θαυμαστής πολλών από τους καλλιτέχνες της TUM, είτε είναι Φιλανδοί (όπως Juhani Aaltonen, Teppo Hautaaho, Raoul Björkenheim) είτε από το εξωτερικό (Billy Bang, Wadada Leo Smith, Reggie Workman, Andrew Cyrille, Ahmed Abdullah) και ήθελα η TUM να τους δίνει τη δυνατότητα να εκδίδουν τη μουσική τους κάτω από τις σημερινές αντίξοες συνθήκες. Ταυτόχρονα ενδιαφέρομαι και για νεότερους μουσικούς που έχουν κάτι μοναδικό να προσφέρουν, όπως για παράδειγμα ο σαξοφωνίστας Mikko Innanen και ο κιθαρίστας Kalle Kalima, που αν και έχουν σπουδάσει σε ωδεία, δεν αναζητούν συμβατικές και εμπορικές λύσεις, αλλά αναζητούν πάντα κάτι διαφορετικό».

Ένα τέτοιο μίγμα από παλιά και νεότερα ονόματα είναι και οι τελευταίες κυκλοφορίες της TUM. Η συνάντηση του Dave Lindholm με τον Henrik Otto Donner, δύο παλαίμαχων της Φιλανδικής σκηνής, διαφέρει αρκετά από το υπόλοιπο ρόστερ της εταιρείας. Ο Lindholm, κιθαρίστας, τραγουδοποιός και τραγουδιστής με καριέρα που ξεπερνά σε διάρκεια τα σαράντα χρόνια, ακούγεται και φαίνεται σαν σκανδιναβική εκδοχή του Tom Waits με λιγότερο βραχνή και περισσότερο μελωδική φωνή, ενώ ο Donner είναι ένας βετεράνος συνθέτης και ενορχηστρωτής, με ακόμη μεγαλύτερη προϋπηρεσία αλλά ελάχιστα γνωστός έξω από τη Φιλανδία. Στο More than 123” τους ακούμε σε ένα σετ από όμορφα κομμάτια που έγραψαν οι δυο τους, όλα τους γεμάτα με άρωμα από μπλουζ και Νέα Ορλεάνη, και όλα τους παιγμένα από μια εξαιρετική επταμελή έως ενδεκαμελή μπάντα, όπου συμμετέχει και ο έξοχος σαξοφωνίστας Manuel Dunkel, που τον είχαμε χαρεί πέρσι με τον Γιώργο Κοντραφούρη. Το History Of Jazz In Reverse από το FAB Trio, δηλαδή τον Joe Fonda, τον Barry Altschul και τον Billy Bang είναι ένα σύνολο από ελεύθερες συνομιλίες ανάμεσα στο μπάσο, τα τύμπανα και το βιολί, έτσι όπως εξελίχτηκαν επιτόπου κατά την ηχογράφηση. Εξαίρεση το “One for Don Cherry” γραμμένο από τον Billy Bang και μια όμορφη εκτέλεση του πασίγνωστου “Chan Chan” του Compay Segundo, ένα κομμάτι που συνήθιζε να παίζει ο Bang και με τα άλλα του γκρουπ. Για τον Andrew Cyrille οι Haitian Fascination είναι μια προσπάθεια επιστροφής στις ρίζες του, αφού και οι δύο γονείς του ήταν από την Αϊτή. Έτσι το Route De Freresόλο ζωντάνια, χαρούμενους ρυθμούς και έντονα χρώματα της Καραϊβικής ακούγεται αρκετά διαφορετικό σε σχέση με αυτά που μας έχει συνηθίσει ο σπουδαίος ντράμερ. Την αμερικανοαϊτινή αυτή σύμπραξη συμπληρώνουν ο Hamiet Bluiett στο βαρύτονο και ο Lisle Atkinson στο μπάσο από τη μια και από την άλλη ο Alix Pascal στην ακουστική κιθάρα και ο Frisner Augustin στα κρουστά και τα φωνητικά. Όπως είπε προηγουμένως ο Petri Haussila, ο Mikko Innanen είναι μεγάλο ταλέντο. Στα 32 έχει ήδη πάνω από 15 CD σε ρόλο leader ή co-leader στα οποία έχουν συμμετάσχει μουσικοί όπως ο Han Bennink και ο John Tchikai. Σε ένα από αυτά, το “The Quintet” με το γκρουπ Contrasts του μπασίστα Wade Mikkola, ηχογράφησε μαζί με το Γιώργο Κοντραφούρη. Το Clustrophyείναι τo δεύτερο άλμπουμ του με τους Innkvisitio, ένα γκρουπ που εδώ παρουσιάζεται με ασυνήθιστη μορφή (τρεις σαξοφωνίστες, συνθεσάιζερ, κρουστά). Κοιτάζοντας προς πολλές κατευθύνσεις οι Innkvisitio συνδυάζουν το δυνατό σουίνγκ με την ανοικτή οπτική της φρι τζαζ μέσα σε ένα φουτουριστικό σκηνικό που δημιουργούν τα πλήκτρα του Seppo Kantonen. Το Olavi Trio τέλος αποτελείται από τρεις μουσικούς που όλοι τους έχουν το Olavi μέσα στο όνομά τους και που ο ένας με τον άλλον απέχουν ηλικιακά είκοσι χρόνια: τον εβδομηντάχρονο μπασίστα Teppo Olavi Hautaaho, τον πενηντάχρονο τρομπονίστα Jari Olavi Hongisto και τον ντράμερ Niilo Olavi Louhivuori που πρόσφατα πάτησε τα τριάντα. Με το “Triologia”, ενισχυμένοι σε μερικά κομμάτια από τον κιθαρίστα Kalle Kalima, τον τρομπετίστα Verneri Pohjola και τον αγαπημένο της TUM Juhani Aaltonen, αφήνονται σε ένα ελεύθερο ταξίδι, όπως λένε οι ίδιοι «σε έναν τρόπο ζωής που στηρίζεται στο διαρκές κυνήγι της στιγμής».

Ο Petri Haussila ξέρει βέβαια ότι η οικονομική κρίση και ο κατήφορος της δισκογραφικής αγοράς δεν αφήνουν περιθώρια να πετά στα σύννεφα. «Το μέλλον παραμένει ομιχλώδες. Προς το παρόν σκοπεύω να επικεντρωθώ στην κυκλοφορία CD με υψηλής ποιότητας digipack και εκτενή ένθετα, με ποιοτικές φωτογραφίες και εξώφυλλα που επιμελούνται Φιλανδοί καλλιτέχνες, αλλά όταν το CD ξεπεραστεί όλα αυτά προφανώς θα αλλάξουν. Ειλικρινά δεν έχω σκεφτεί τι θα κάνω σε αυτή την περίπτωση».

Το ξεκίνημα του 2012 πάντως προβλέπει φουλ πρόγραμμα για την TUM, καθώς προγραμματίζει να κυκλοφορήσει μεταξύ άλλων ηχογραφήσεις των Juhani Aaltonen, Iro Haarla, Mikko Innanen, Kalle Kalima, Wadada Leo Smith και Verneri Pohjola. Επίσης θα εκδώσει την τελευταία ηχογράφηση του Billy Bang με το γκρουπ του, που έγινε στο Ελσίνκι στις αρχές του 2011 (ο Billy Bang πέθανε τον προηγούμενο Απρίλιο), αλλά και CD των W.A.R.M. (Reggie Workman, Pheeroan AkLaff, Sam Rivers και Roscoe Mitchell), Archie Shepp και πολλών ακόμη.

επαφή: www.tumrecords.com

Jazz & Tzaz, Φεβρουάριος 2012


Kατηγορίες

Email me:

vagarag at freemail.gr

Αρχείο

Blog Stats

  • 26,087 hits
Μαΐου 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ.    
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
293031