Posts Tagged 'Barry Altschul'

Barry Altschul

barry altschulBarry Altschul: “The 3Dom Factor” (TUM Records)
Δύο από τις πρόσφατες δισκογραφικές εμφανίσεις του βετεράνου ντράμερ Barry Altschul ήταν με το FAB Trio (οι δυο άλλοι συντελεστές του ήταν ο αείμνηστος Billy Bang και ο μπασίστας Joe Fonda) και με το τρίο του σαξοφωνίστα Jon Irabagon. Με τρίο και πάλι, παίρνοντας τον Fonda από το πρώτο σχήμα και τον Irabagon από το δεύτερο, μπήκε στο στούντιο αυτή τη φορά ως leader, κάτι που είχε να κάνει από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, γιορτάζοντας κατά κάποιο τρόπο με αυτή την ηχογράφηση τα εβδομηκοστά του γενέθλια.

Η λογική και η λειτουργία αυτού του σχήματος είναι κοινή με τα δύο προηγούμενα: χαλαρό αρμονικό πλαίσιο, άπλετος χώρος για the3domfactorαυτοσχεδιασμούς, διαρκής ένταση και απελευθέρωση. Ηχητικά το “The 3Dom Factor” είναι πιο κοντά στο “Foxy” του Irabagon, αφού το γκρουπ έχει το ίδιο ακριβώς στήσιμο. Αν όμως τα 80 λεπτά του “Foxy” κυλούσαν χωρίς την παραμικρή διακοπή, ώστε τα 12 κομμάτια του να μοιάζουν με ένα αδυσώπητο ξέσπασμα του σαξοφωνίστα, εδώ υπάρχει σαφής θεματικός διαχωρισμός στις συνθέσεις και συνεχής εναλλαγή των τριών οργάνων στο σολάρισμα. Στιγμές με δυνατό σφυροκόπημα από τα τρία όργανα, μπαλάντες που συνδυάζουν την ένταση με το λυρικό παίξιμο, ένα μελωδικό φάνκ αφιερωμένο στους κλασικούς ντράμερ που επηρέασαν τον Altschul στην αρχή της καριέρας του και ένας μονόλογος από τα τύμπανα για φινάλε, φτιάχνουν ένα σύνολο από συνθέσεις νέες, αλλά και παλιότερες που φτάνουν μέχρι το υλικό της πρώτης προσωπικής ηχογράφησης του ντράμερ. Μοναδική εξαίρεση τα δυόμισι λεπτά του “Ictus” της Carla Bley, όπου ο Irabagon αυτοσχεδιάζει κάθετα με μεγάλη ταχύτητα πάνω σε μια σε στυλ bebop διαδοχή ακόρντων. Ο Irabagon που μας έχει συνηθίσει σε απίστευτα πράγματα είτε μόνος είτε με τους Mostly Other People Do The Killing, δείχνει ότι το οπλοστάσιό του είναι ανεξάντλητο, ο Fonda οδηγεί το γκρουπ με τεράστια δύναμη και σιγουριά, έχοντας προτίμηση στα πολύ γρήγορα σχήματα και τις χαμηλές νότες και ο Altschul είναι απλά ένας μάστερ. Τρεις γενιές σε ένα υπέροχο ταίριασμα.

Επαφή: www.tumrecords.com

Jazz & Tzaz, Μάιος 2013

Tum Records

Φινλανδέζικη στέγη για τη δημιουργική μουσική

Juhani Aaltonen

Juhani Aaltonen

Το 1963 ο Bernard Stillman, ένας νέος δικηγόρος από το New Jersey που με αφορμή την ενασχόλησή του με τις κτηματικές περιουσίες του Charlie Parker και της Billie Holiday γνώρισε και αγάπησε την τζαζ, αποφάσισε να δημιουργήσει τη δική του δισκογραφική εταιρεία. Ο πρώτος καλλιτέχνης που υπέγραψε σε αυτήν, την ESP-DISK, ήταν ο Albert Ayler και το “Spiritual Unity” ήταν το πρώτο άλμπουμ της εταιρείας, αν εξαιρέσουμε μια ηχογράφηση του Stillman που είχε σκοπό να διαδώσει τη γλώσσα Εσπεράντο. Σαράντα χρόνια αργότερα ένας άλλος δικηγόρος, ο Φιλανδός Petri Haussila, ίδρυσε στο Ελσίνκι την Tum Records, έχοντας σκοπό να εκδώσει τη δουλειά ενός σπουδαίου σαξοφωνίστα κι αυτός, του συμπατριώτη του Juhani Aaltonen, που είχε είκοσι περίπου χρόνια να ηχογραφήσει τη μουσική του. Εστιάζοντας κυρίως σε καλλιτέχνες του ελεύθερου αυτοσχεδιασμού που θέλουν να παίξουν δικά τους πράγματα, στα περίπου τριάντα μέχρι σήμερα άλμπουμ της Tum Records περιλαμβάνονται αρκετοί παλιοί και νεότεροι Φιλανδοί, αλλά και ηχογραφήσεις του Leo Smith, του John Tchicai, του Andrew Cyrille και του Billy Bang.

«Το 2002 υπήρχαν διάφοροι λόγοι για τους οποίους χρειαζόταν να βρεθεί κάποιος τρόπος για να κυκλοφορήσει η φιλανδέζικη δημιουργική μουσική», λέει στο Jazz & Tzaz ο Petri Haussila. «Ο Juhani Aaltonen είχε ηχογραφήσει ένα λάιβ με το νέο του τρίο. Από την άλλη μεριά εγώ είχα διοργανώσει μια συναυλία του με ένα τρίο που περιλάμβανε τον Reggie Workman και τον Andrew Cyrille, καθώς και τους τρεις τους μαζί με την Avanti! Chamber Orchestra να ερμηνεύουν τη μουσική του συνθέτη Henrik Otto Donner που είχε ηχογραφηθεί σε ένα στούντιο στο Ελσίνκι. Ακόμη ο μπασίστας Antti Hytti που είχε έτοιμη μια ηχογράφηση με το γκρουπ Suhkan Uhka έψαχνε για εταιρεία, αφού το συμβόλαιό του με τη Naxos είχε διαλυθεί. Από αυτή την ανάγκη προέκυψαν τα τρία πρώτα CD της TUM. Και στα τρία συμμετείχε ο Juhani Aaltonen και η επιθυμία μου να εκδώσω τη μουσική του ήταν ένας βασικός λόγος να δημιουργήσω αυτή την εταιρεία, δεδομένου ότι αν και πρόκειται για ένα γίγαντα της ευρωπαϊκής αυτοσχεδιαζόμενης μουσικής είχε να κυκλοφορήσει κάτι αντιπροσωπευτικό της τέχνης του για περίπου είκοσι χρόνια». Όσο κι αν ακούγεται παράξενο, για μια χώρα που παραδοσιακά αγκαλιάζει την τζαζ και όπου υπάρχουν αρκετές ανεξάρτητες εταιρείες, το ενδιαφέρον αυτών των εταιρειών για τους παλιότερους ντόπιους εκπροσώπους του ελεύθερου αυτοσχεδιασμού ήταν περιορισμένο. «Ακόμη και στη Φινλανδία το επίκεντρο του ενδιαφέροντος ήταν το νέο-συντηρητικό mainstream και η γκρουβ τζαζ που παιζόταν από εικοσάρηδες».

Κόντρα στους όρους και τις τάσεις της αγοράς ο Petri Haussila καθορίζει τη στάση του από το μεράκι και την αγάπη του για την τζαζ και το κλειδί στην επιλογή των μουσικών που ηχογραφούν για την TUM είναι πάντα η δημιουργικότητα. Κοντεύοντας μια δεκαετία στο τιμόνι της εταιρείας εξακολουθεί να αγοράζει ασταμάτητα δίσκους, να ακούει και να απολαμβάνει την αυτοσχεδιαζόμενη μουσική ανεπηρέαστος από το βάρος του μάρκετινγκ. «Θέλω να συνεργάζομαι μόνο με καλλιτέχνες που έχουν κάτι αυθεντικά δικό τους να πουν. Δεν με επηρεάζουν οι εμπορικές δυνατότητες, αν και προσπαθώ να παρουσιάζω τη μουσική με τέτοιο τρόπο που να προσελκύει τον πραγματικό φίλο της δημιουργικής μουσικής. Βασικά έχω την οπτική του λάτρη της τζαζ: παρουσιάζω ό,τι απολαμβάνω εγώ ο ίδιος και ό,τι πιστεύω ότι αξίζει να ακουστεί πιο ευρέως. Από τη δεκαετία του ’80 και του ’90 ήμουν θαυμαστής πολλών από τους καλλιτέχνες της TUM, είτε είναι Φιλανδοί (όπως Juhani Aaltonen, Teppo Hautaaho, Raoul Björkenheim) είτε από το εξωτερικό (Billy Bang, Wadada Leo Smith, Reggie Workman, Andrew Cyrille, Ahmed Abdullah) και ήθελα η TUM να τους δίνει τη δυνατότητα να εκδίδουν τη μουσική τους κάτω από τις σημερινές αντίξοες συνθήκες. Ταυτόχρονα ενδιαφέρομαι και για νεότερους μουσικούς που έχουν κάτι μοναδικό να προσφέρουν, όπως για παράδειγμα ο σαξοφωνίστας Mikko Innanen και ο κιθαρίστας Kalle Kalima, που αν και έχουν σπουδάσει σε ωδεία, δεν αναζητούν συμβατικές και εμπορικές λύσεις, αλλά αναζητούν πάντα κάτι διαφορετικό».

Ένα τέτοιο μίγμα από παλιά και νεότερα ονόματα είναι και οι τελευταίες κυκλοφορίες της TUM. Η συνάντηση του Dave Lindholm με τον Henrik Otto Donner, δύο παλαίμαχων της Φιλανδικής σκηνής, διαφέρει αρκετά από το υπόλοιπο ρόστερ της εταιρείας. Ο Lindholm, κιθαρίστας, τραγουδοποιός και τραγουδιστής με καριέρα που ξεπερνά σε διάρκεια τα σαράντα χρόνια, ακούγεται και φαίνεται σαν σκανδιναβική εκδοχή του Tom Waits με λιγότερο βραχνή και περισσότερο μελωδική φωνή, ενώ ο Donner είναι ένας βετεράνος συνθέτης και ενορχηστρωτής, με ακόμη μεγαλύτερη προϋπηρεσία αλλά ελάχιστα γνωστός έξω από τη Φιλανδία. Στο More than 123” τους ακούμε σε ένα σετ από όμορφα κομμάτια που έγραψαν οι δυο τους, όλα τους γεμάτα με άρωμα από μπλουζ και Νέα Ορλεάνη, και όλα τους παιγμένα από μια εξαιρετική επταμελή έως ενδεκαμελή μπάντα, όπου συμμετέχει και ο έξοχος σαξοφωνίστας Manuel Dunkel, που τον είχαμε χαρεί πέρσι με τον Γιώργο Κοντραφούρη. Το History Of Jazz In Reverse από το FAB Trio, δηλαδή τον Joe Fonda, τον Barry Altschul και τον Billy Bang είναι ένα σύνολο από ελεύθερες συνομιλίες ανάμεσα στο μπάσο, τα τύμπανα και το βιολί, έτσι όπως εξελίχτηκαν επιτόπου κατά την ηχογράφηση. Εξαίρεση το “One for Don Cherry” γραμμένο από τον Billy Bang και μια όμορφη εκτέλεση του πασίγνωστου “Chan Chan” του Compay Segundo, ένα κομμάτι που συνήθιζε να παίζει ο Bang και με τα άλλα του γκρουπ. Για τον Andrew Cyrille οι Haitian Fascination είναι μια προσπάθεια επιστροφής στις ρίζες του, αφού και οι δύο γονείς του ήταν από την Αϊτή. Έτσι το Route De Freresόλο ζωντάνια, χαρούμενους ρυθμούς και έντονα χρώματα της Καραϊβικής ακούγεται αρκετά διαφορετικό σε σχέση με αυτά που μας έχει συνηθίσει ο σπουδαίος ντράμερ. Την αμερικανοαϊτινή αυτή σύμπραξη συμπληρώνουν ο Hamiet Bluiett στο βαρύτονο και ο Lisle Atkinson στο μπάσο από τη μια και από την άλλη ο Alix Pascal στην ακουστική κιθάρα και ο Frisner Augustin στα κρουστά και τα φωνητικά. Όπως είπε προηγουμένως ο Petri Haussila, ο Mikko Innanen είναι μεγάλο ταλέντο. Στα 32 έχει ήδη πάνω από 15 CD σε ρόλο leader ή co-leader στα οποία έχουν συμμετάσχει μουσικοί όπως ο Han Bennink και ο John Tchikai. Σε ένα από αυτά, το “The Quintet” με το γκρουπ Contrasts του μπασίστα Wade Mikkola, ηχογράφησε μαζί με το Γιώργο Κοντραφούρη. Το Clustrophyείναι τo δεύτερο άλμπουμ του με τους Innkvisitio, ένα γκρουπ που εδώ παρουσιάζεται με ασυνήθιστη μορφή (τρεις σαξοφωνίστες, συνθεσάιζερ, κρουστά). Κοιτάζοντας προς πολλές κατευθύνσεις οι Innkvisitio συνδυάζουν το δυνατό σουίνγκ με την ανοικτή οπτική της φρι τζαζ μέσα σε ένα φουτουριστικό σκηνικό που δημιουργούν τα πλήκτρα του Seppo Kantonen. Το Olavi Trio τέλος αποτελείται από τρεις μουσικούς που όλοι τους έχουν το Olavi μέσα στο όνομά τους και που ο ένας με τον άλλον απέχουν ηλικιακά είκοσι χρόνια: τον εβδομηντάχρονο μπασίστα Teppo Olavi Hautaaho, τον πενηντάχρονο τρομπονίστα Jari Olavi Hongisto και τον ντράμερ Niilo Olavi Louhivuori που πρόσφατα πάτησε τα τριάντα. Με το “Triologia”, ενισχυμένοι σε μερικά κομμάτια από τον κιθαρίστα Kalle Kalima, τον τρομπετίστα Verneri Pohjola και τον αγαπημένο της TUM Juhani Aaltonen, αφήνονται σε ένα ελεύθερο ταξίδι, όπως λένε οι ίδιοι «σε έναν τρόπο ζωής που στηρίζεται στο διαρκές κυνήγι της στιγμής».

Ο Petri Haussila ξέρει βέβαια ότι η οικονομική κρίση και ο κατήφορος της δισκογραφικής αγοράς δεν αφήνουν περιθώρια να πετά στα σύννεφα. «Το μέλλον παραμένει ομιχλώδες. Προς το παρόν σκοπεύω να επικεντρωθώ στην κυκλοφορία CD με υψηλής ποιότητας digipack και εκτενή ένθετα, με ποιοτικές φωτογραφίες και εξώφυλλα που επιμελούνται Φιλανδοί καλλιτέχνες, αλλά όταν το CD ξεπεραστεί όλα αυτά προφανώς θα αλλάξουν. Ειλικρινά δεν έχω σκεφτεί τι θα κάνω σε αυτή την περίπτωση».

Το ξεκίνημα του 2012 πάντως προβλέπει φουλ πρόγραμμα για την TUM, καθώς προγραμματίζει να κυκλοφορήσει μεταξύ άλλων ηχογραφήσεις των Juhani Aaltonen, Iro Haarla, Mikko Innanen, Kalle Kalima, Wadada Leo Smith και Verneri Pohjola. Επίσης θα εκδώσει την τελευταία ηχογράφηση του Billy Bang με το γκρουπ του, που έγινε στο Ελσίνκι στις αρχές του 2011 (ο Billy Bang πέθανε τον προηγούμενο Απρίλιο), αλλά και CD των W.A.R.M. (Reggie Workman, Pheeroan AkLaff, Sam Rivers και Roscoe Mitchell), Archie Shepp και πολλών ακόμη.

επαφή: www.tumrecords.com

Jazz & Tzaz, Φεβρουάριος 2012

Jon Irabagon

The Infinite Standard


Πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει να παινεύουν την τζαζ λέγοντάς την κλασική μουσική της Αμερικής, λες και της χρειάζεται να ντυθεί με τη σοβαρότητα και την πέραν αμφισβήτησης αξία της κλασικής μουσικής για να αποκτήσει και κείνη ανάλογη καλλιτεχνική βαρύτητα; «Αν και συχνά το διασκεδάζεις όταν παίζεις, η τζαζ είναι πολύ σοβαρή μουσική» έγραφε πριν από χρόνια σε ένα άρθρο του, σαν να όφειλε κάποιο είδος απολογίας, ο γνωστός πιανίστας και ένθερμος υποστηρικτής της «κλασικότητας» της τζαζ Billy Taylor. Αρκετά με τη σοβαροφάνεια και τον ακαδημαϊσμό, μοιάζει να απαντά με κάθε του κίνηση ο σαξοφωνίστας Jon Irabagon, που δεν κρύβει τη διάθεσή του να διασκεδάσει, να παραφράσει, να κάνει χιούμορ, να παίξει με την ιστορία και την παράδοση, υιοθετώντας  μια στάση που συγγενεύει με αυτή των Sex Mob του Steven Bernstein, των Lounge Lizards, του Ray Anderson, των Medeski, Martin & Wood.

Μέσα στα δέκα χρόνια που πέρασαν από τότε που πήγε στη Νέα Υόρκη για να σπουδάσει, ο νεαρός σαξοφωνίστας εκμεταλλεύτηκε κάθε ευκαιρία που του δόθηκε για να αποκτήσει εμπειρίες όχι μόνο στην τζαζ -από τη mainstream ως την πιο πειραματική μορφή της- αλλά και στο ροκ, την ποπ, το λάτιν, την κλασική μουσική. Το 2008 επιλέχτηκε για το πρώτο βραβείο του διαγωνισμού Thelonious Monk Jazz Competition από μια κριτική επιτροπή που αποτελούνταν από τον Wayne Shorter, τον Jimmy Heath, τον Greg Osby, την Jane Ira Bloom και τον David Sanchez. Είναι ιδρυτικό μέλος του κουαρτέτου με το εξωφρενικό όνομα Mostly Other People Do the Killing, που με το μότο “one hundred years of jazz history in every bite”, έχει βάλει σκοπό να ακουμπά ολόκληρη την τζαζ παράδοση, από τον Lewis Armstrong ως τον Evan Parker, με έναν ήχο που μεταμορφώνεται συνεχώς με απίστευτη ευελιξία. Ανάλογα με τις αναφορές που κάνει το γκρουπ στα άλμπουμ του είναι και τα εξώφυλλα που επιλέγει, τα οποία αναπαριστούν –πάντα με όρεξη για πλάκα- το ντιζάιν ιστορικών δίσκων: του «A Night in Tunisia» του Art Blakey στο “Shamokin!!!”, του “This is our music” του Ornette Coleman στο “ This Is Our Moosic”, του “Out of the Afternoon” του Roy Haynes στο “Forty Fort”. Ακόμη και τα κείμενα στα εσώφυλλα των CD, ο μπασίστας και leader του γκρουπ Moppa Elliott τα υπογράφει με το όνομα Leonard Featherweight (!).

Την ίδια γραμμή ακολουθεί και ο σαξοφωνίστας στο καινούριο του άλμπουμ “Foxy”, αφιερωμένο με το δικό του τρόπο στον sax trio ήχο του Sonny Rollins, που είχε αποτυπωθεί στο “Way Out West” του 1957. Κοπέλες με μπικίνι, στολή νοσοκόμας, νυφικό, ζαρτιέρες, εμφάνιση γοργόνας και σταθερά το τενόρο σύμβολο στο χέρι, ποζάρουν σε ένα τοπίο της άγριας δύσης, όπως ακριβώς είχε στηθεί και ο Sonny Rollins, ενώ εδώ το κείμενο υπογράφεται από τον … Roland Barf. Οι τίτλοι των δώδεκα κομματιών του CD είναι ομόηχοοι του κλασικού “Doxy” του Rollins. Αν μπορούμε βέβαια να μιλήσουμε για ξεχωριστά κομμάτια, αφού στην ουσία η μουσική κυλά χωρίς σταμάτημα για 80 σχεδόν λεπτά, με τον Irabagon χωρίς ανάσα να παραλλάσσει φράσεις εις το διηνεκές και τον μπασίστα Peter Brendler με τον βετεράνο ντράμερ Barry Altschul να τον ακολουθούν κατά πόδας.

www.jonirabagon.com

Συνέντευξη με τον Jon Irabagon

Έχεις δουλέψει με καλλιτέχνες τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους όσο ο Billy Joel και ο Ken Vandermark, ή ο Richard Marx και ο Dave Liebman. Πώς επηρεάζεται η δουλειά σου από αυτή τη μεγάλη γκάμα εμπειριών;
Πάντα μου άρεσαν πολλά διαφορετικά είδη μουσικής και όλες αυτές οι εμπειρίες με βοήθησαν να παίζω συγκεκριμένα στιλ με αυθεντικότητα, αφού συνεργαζόμουν με ανθρώπους που ήταν γνώστες τους. Αισθάνομαι πολύ περισσότερο άνετα να κινούμαι ανάμεσα στα διάφορα στιλ όταν έχω τη δυνατότητα να συνευρίσκομαι με ανθρώπους που ζουν και αναπνέουν μέσα σε ένα συγκεκριμένο είδος μουσικής. Με βοηθά να κατανοώ καλύτερα όχι μόνο καθένα από αυτά, αλλά και το τι συμβαίνει συνολικά σήμερα. Εκτός αυτού το να γνωρίζω και να βρίσκομαι μαζί με όλους αυτούς τους ανθρώπους είναι τεράστια βοήθεια, αφού καθένας έχει και τις δικές του απόψεις για τη μουσική, για την αλληλεπίδραση με τους άλλους μουσικούς. Όλα αυτά μου δίνουν τη δυνατότητα να επιλέξω διαφορετικές γνώμες και να διαμορφώσω τη δική μου.

Πώς σε βοήθησε το βραβείο που κέρδισες το 2008 στο Thelonious Monk Jazz Competition;
Το διαγωνισμό αυτό μπορεί να τον δει κανείς σαν μια ένδειξη επιδοκιμασίας από ένα ειδικό δίκτυο μουσικών. Θα ήταν τιμή αλλά και έκπληξη ακόμη κι αν έφτανα στα ημιτελικά. Το πιο σημαντικό από αυτό το Σαββατοκύριακο στο Λος Άντζελες ήταν το ότι μπόρεσα να γνωρίσω πολλούς από τους παλαιότερους μουσικούς με τους οποίους δεν είχα ξαναέλθει σε επαφή. Ανθρώπους όπως ο Greg Osby, ο Jimmy Heath και ο Wayne Shorter, που όλοι τους με έχουν επηρεάσει πολύ στις απόψεις μου για τον αυτοσχεδιασμό. Το ότι μπόρεσα να ανταλλάξω απόψεις μαζί τους για τρεις μέρες ήταν ό,τι σπουδαιότερο για μένα. Παραμένω σε επαφή μαζί τους. Όλοι τους με βοήθησαν να προσδιορίσω από πού προέρχομαι και τι κάνω με τη μουσική μου.

Στην προσωπική σου δουλειά αλλά και με στα άλμπουμ με τους MOPDTK φαίνεται ότι έχεις μια κλίση προς τον ήχο και το ντιζάιν της δεκαετίας του ’50 και των αρχών της δεκαετίας του ’60 και ότι προσπαθείς να συνεχίσεις αυτή την παράδοση.
Σίγουρα η τζαζ εκείνης της εποχής με επηρεάζει και είναι πηγή έμπνευσης για αυτοσχεδιασμό, αλλά αν και τα εξώφυλλα παραπέμπουν σε εκείνες τις ηχογραφήσεις, η ίδια η μουσική χρησιμοποιεί αυτή την περίοδο σαν σημείο εκκίνησης. Προφανώς και υπάρχει αγάπη για αυτή τη μουσική, αλλά μου αρέσουν και η παλιότερη τζαζ και η νεότερη, όπως και μουσική που δεν είναι τζαζ. Όμως οι δεκαετίες του ’50 και του ’60 είναι η περίοδος που έρχεται στο μυαλό των περισσότερων όταν σκέφτονται την τζαζ και συνεπώς αποτελούν ένα καλό σημείο εκκίνησης για τους MOPDTK.

Πάντως ο τρόπος που την αντιμετωπίζεις είναι αρκετά «βρώμικος» και γεμάτος χιούμορ.
Όλοι οι μουσικοί που αγαπώ περισσότερο είχαν παιχνιδιάρικη διάθεση και μια αστεία πλευρά στο παίξιμό τους. Υπάρχει αρκετό ψάξιμο μέσα σε αυτό το χιούμορ. Αυτά τα στοιχεία, η ικανότητα να δουλεύεις με κάτι παραπάνω από τις νότες, τις συγχορδίες, τις σταθερές διαδικασίες και τις φόρμες των τραγουδιών όταν αυτοσχεδιάζεις, είναι ό,τι με εξάπτει περισσότερο όταν ακούω ή όταν παίζω. Το χιούμορ είναι ένας τρόπος που σε βοηθά να σκέφτεσαι έξω από την πεπατημένη και να προσπαθείς να αναπτύξεις κάτι δικό σου.

Οι ακροατές και οι κριτικοί συνήθως κατατάσσουν τους μουσικούς της τζαζ είτε στο mainstream είτε στο αποκαλούμενο avant guard. Αισθάνεσαι ποτέ ενοχλημένος ή περιορισμένος από τέτοιου είδους κατηγοριοποιήσεις;
Οι κατηγοριοποιήσεις προσβάλλουν και τους μουσικούς αλλά και τους ακροατές. Δημιουργούνται μόνο και μόνο για να επιτρέπουν στους δημοσιογράφους να περιγράφουν τη μουσική που ακούνε. Όσο πιο εφοδιασμένος είναι ένας δημοσιογράφος, δηλαδή όσο περισσότερο ψαγμένος και μελετημένος είναι, και όσο περισσότερο γνώστης είναι του πώς γίνεται η μουσική, τόσο καλύτερες είναι οι περιγραφές του. Τελικά το ακροατήριο θα σχηματίσει από μόνο του άποψη για την ταυτότητα ενός μουσικού. Έχω δει κριτικούς που δεν το έχουν αυτό στο μυαλό τους με αποτέλεσμα να κάνουν κακό στη μουσική. Καλλιτέχνες που βάζουν όλη τους την καρδιά και το μυαλό σε αυτό που κάνουν μπορεί να γίνουν κομμάτια και να χάσουν ακροατήριο με μιας, αν σε έναν κριτικό αρέσουν συγκεκριμένα πράγματα και δεν ακούει με κατανόηση και ανοιχτά αυτιά. Το σημαντικότερο είναι ότι ο αδαής δημοσιογράφος μπορεί να αποτρέψει ένα δυνητικό ακροατήριο, κάτι που κάνει κακό και στην κριτική και στους μουσικούς.

Οι αυτοσχεδιαστές αντίθετα με άλλους καλλιτέχνες δημιουργούν σε παρόντα χρόνο. Εσύ πότε έχεις την αίσθηση ότι όλα πάνε καλά όταν βρίσκεσαι πάνω στη σκηνή;
Όσο νιώθω ότι και οι υπόλοιποι στο γκρουπ βρίσκονται στο ίδιο μήκος κύματος, αυξάνονται οι πιθανότητες να πάνε όλα καλά εκείνη τη φορά. Μου αρέσει το παίξιμο χωρίς ατομισμό που συνδυάζεται με δημιουργία ενέργειας και μελετημένες αποχρώσεις. Προσπαθώ να παίζω μόνο σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν αυτές οι προϋποθέσεις και όταν τα καταφέρνουμε να παίξουμε έτσι νιώθουμε ότι αυτός είναι ο σκοπός της ζωής μας.

Πώς προέκυψε η συνεργασία με τον Barry Altschul;
Ο μπασίστας Moppa Elliott και εγώ παίζαμε σαν τρίο με τον Barry το Δεκέμβριο του 2009 στο Stone, το κλαμπ του John Zorn στο Μανχάταν. Ήταν φοβερά διδακτική η εμπειρία να βρισκόμαστε μαζί, να συζητάμε, να κάνουμε πρόβες και να παίζουμε με εκείνον. Ήθελα να συνεργαστώ μαζί του και καθώς είχα ένα τρίο που κινούνταν σε αυτό το ανοιχτό αλλά γεμάτο σουίνγκ στιλ, ταίριαζε απόλυτα για να παίξει σε αυτό.

Κάθε κομμάτι του “Foxy” ακούγεται σαν να μην έχει αρχή και τέλος. Σαν να είναι απόσπασμα μιας ηχογράφησης που κρατά ώρες. Είναι γιατί όπως λέει και ο Roland Barf (!) στο εξώφυλλο του CD “το φάσμα όσων ακούμε είναι πεπερασμένο, ενώ το στάνταρντ είναι ατέλειωτο;”
Ναι έτσι ακριβώς συνέβη. Ηχογραφήσαμε ένα συνεχές κομμάτι που κράτησε 90 λεπτά. Περίπου κάθε δέκα λεπτά χαμηλώναμε την ένταση της ηχογράφησης. Συνεχίσαμε να παίζουμε και αφού είχε τελειώσει η διάρκεια του CD. Εκείνη την εποχή διάβαζα πολύ Μπόρχες και επηρεάστηκα πολύ στον τρόπο που συνέλαβα τη μουσική από τις ιδέες του.

Γιατί επέλεξες να παίζετε συνεχώς χωρίς να χαμηλώσετε καθόλου τους τόνους και να χαλαρώσετε έστω και για λίγο την ένταση;
Δουλεύαμε πάνω σε αυτό το κόνσεπτ για περίπου δώδεκα γκιγκ πριν κάνουμε την ηχογράφηση και η ιδέα ήταν να συνεχίζουμε σε αυτό το ασταμάτητο, διαρκώς εξελισσόμενο κομμάτι που ενσωμάτωνε περισσότερο σουίνγκ παρά ελεύθερο παίξιμο. Όταν βρεθήκαμε στο στούντιο το τρίο ήταν σε αυτή τη ζώνη και ήθελα να είμαι σίγουρος ότι η ηχογράφηση θα την κατέγραφε αυτή ακριβώς τη φάση. Έχουμε ξαναπαίξει μια – δυο φορές από τότε και παρατηρούμε ότι κάθε φορά η μουσική εξελίσσεται και επεκτείνεται. Ανυπομονούμε να καταγράψουμε αυτή την εξέλιξη.

Τι ετοιμάζεις αυτό τον καιρό;
Σχεδιάζουμε με το τρίο μια σύντομη ευρωπαϊκή περιοδεία το καλοκαίρι. Ακόμη επαναφέρω για μερικά γκιγκ και ελπίζω και μια ηχογράφηση το γκρουπ μου Outright!. Επίσης συνεχίζω να παίζω με το ντούο που έχω με τον ντράμερ Mike Pride, αλλά και με τους MOPDTK. Με το κουιντέτο της Mary Halvorson θα συνεχίσουμε να παίζουμε και να ηχογραφούμε και αυτή τη χρονιά. Είμαι πολύ χαρούμενος για όλη αυτή τη μουσική που με διασκεδάζει.

Jazz & Tzaz, Φεβρουάριος 2011

Peter Brendler, Barry Altschul, Jon Irabagon


Kατηγορίες

Email me:

vagarag at freemail.gr

Αρχείο

Blog Stats

  • 26,139 hits
Ιουλίου 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ.    
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31