Archive Page 2

Todd Marcus

toddmarcus

Todd Marcus: “Inheritance” (Hipnotic records)

Είναι πολύ συνηθισμένο οι σαξοφωνίστες και οι κλαρινετίστες να παίζουν και μπάσο κλαρινέτο (με πρώτο και καλύτερο τον Eric Dolphy φυσικά, και άλλους εξαιρετικούς αυτοσχεδιαστές όπως ο David Murray, ο Gebhard Ullmann, ο Don Byron και ο James Carter, για να θυμηθούμε μερικούς), αλλά δε συναντάμε συχνά μουσικούς που να το έχουν ως αποκλειστικό ή ως το βασικό τους μέσο έκφρασης. Ο Todd Marcus από τη Βαλτιμόρη, που επέλεξε αυτό το όργανο ακούγοντας -ποιον άλλον- τον Eric Dolphy, λέει ότι θέλει να το οδηγήσει σε νέο έδαφος, μιας και ο συνήθης του ρόλος είναι να προσθέτει χρώμα σε μια ορχήστρα ή να είναι ένα πνευστό για ελεύθερο αυτοσχεδιασμό στην αβάν γκαρντ.

inheritanceTο “Inheritance”, που είναι το δεύτερο άλμπουμ του (το πρώτο είχε κυκλοφορήσει πριν από 6 χρόνια), όπως λέει κι ο τίτλος που επέλεξε, είναι αφιερωμένο στην κληρονομιά του: την παράδοση της τζαζ που αγάπησε στη χώρα που γεννήθηκε και μεγάλωσε, και την αιγυπτιακή καταγωγή του. Ισοκατανέμει λοιπόν το υλικό του σε δύο κατευθύνσεις, δείχνοντας τα πληθωρικά συνθετικά και εκτελεστικά του προσόντα. Με τρία δικά του κομμάτια και τις διασκευές στο “Bye Bye Blackbird” και στο “Epistrophy” ακολουθεί ξεκάθαρα τις σταθερές του post bop, ενώ παράλληλα με πέντε ακόμη δικές του συνθέσεις επιχειρεί να συναντήσει και τις ανατολίτικες ρίζες του και συμβολικά φωτογραφίζεται στο εξώφυλλο του CD μπροστά από αιγυπτιακές παραστάσεις στο μουσείο Penn της Philadelphia. Τα δύο rhythm section που χρησιμοποιεί, με πιανίστα τον Xavier Davis και ντράμερ τον Eric Kennedy το πρώτο και αντίστοιχα τον George Colligan και τον Warren Wolf το δεύτερο, έχουν κοινό παρονομαστή τον μπασίστα Eric Wheeler, ενώ σε τρία κομμάτια συμμετέχει και ο Don Byron. Στο “Inheritance”, που είναι μια παραλλαγή του “Mr. Day” του Coltrane, στο “Epistrophy” και στο γρήγορο μπλουζ “The Adventures Of Kang And Kodos” ο Marcus σουινγκάρει με φοβερή ενέργεια με μακριές ακολουθίες από όγδοα. Στο μεγαλύτερο μέρος της λυρικής σουίτας “Harod”, το ενδιαφέρον εστιάζεται στις ερωταπαντήσεις ανάμεσα στον Marcus και τον Byron. Τέλος στο “Blues For Tahrir” το μπάσο κλαρινέτο και το πιάνο του Colligan με όμορφο σολάρισμα μάς ξεναγούν στη φημισμένη πλατεία του Καΐρου πάνω σε ένα υπνωτιστικό τέμπο και αντίθετα σε πολύ μεγάλες ταχύτητες στο “Wahsouli” ο Marcus συνδυάζει το δυνατό σουίνγκ με το ανατολίτικο φίλινγκ.

επαφή: www.toddmarcusjazz.com

My generation with a Who

Arag_83

Σύρος, άνοιξη του 1983. Σε μια ανάπαυλα από τη φοιτητική ζωή της Αθήνας τριγυρνώντας στην κεντρική πλατεία του νησιού, είδα τον αδελφό μου να κατευθύνεται βιαστικά προς το λιμάνι με το “Quadrophenia” ανά χείρας. Είχε εντοπίσει τον Pete Townshend έξω από ένα τουριστικό σκάφος και πήγαινε να του το υπογράψει. Τον ακολούθησα χωρίς δεύτερη σκέψη. Στο πρόσωπο που αντίκρισα στην προκυμαία αναγνώρισα αμέσως τον ηγέτη των Who. Η όλη του εμφάνιση όμως είχε ελάχιστη σχέση με την επιβλητική φιγούρα που είχε αποτυπωθεί στο μυαλό μου, με τα τεράστια άλματα που έκανε με τη Gibson του έχοντας ορθάνοιχτα τα πόδια και με τη θεαματική κίνηση του χεριού του που χτυπούσε με δύναμη τις χορδές της, έχοντας διαγράψει στον αέρα 360 μοίρες. Και παρόλο που, όπως συνειδητοποιώ τώρα, δεν είχε κλείσει ακόμη τα τριάντα οκτώ, στα μάτια μου φαινόταν σαν ένας κουρασμένος μεσήλικας. Μέσα στα λίγα λεπτά που μείναμε κοντά του, βγήκαμε μαζί δυο φωτογραφίες, έβαλε μια φαρδιά υπογραφή και ένα best wishes πίσω από την πλάτη του νεαρού με τη βέσπα στο εξώφυλλο του δίσκου και καθώς έκανε χειραψία με δυο-τρεις ακόμη φίλους που βρέθηκαν εκεί, μου φάνηκε πως τον άκουσα να μουρμουρίζει “the new anarchists”.

who i amΠριν από λίγες μέρες αγόρασα την αυτοβιογραφία του “Who I am”. Ενστικτωδώς ξεφύλλισα αμέσως τις σελίδες μετά τη μέση του βιβλίου, ψάχνοντας τις αναμνήσεις του από το 1983, αν και ήμουν βέβαιος ότι δεν υπήρχε περίπτωση να υπάρχει κάποια αναφορά στη σύντομη παραμονή του στο νησί. Η παράγραφος στο τέλος του κεφαλαίου “The last drink”, που αναφερόταν σε μια περίοδο κατά την οποία προσπαθούσε να απαλλαγεί από τις εξαρτήσεις του, με διέψευσε: «Είχα βρει ένα σκάφος στη Μαγιόρκα, ένα παλιό Herd Mackenzie φτιαγμένο στη Σκωτία, με μήκος 65 πόδια που λεγόταν Ferrara, που ήταν ικανό να διανύσει μερικές χιλιάδες μίλια. Η πρώτη μας περιπέτεια ήταν στα ελληνικά νησιά. Πετάξαμε στην Αθήνα για να το βρούμε, και ταξιδέψαμε ανατολικά σε δυο-τρία νησιά, ώσπου έπιασε δυνατός αέρας και αποκλειστήκαμε στο νησί της Σύρου. Η Minta (σημ.: η δωδεκάχρονη τότε κόρη του) έκανε επίδειξη της ικανότητάς της στις γλώσσες, μιλώντας με τον πωλητή σε ένα τοπικό μαγαζί καπνού, σε βασικά ελληνικά που είχε μάθει μέσα σε λίγες ώρες. Αισθανόμουν ότι ξεκινούσα μια νέα ζωή στην οποία οι απολαύσεις μου, αν δεν ήταν αυστηρά συμβατικές, τουλάχιστον δεν θα δημιουργούνταν με τεχνητό τρόπο». 

Jazz & Tzaz, Μάρτιος 2013

Mark Alban Lotz

Mark+Alban+Lotz

Flute experimental

Η πατρική συλλογή δίσκων τού εξασφάλισε την πρόσβαση σε έναν απίστευτο πλούτο ηχογραφήσεων που ξεκινούσαν από τα τέλη του 19ου αιώνα, ενώ τα χρόνια που πέρασε μεγαλώνοντας στην Ταϊλάνδη και στη συνέχεια στην Ουγκάντα τον έφεραν σε επαφή με τη μουσική της Ασίας και της Αφρικής. Η επαφή έγινε βαθύτερη με τα μαθήματα εθνολογίας και μουσικολογίας στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Με τις σπουδές του στη Γερμανία, την Αμερική και την Ολλανδία (η τελευταία έχει γίνει η δεύτερη πατρίδα του εδώ και είκοσι χρόνια), επιδόθηκε συστηματικά στη δυτική μουσική παράδοση και την τζαζ. Αυτός ο πλουραλισμός είναι ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της δουλειάς του γερμανού φλαουτίστα Mark Alban Lotz, που απλώνεται από τη free jazz ως τη λαϊκή μουσική της Κούβας και της Δυτικής Αφρικής.

«Είχα την τύχη να μεγαλώσω με έναν πατέρα που είναι μανιώδης συλλέκτης δίσκων σελάκ και βυνιλίου», λέει ο φλαουτίστας στο Jazz & Tzaz από το Ντακάρ της Σενεγάλης όπου βρίσκεται για να ηχογραφήσει τον καινούριο του δίσκο. Η συλλογή του δόκτορα Rainer E. Lotz (http://www.lotz-verlag.de) έμαθε στον Mark από τα παιδικά του χρόνια τους μεγάλους της τζαζ σε όλο το βάθος της ιστορίας της. «Περιλάμβανε τα άπαντα του Duke Ellington και του Louis Armstrong, αλλά έφτανε και σε μουσικούς όπως ο Cecil Taylor. Ο πατέρας μού γνώρισε την τζαζ όχι μόνο από τις ηχογραφήσεις αλλά και πηγαίνοντάς με σε συναυλίες». Εξίσου μεγάλη επιρροή είχαν πάνω του οι μάστερ της world music όπως τους αποκαλεί, σαν τον Doudou N’diaye Rose, τον Hariprasad Chaurasia, τον Lázaro Ros, καθώς και κλασικοί συνθέτες όπως ο Bach και ο Jacques Ibert. «Όλα αυτά μπορεί να τα ακούσει κανείς στη μουσική μου. Όμως αυτός που με επηρέασε περισσότερο ήταν ο δάσκαλός μου ο φλαουτίστας Michael Heupel. Άλλοι φλαουτίστες που θαυμάζω είναι ο James Moody, ο Hubert Laws και ο Sam Most, που είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω από κοντά». Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 ως leader του Lotz of Music, ενός πρότζεκτ που αλλάζει διαρκώς μέγεθος και μέλη, βρίσκει ισορροπία ανάμεσα στον τζαζ αυτοσχεδιασμό και τη σύγχρονη κλασική μουσική, ενώ το Standard Quartet είναι το πιο κοντινό στην παραδοσιακή τζαζ σχήμα του. Με τους Shangos Dance για μια δεκαετία προσέγγισε με ιδιαίτερο τρόπο την αφροκουβανέζικη θρησκευτική μουσική και από το 2006 οι A Fula’s Call, μια παρέα από ευρωπαίους, αφρικανούς και ασιάτες μουσικούς είναι το world fusion συγκρότημά του. Το δεύτερο CD των A Fula’s Call είναι η ηχογράφηση που κάνει στο Ντακάρ τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές.

uexperimentalΕσχάτως όμως βρίσκεται όλο και συχνότερα σε improv καταστάσεις, είτε με τη σειρά συναυλιών υπό τον τίτλο uex(perimental), είτε με τις συχνές επισκέψεις του στην Τουρκία. Το ομώνυμο άλμπουμ (Evil Rabbit records) αντιπροσωπεύει τη μακροχρόνια στενή συνεργασία του Lotz με το συμπατριώτη του κοντραμπασίστα Meinrad Kneer. Οι δυο τους από το 2007 άρχισαν να εμφανίζονται μια φορά το μήνα στο Centraal Museum της Ουτρέχτης παίζοντας ελεύθερους αυτοσχεδιασμούς και έχοντας μαζί τους κάθε φορά διάφορους μουσικούς της ολλανδικής σκηνής. Ύστερα από εμφανίσεις πέντε χρόνων, το 2011 αποφάσισαν να μπουν και στο στούντιο. Ένα τόσο μικροσκοπικό στούντιο του Άμστερνταμ που δεν επέτρεψε τη συμμετοχή πιανίστα και ντράμερ. Τα 26 κομμάτια του CD που προέκυψε είναι στην πλειοψηφία τους μινιατούρες, με μέση διάρκεια κάτω από δύο λεπτά και καθένα τους μοιάζει με μικρό πείραμα που δίνει υλικό προς διερεύνηση και επεξεργασία. «Όλα τα κομμάτια είναι εντελώς αυτοσχέδια. Ο ρόλος μου ως ηγέτη περιοριζόταν στο να καθορίζω αν το σχήμα με το οποίο θα παίζαμε θα ήταν ντούο, τρίο κτλ.». Ο Lotz χρησιμοποιώντας συχνά το κοντραμπάσο φλάουτο κινείται σε συχνότητες χαμηλότερες και από του Kneer δημιουργώντας ένα σκοτεινό, μυστηριώδες υπόβαθρο, που έρχεται να το βαθύνει ακόμη περισσότερο το βαρύτονο σαξόφωνο του Yedo Gibson. Στα τρία κομμάτια που συμμετέχει ο βοκαλίστας Han Buhrs με αλλοπρόσαλλους ήχους και λαρυγγισμούς επιδίδεται σε ένα στοιχειωμένο, τρελό σκατ. Το ίδιο απόκοσμη, σε πολύ υψηλότερες νότες εκείνη, ακούγεται η φωνή της Jodi Gilbert βοηθούμενη από τις ηλεκτρικές παραμορφώσεις της κιθάρας του Alfredo Genovesi, ενώ ένα ακόμη ενδιαφέρον και πέρα από κάθε συμβατικότητα δίδυμο φτιάχνουν η λαπ στιλ κιθάρα του Joost Buis με την τρομπέτα και τη φωνή της Felicity Provan.

may4thΤα δύο Istanbul Improv Sessions ηχογραφήθηκαν στη διάρκεια δύο διαδοχικών ημερών το Μάιο του 2010. «Είχα προσκληθεί στην Ιστανμπούλ για να παίξω και πάλι με το crossover τζαζ κουαρτέτο του μπασίστα Kamil Erdem. Αυτή τη φορά ήταν μαζί και ο φανταστικός αρμονικίστας Meriç Dönük. Συνεργάστηκα ακόμη με τη βοκαλίστα Sible Köse και τον κιθαρίστα και τραγουδιστή Bora Celiker και έκανα workshop στο πανεπιστήμιο Yildiz. Τα δύο συγκεκριμένα πρότζεκτ τα σχημάτισα προκειμένου να παίξω με μερικούς εξέχοντες αυτοσχεδιαστές της πόλης. Το αποτέλεσμα ήταν τόσο ελπιδοφόρο, ώστε αποφασίσαμε αμέσως να το ηχογραφήσουμε». Στο πρώτο από αυτά που ηχογραφήθηκε στις 4 Μαΐου και κυκλοφορεί επίσης από την ολλανδική Evil Rabbit records, ο Lotz συνευρίσκεται με τους Islak Köpek. Χωρίς τύμπανα και εδώ, χωρίς προετοιμασμένο θέμα, ρυθμό και αρμονίες ο φλαουτίστας συνομιλεί σε διάφορους συνδυασμούς με τους αυτοσχεδιαστές του τουρκο-αμερικάνικου κουιντέτου (Sevket Akinci: κιθάρα, Kevin W. Davis: τσέλο, Korhan Erel: ηλεκτρονικά, Robert Reigle και Volkan Terzioglu: σαξόφωνα). Τα δύο σαξόφωνα οδηγούν συχνά στα άκρα με εκρήξεις που απαλύνονται κάπως από τον γήινο ήχο του φλάουτου. Τα μπάσα τα αναλαμβάνει είτε το τσέλο με γρήγορο πιτσικάτο παίξιμο, είτε το μπάσο φλάουτο του Lotz, ενώ η κιθάρα και τα ηλεκτρονικά απλώνουν πολύχρωμα may5thηχητικά στρώματα. Στα Sessions της επόμενης μέρας, που κυκλοφορούν με την ετικέτα Lop Lop του φλαουτίστα, συμμετείχε μια άλλη πενταμελής ομάδα μουσικών (Alexandre Toisoul: κλαρινέτο, Can Omer Oygan: τρομπέτα, εφέ, Umut Caglar: κιθάρα, εφέ,  Michael Hays: κοντραμπάσο, Florent Merlet: ντραμς). Αν και ανάμεσά τους περιλαμβάνονται όργανα που φτιάχνουν ένα συμβατικό rhythm section, το αποτέλεσμα δεν διαφέρει πολύ, καθώς μόνο σε δύο κομμάτια βρίσκονται εν δράσει και τα τρία μαζί. Τα τρία πνευστά κουβαλώντας στις πλάτες τους παραστάσεις που φτάνουν μέχρι τους αρχέγονους ήχους της Αφρικής κινούνται μέσα σε ένα φουτουριστικό, αλλοιωμένο από τα πετάλια και τους παραμορφωτές της κιθάρας και τα εφέ περιβάλλον.

 «Έχω πάντα ένα κόνσεπτ στο μυαλό μου αλλά ανάλογα με το σχήμα όταν χρειάζεται φροντίζω και το αφήνω χαλαρό» λέει ο Lotz. «Όταν παίζω free improv, όπως στα δύο αυτά πρόσφατα άλμπουμ, δεν μου αρέσει να χρησιμοποιώ ντραμς, αλλά προτιμώ τα λεγόμενα chambermusic σχήματα. Όταν πρόκειται για world music παίζω με πραγματικά μεγάλους μάστερ. Καθώς συχνά δεν ξέρουν να διαβάζουν παρτιτούρα, υιοθετώ την ελαστικότητά τους και χρησιμοποιώ τη μουσική τους σαν σημείο εκκίνησης. Για να πω την αλήθεια όμως είμαι ένας κακός παραγωγός, που δεν πολυσκοτίζεται με το θέμα της συνολικής εικόνας και μερικές φορές αυτό δεν είναι καλό. Μαθαίνω ακόμη…».

επαφή: http://www.lotzofmusic.com

Jazz & Tzaz, Φεβρουάριος 2013

Paul Winter

winter photo

Τζαζ στο Λευκό Οίκο

Το καθιερωμένο «In Performance at the White House» που ξεκίνησε το 1978, όταν ο κλασικός πιανίστας Vladimir Horowitz προσκεκλημένος του προέδρου Jimmy Carter έπαιξε στο East Room του Λευκού Οίκου, φιλοξενεί τακτικά στο προεδρικό μέγαρο όλα τα είδη της αμερικάνικης μουσικής. Ο Al Jolson και η Ray Miller Jazz Band είχαν εμφανιστεί σε ένα από τα προαύλια του κτιρίου ήδη από το 1924, αλλά η πρώτη τζαζ συναυλία στην αίθουσα αυτή έγινε από το σεξτέτο του Paul Winter το Νοέμβριο του 1962 επί προεδρίας του J.F. Kennedy. Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 50 χρόνων από τότε, η ηχογραφημένη αυτή συναυλία βλέπει για πρώτη φορά το φως της κυκλοφορίας στο διπλό CD “Count Me In”, μαζί με άλλο ακυκλοφόρητο υλικό και μια επιλογή από την τρίχρονη πορεία του Paul Winter Sextet.

Ο άλτο σαξοφωνίστας Paul Winter και ο φίλος του τρομπετίστας Dick Whitsell σχημάτισαν στο Σικάγο ένα γκρουπ με σκοπό να παίζουν χορευτικό ρεπερτόριο από την εποχή των big band και στα πρώτα τους βήματα εμφανίστηκε μαζί τους και η μετέπειτα σταρ του Χόλιγουντ Ann Margret. Σύντομα ονομάστηκαν Paul Winter Sextet και σιγά σιγά άρχισαν να περνούν σε πιο πρωτότυπο υλικό. Το 1961 κέρδισαν το πρώτο βραβείο (ανάμεσα σε περισσότερες από 100 συμμετοχές) στο διακολεγιακό φεστιβάλ τζαζ του Georgetown, η κριτική επιτροπή του οποίου περιλάμβανε τον Dizzy Gillespie και τον παραγωγό John Hammond. Το έπαθλο ήταν μια βδομάδα εμφανίσεων στο Birdland και ένα συμβόλαιο στην Columbia. Με όπλο τη σπουδαία διάκριση και συστατικές επιστολές από τις δύο μεγάλες προσωπικότητες έκαναν αίτηση στο State Department να χρηματοδοτήσει μια περιοδεία τους. Σύντομα έλαβαν τα καλά νέα: ότι εγκρίθηκε η χρηματοδότηση μιας εξάμηνης τουρνέ στη Λατινική Αμερική και ότι ο Hammond τους καλούσε να ηχογραφήσουν το πρώτο τους άλμπουμ.

Το Δεκέμβριο μπήκαν στο στούντιο για την ηχογράφηση του “The Paul Winter Sextet” κι αμέσως μετά ετοιμάστηκαν για την αναχώρησή τους. Στην περιοδεία που κράτησε από το Φεβρουάριο ως τον Ιούλιο του 1962 εμφανίστηκαν σε 23 χώρες κάνοντας συνολικά 160 συναυλίες. Το κοινό, που συνήθως αποτελούνταν από νέους, τους υποδεχόταν με ενθουσιασμό. Σε ένα ανοιχτό θέατρο της πόλης Κάλι στην Κολομβία κατάφεραν μάλιστα να συγκεντρώσουν 15.000 άτομα. Όμως δεν έλειψαν η καχυποψία, κάποιες φορές και τα επεισόδια, καθώς μια μερίδα του κόσμου τους αντιμετώπιζε σαν ένα ακόμη κομμάτι της αμερικάνικης καπιταλιστικής προπαγάνδας. Κάτι που πάντως δεν επισκίασε τελικά τη συνολική μεγάλη επιτυχία της περιοδείας. Η επαφή με τη λατινοαμερικάνικη μουσική, που είχε αρχίσει να γίνεται γνωστή και δημοφιλής σε όλο τον κόσμο, επέδρασε στον ήχο τους και έμελλε να καθορίσει τη μετέπειτα πορεία του Winter.

Επιστρέφοντας στη Νέα Υόρκη ανακάλυψαν ότι ο απόηχος αυτής της επιτυχίας μόλις που είχε φτάσει στην πατρίδα και ότι οι ευκαιρίες για δουλειά ήταν περιορισμένες. Έτσι η επιστολή που έλαβαν από τη σύζυγο του προέδρου, την Jackie Kennedy, τους αιφνιδίασε. Ούτε λίγο ούτε πολύ τους καλούσε να παίξουν στο Λευκό Οίκο στο πλαίσιο μιας σειράς συναυλιών με τον τίτλο “Concerts for Young People by Young People”. Στις 19 Νοεμβρίου η πρώτη κυρία της χώρας και ένα πολύ νεανικό κοινό από διάφορες χώρες που προερχόταν από τις πρεσβείες της Washington, κατέκλυσε το East Room, από το οποίο όμως απουσίαζε ο πρόεδρος που εκείνες τις μέρες ήταν απασχολημένος με τα της εισβολής της Κίνας στην Ινδία. Μετά το τέλος της συναυλίας η Jackie ενθουσιασμένη τους είπε ότι η μουσική που έπαιξαν ήταν κάτι πρωτόγνωρο για αυτό το χώρο. Η τεράστια προβολή της εκδήλωσης από τα μέσα ενημέρωσης έφερε βροχή τις προτάσεις για εμφανίσεις, αλλά ήδη τρία από τα μέλη είχαν κλείσει άλλες δουλειές και είχαν δηλώσει την αποχώρησή τους από το σεξτέτο. Εκτός του Winter και του Whitsell μόνο ο πιανίστας Warren Bernhardt παρέμεινε στη σύνθεση του γκρουπ, που συνέχισε την πορεία του για ένα περίπου χρόνο ακόμη. Αν λοιπόν η κορύφωση της δημοσιότητας για αυτό το σχήμα ήταν η εμφάνιση στο προεδρικό μέγαρο, το τέλος του ήλθε την εποχή της δολοφονίας του JFK.

coverΤο πρώτο CD του “Count Me In” αντιπροσωπεύει την αρχική περίοδο του γκρουπ, στην original σύνθεσή του με τον Winter, τον Whitsell και τον βαρύτονο σαξοφωνίστα Les Rout στην τριάδα των πνευστών και τον Bernhardt, τον μπασίστα Richard Evans και τον ντράμερ Harold Jones στο rhythm section. Στο δεύτερο, το βαρύτονο το έχει αναλάβει ο Jay Cameron, μπάσο και ντραμς παίζουν ο Chuck Israels και ο Ben Riley και στη συνέχεια ο Cecil McBee και ο Freddie Waits, ενώ σε ένα μόνο κομμάτι συμμετέχουν ο φλαουτίστας Jeremy Steig και ο κιθαρίστας Gene Bertoncini. Το ρεπερτόριό τους είναι μοιρασμένο ανάμεσα σε δικά τους κομμάτια (γραμμένα κατά κανόνα είτε από τον Evans είτε από τον Bernhardt), συνθέσεις γνωστών τζαζ μουσικών (όπως ο Jimmy Heath, ο John Lewis και ο Milt Jackson) και  λατινοαμερικάνων (βραζιλιάνων κυρίως) συνθετών σαν τον Antonio Carlos Jobim, τον Carlos Lyra και τον Dorival Caymmi. Η καταλυτική επίδραση που είχε πάνω τους η εξάμηνη περιήγηση στη λατινική Αμερική φαίνεται όχι μόνο από τις διασκευές, αλλά και από τα δικά τους κομμάτια, που βασίζονται μεν στο bop και hard bop, αλλά πολύ συχνά υιοθετούν τους ρυθμούς και τα ηχοχρώματα που γνώρισαν εκεί. Στα τραγούδια του Lyra (“Voce E Eu”, “Maria Ninguem”, “Quem Quizer”) του Jobim (“Insensatez”, “Chega De Saudade”) και του Caymmi (“Saudade de Bahia”) κινούνται με τη ρυθμική ελαφρότητα της μπόσα νόβα μέσα σε μια μελαγχολική, ρομαντική ατμόσφαιρα, ενώ η επιβλητική “Toccata” του Lalo Schifrin με την πομπώδη της ενορχήστρωση περιλαμβάνει ένα ηχηρό και πολύ δυναμικό σόλο ντραμς από τον Harold Jones. Το πανέμορφο “A Bun Dance” φέρνει στο μυαλό τον  Clifford Brown και τους Jazz Messengers του Art Blakey και πολύ συχνά (“Routeousness”, “Them Nasty Hurtin’ Blues”, “The Thumper”, “Count Me In”) το σεξτέτο πλέει απολαυστικά σε straight jazz ύδατα δείχνοντας μια βαθιά αίσθηση του μπλουζ. To “Bells and Horns” με το οποίο ξεκίνησαν την εμφάνισή τους στο Λευκό Οίκο και αρκετά ακόμη κομμάτια όπως το “Papa Zimbi” ή το “Pony Express” έχουν δουλευτεί με τη λογική της μεγάλης ορχήστρας με πλούσιες γραμμές για τα πνευστά που δίνουν όγκο και μεγαλοπρέπεια στον ήχο, καθώς ο Winter έβλεπε το σεξτέτο του σαν μια little big band. Το εξαιρετικά δεμένο μικρομέγαλο σχήμα είχε κορυφή ένα άλτο με την εκφραστικότητα και την ταχύτητα του Cannonball Adderley και άψογο rhythm section με επικεφαλής ένα χαρισματικό πιανίστα. Η μπαλάντα “Lass for the Low Countrie”, με το υπέροχο φλάουτο του Steig σε πρωταγωνιστικό ρόλο, προαναγγέλλει το δρόμο που θα έπαιρνε στο εξής ο σαξοφωνίστας και το θλιμμένο “We Shall Overcome” με όμορφη ενορχήστρωση από τον Cecil McBee, που ήταν και η τελευταία ηχογράφηση του σεξτέτου, σηματοδοτεί όχι μόνο το φινάλε του γκρουπ, αλλά και το τέλος μιας εποχής για την Αμερική, καθώς ηχογραφήθηκε λίγες μόνο μέρες μετά τη δολοφονία του Kennedy. Δεν είναι εύκολη η πρόβλεψη για το πώς θα εξελισσόταν αυτό το σχήμα αν συνέχιζε, αλλά με τα συγκεκριμένα δείγματα γραφής είναι σίγουρο ότι είχε τις καλύτερες προοπτικές και είναι κρίμα που η διαδρομή του ήταν τόσο σύντομη.

Λίγο μετά τη διάλυση του γκρουπ ο Winter ξαναταξίδεψε στη Βραζιλία όπου έμεινε για ένα περίπου χρόνο και εμβάθυνε τη σχέση του με τη βραζιλιάνικη μουσική. Το 1967 έφτιαξε το Paul Winter Consort που αντιπροσώπευε τη νέα του κατεύθυνση και το οποίο εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι σήμερα. Τρία από pwτα πρώιμα μέλη του Consort ήταν οι μετέπειτα Oregon Paul McCandless, Collin Walcott και Ralph Towner. Έχοντας ως βασικό εκφραστικό μέσο πλέον το σοπράνο και χρησιμοποιώντας όργανα όπως το τσέλο, το όμποε, το σιτάρ και διάφορα κρουστά, άρχισε να περνάει στη μουσική του ακούσματα από όλο τον κόσμο, αλλά και τις οικολογικές του ανησυχίες. Η φαντασία του τροφοδοτείται εξίσου από τις μουσικές του κόσμου, όσο και από τους ήχους της φύσης, όπως τα κύματα της θάλασσας, το τραγούδι της φάλαινας και το ουρλιαχτό του λύκου και αναδεικνύει τη σχέση της μουσικής με την πνευματική και περιβαλλοντική υγεία. Εμφανίζεται συχνά σε χώρους όπως το Grand Canyon και ο Καθεδρικός του Αγίου Ιωάννη στη Νέα Υόρκη, όπου όπως λέει «οι άνθρωποι έχουν μια πλατιά αίσθηση της κοινότητας στη ζωή κι αυτό είναι ένα από τα καλύτερα πράγματα που μπορούμε να κάνουμε με τη μουσική μας».

επαφή: www.paulwinter.com

Jazz & Tzaz, Ιανουάριος 2013

Blood, Sweat, Drum ’n’ Bass Big Band

blood-sweat-drumnbass

Blood, Sweat, Drum + Bass: “On the Road to Damascus” (BSM)

Η δανέζικη Blood, Sweat, Drum ’n’ Bass Big Band συνδυάζει θεωρητικά ετερόκλητα στοιχεία με έναν πληθωρικό τρόπο. Πληθωρικό όχι μόνο λόγω μεγέθους (αριθμεί γύρω στα είκοσι πέντε μέλη), αλλά και χάρη στη φαντασία και τη συνθετική και ενορχηστρωτική δεινότητα του ηγέτη της Jens Chr. ”Chappe” Jensen, που κάνουν το metal, το drum & bass, το avant guard και την big band jazz να απέχουν ελάχιστα μεταξύ τους και τη νεανική αυτή ομάδα να ξεπερνά τα όρια της πατρίδας της και να αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πολυμελή σύνολα σήμερα. Στην καινούρια τους δουλειά ο έμπειρος leader και η παρέα του συνεχίζουν την εξαιρετική τους πορεία επιχειρώντας και το γεφύρωμα της απόστασης μέχρι την ανατολή. Αφορμή ένα ταξίδι του Jensen στη Δαμασκό και την Ισταμπούλ την άνοιξη του 2010, που τον ενέπνευσε να συνθέσει τα έξι μέρη του “On the Road to Damascus”. bsdb coverΤην προσπάθεια του πολυμελούς συνόλου, που σε αυτό το άλμπουμ συγκεντρώνει 2 τραγουδίστριες, 14 πνευστά, ηλεκτρονικά, πλήκτρα, κιθάρα, δύο κοντραμπάσα και 4 ντράμερ και περκασιονίστες, ενισχύουν δύο άραβες βιρτουόζοι: ο Essam Rafea από το Κουβέιτ στο ούτι και ο σύριος Moslem Rahal στο νέι. Στο δεκατριάλεπτο “I Return To Damascus”, που ανοίγει το CD, μετά από μια σύντομη μεγαλοπρεπή εισαγωγή από την ορχήστρα, ούτι και νέι οδηγούν για αρκετή ώρα ολομόναχα την αργή πορεία του καραβανιού προς τα βάθη της Ασίας. Η ορχήστρα ξαναεμφανίζεται συνοδεύοντας τη φωνή της Gunhild Overegseth και επιταχύνει προσωρινά με ένα φάνκι ρυθμό, για να φτάσει στον τελικό προορισμό με τον επικό τρόπο της αφετηρίας. Σε μια δεύτερη εκδοχή του κομματιού στο κλείσιμο του άλμπουμ, ούτι και νέι πορεύονται και πάλι ασυνόδευτα και μόνο στο τέλος ορχήστρα και φωνή δηλώνουν το βασικό θέμα. Στο “Oud Indigo” (λογοπαίγνιο με το “Mood Indigo” του Ellington), που είναι μια μίξη ηλεκτρονικών και παραδοσιακής big band jazz, η ορχήστρα συνομιλεί διαδοχικά με τα δύο ανατολίτικα όργανα που δίνουν ρεσιτάλ δεξιοτεχνίας. Αντίστοιχα στο “Bluesy Gnaoui”, το σόλο του Ole Visby στο σοπράνο σαξόφωνο λειτουργεί σαν γέφυρα ανάμεσα στο νέι και στη φυσαρμόνικα του ηγέτη της ορχήστρας και ανάμεσα στο παραδοσιακό μαροκινό Gnaoui και τα μπλουζ. Στο πιο δυναμικό κομμάτι του CD “Damascus Crosstown Traffic”, ο Hendrix και η μπαγκέτα του Gil Evans ντύνονται με ανατολίτικα ηχοχρώματα και ο Kasper Falkenberg εξαπολύει ένα καυτό σόλο στην κιθάρα. Τέλος με οδηγό το νέι και το ηλεκτρονικό μπακγκράουντ, η ορχήστρα μοιάζει μαγεμένη από την ομορφιά του τοπίου στο “The Courtyard Of Al Azem”, ενώ στο “Sufi” οι τελετουργικοί μονόλογοι από την τρομπέτα του H.C. Orbs και τη φωνή της Turid Guldin μετατρέπονται σε ένα χαρούμενο γιορταστικό χορό.

http://www.bsd-b.com

Jazz & Tzaz, Δεκέμβριος 2012

Joe Fiedler

joefiedlerbigsackbut

Από αριστερά: Marcus Rojas, Ryan Keberle, Joe Fiedler, Josh Roseman

Joe Fiedler’s Big Sackbut (Yellow Sound Label)

Το World Saxophone Quartet αποδεικνύεται μοντέλο όχι μόνο για σαξοφωνίστες και κουαρτέτα σαξοφώνων. Παρακολουθώντας μια συναυλία του στα τέλη της δεκαετίας του ’80, ο τρομπονίστας Joe Fiedler συνέλαβε την ιδέα να μεταφέρει σε ένα δικό του σχήμα με βάση τον ήχο του τρομπονιού, την ενέργεια και το ισορροπημένο μίγμα δεσίματος, πειθαρχίας και ελευθερίας του φημισμένου κουαρτέτου. Σχεδόν 25 χρόνια από τότε η ιδέα καρποφορεί με το ομώνυμο πρώτο CD του Joe Fiedler’s Big Sackbut, ενός κουαρτέτου που συμπληρώνουν δυο ακόμη τρομπονίστες ο Ryan Keberle και  ο Josh Roseman και ο τουμπίστας Marcus Rojas. Το υλικό που συγκέντρωσε γι αυτό το άλμπουμ ο Fiedler – κάποιες παλιότερες συνθέσεις του, αρκετές νέες και τρεις διασκευές – αντιπροσωπεύει λίγο-πολύ το πεδίο των δραστηριοτήτων του που εδώ και πάνω από 20 χρόνια jfbsαπλώνεται από το λάτιν και την ποπ, μέχρι την big band jazz και τη free jazz. Γι αυτό συνύπαρξη διαδοχικά της ξεσηκωτικής σάλσα “Calle Luna, Calle Sol” του Willie Colon με το μεταλλαγμένο μπλουζ “Blabber And Smoke” του Captain Beefheart, δεν είναι έκπληξη, αφού ο τρομπονίστας έχει μακρά προϋπηρεσία με μεγάλα λάτιν ονόματα (Celia Cruz, Eddie Palmieri) και είναι βασικός συντελεστής των Fast ‘n’ Bulbous, μιας Captain Beefheart tribute μπάντας. Ομοίως και του “Ging Gong” με το “Don Pullen”, γραμμένα από τον Fiedler, το πρώτο για τον δάσκαλό του Randy Purcell που ήταν σέσιον mainstream τρομπονίστας με την ορχήστρα του Maynard Ferguson και την Glenn Miller Orchestra και το δεύτερο για τον σπουδαίο πιανίστα. Σε όλα τα κομμάτια ο Marcus Rojas αναλαμβάνει μόνος του να καλύψει το ρόλο της rhythm section, με μόνη εξαίρεση το “Ging Gong” όπου του δίνεται χρόνος για ένα όμορφο σόλο. Από κομμάτι σε κομμάτι κάθε φορά που ένας από τους  τρομπονίστες βγαίνει μπροστά, οι υπόλοιποι δύο με συγχορδίες φροντίζουν για το αρμονικό υπόβαθρο. Στο μεγαλύτερο μέρος του “Does This Make My Sackbut Look Big?” όμως, ο εκρηκτικός Fiedler το μόνο που χρειάζεται είναι τα περπατητά μπάσα της τούμπας, ενώ γίνεται πιο εγκεφαλικός στην ατμοσφαιρική μπαλάντα “#11”. Πλούσια ενορχηστρωμένο και γεμάτο αλλαγές το μπλουζ “A Call for All Demons” του Sun Ra, κι απ’ την άλλη το “Mixed Bag” με το χαλαρό του γκρουβ είναι ανοιχτό για πιο ελεύθερες αλληλεπιδράσεις. Πέρα από πανδαισία για τους φίλους του τρομπονιού το “Big Sackbut” είναι μια ακόμη εξαιρετική δουλειά ενός σπουδαίου μουσικού.

www.joefiedler.com

Jazz & Tzaz, Δεκέμβριος 2012

 

Duduka Da Fonseca

ddf

Duduka Da Fonseca Quintet: Samba Jazz  Jazz Samba (Anzic Records)

Ο ντράμερ Duduka Da Fonseca γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ipanema και έζησε από κοντά τη γέννηση της μπόσα νοβα και την άνθιση της βραζιλιάνικης μουσικής τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Έγινε επαγγελματίας μουσικός από την εφηβεία του και εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη από το 1975, μιας και όνειρό του ήταν να βρεθεί κοντά στους μεγάλους αμερικανούς τζαζίστες. Όνειρο που έγινε πραγματικότητα αφού έχει παίξει με μουσικούς όπως ο Joe Henderson, ο Kenny Barron, ο Wayne Shorter και ο John Scofield και έχει συμμετάσχει σε περισσότερες από 200 ηχογραφήσεις. Εδώ και πάνω από 20 χρόνια κάνει σπουδαία καριέρα ως το ένα τρίτο του Trio Da Paz. Με το κουιντέτο του που είναι σχετικά πιο πρόσφατο (δημιουργήθηκε πριν από δέκα περίπου χρόνια) συνεχίζει αυτό που έχει μάθει να κάνει σε όλη του τη ζωή: να φέρνει κοντά τη μουσική της duduka da fonseca quintetπατρίδας του με την τζαζ. Αυτό λέει και ο τίτλος του δεύτερου άλμπουμ του, που περιλαμβάνει δυο γνωστά τζαζ κομμάτια (το “The Peacocks” του Jimmy Rowles και το “Blues Connotation” του Ornette Coleman), μια δική του σύνθεση και μερικά όχι ιδιαίτερα γνωστά κομμάτια βραζιλιάνων συνθετών. Ένα σύνολο που αν και είναι γεμάτο με ρυθμικές ποικιλίες και εναλλαγές, τον πρώτο λόγο έχει η μελωδία. Αυτό οφείλεται κατά ένα μεγάλο μέρος στην Anat Cohen και στον πλούσιο και ευαίσθητο ήχο του τενόρου και του κλαρινέτου της, που παίρνουν τη μερίδα του λέοντος στα θέματα και τους αυτοσχεδιασμούς. Τα λεπτά ηχοχρώματα του κλαρινέτου της είναι ιδανικά για την υπέροχη μελωδία του “The Peacocks” και τη μελαγχολική μπαλάντα “Rancho Das Nuvens” του Antonio Carlos Jobim, ενώ το τενόρο της λάμπει στο όμορφο “O Guarana” του Alfredo Cardim και το γρήγορο τέμπο του “Sabor Carioca”, όπου εναλλάσσεται άψογα στα τετράμετρα με τον πιανίστα Helio Alves και τον κιθαρίστα Guilherme Monteiro. Στη δική του αργή σάμπα “Flying over Rio”, όπου o Da Fonseca αιωρείται ανάλαφρα πάνω από τις γειτονιές της πατρίδας του, οι υψηλές κρυστάλλινες νότες στο τελείωμα του σόλο από το πιάνο δένουν υπέροχα με τις βαθιές γραμμές από το κοντραμπάσο του Leonardo Cioglia. Ο ντράμερ φυλάει το μοναδικό του σόλο στο κλείσιμο της λαμπερής σάμπα “Melancia”, του τελευταίου κομματιού του άλμπουμ.

www.dudukadafonseca.com

Jazz & Tzaz, Δεκέμβριος 2012


Kατηγορίες

Email me:

vagarag at freemail.gr

Αρχείο

Blog Stats

  • 26,087 hits
Μαΐου 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ.    
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
293031