Posts Tagged 'Joe Fiedler'

Michael Jefry Stevens – Satoko Fujii

Με δικό του τρόπο ο καθένας καταφέρνουν και οι δύο να φτάνουν στο ίδιο αποτέλεσμα. Να είναι απίστευτα παραγωγικοί, σε βαθμό που γίνεται πραγματικά πολύ δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς πλήρως τη δισκογραφία τους και να παίζουν ασταμάτητα περιοδεύοντας ανά τον κόσμο. Ο Michael Jefry Stevens επιλέγει μικρά, κλασικά σε δομή γκρουπ και ηχογραφεί με πολλές εταιρείες. Αντίθετα τα σχήματα της Satoko Fujii ποικίλουν σε μέγεθος και έχουν συχνά «ανορθόδοξους» συνδυασμούς οργάνων, ενώ οι ηχογραφήσεις της κυκλοφορούν κυρίως από τη δική της δισκογραφική εταιρεία Libra Records.

Δεν ξέρω αν ξεμπέρδεψε για φέτος με αυτά τα CD ο νεοϋορκέζος στην καταγωγή και κάτοικος του Μέμφις πιανίστας Michael Jefry Stevens. Έχει λίγο καιρό μέχρι το τέλος της χρονιάς για να κάνει κάτι ακόμη με κάποιο από τα ούτε λίγο ούτε πολύ 15 σχήματα -αν δεν παρέλειψε κανένα σε όσα αναφέρει στο σάιτ του- με τα οποία δουλεύει.

In Transit λέγεται το ελβετικό κουαρτέτο του Stevens και το Shifting Moods(Konnex) είναι το δεύτερο άλμπουμ που κυκλοφορεί μαζί του. Ως διαδικασία τούτο εδώ το λάιβ στο Moods Jazz Club της Ζυρίχης δεν διαφέρει από το “Moving Stills”, που κυκλοφόρησε πριν από τρία περίπου χρόνια, αφού είτε πάνω στη σκηνή, είτε στο στούντιο, ο πιανίστας και οι τρεις Ελβετοί συνεργάτες του παίζουν μια και έξω αυτοσχέδιες συνθέσεις. Ξεκινώντας σχεδόν κάθε φορά από ένα αφαιρετικό, ατονικό σχεδίασμα του πιάνου, ο Stevens δημιουργεί ένα πλαίσιο οργανωμένης ελευθερίας, που παρακινεί το σαξοφωνίστα Jurg Solothurnmann, τον μπασίστα Daniel Struder και τον ντράμερ Dieter Ulrich, να παρασυρθούν όσο μακρύτερα γίνεται. Στο δρόμο που διανύουν απελευθερώνουν άφθονη ενέργεια, κάπου κάπου όμως μια αόριστη μελωδική φράση τους οδηγεί και σε στιγμές λυρισμού.

Ηχογραφημένο επίσης στη Ζυρίχη και με τη συμμετοχή των δύο εκ των τεσσάρων In Transit στις τάξεις του (εκτός του Stevens παίζει και ο Ulrich), το Griffith/Stevens Quartet κινείται σε εντελώς διαφορετικό έδαφος. ΤοOnly Love(Artists Recording Collective) περιλαμβάνει δέκα τραγούδια που έχουν αιχμή του δόρατος τη φωνή του μικροσκοπικού (καθ’ ύψος τουλάχιστον) Miles Griffith, που δεν είναι ο τραγουδιστής με τη κοινά αποδεκτή  ωραία φωνή, αλλά περισσότερο ένας δεινός περφόρμερ και αυτοσχεδιαστής. Με τα γρυλίσματα, τις βραχνές κορώνες και τη λογοδιάρροια του φρενιασμένου του σκατ, τραβά εξαρχής την προσοχή πάνω του, όπως κάνει κατά κανόνα οπουδήποτε συμμετέχει. Ανάμεσα στους βρυχηθμούς του “Sometimes”, το θεότρελο “Oh Mama” όπου κάνει λογοπαίγνιο με το όνομα Obama, ή το “Lonely Tears” όπου κάποια στιγμή τραγουδάει σαν να κάνει γαργάρα, ακούγεται «παράξενα» όταν  στο «Highway Blues” παραμένει στα όρια του στρέιτ μπλουζ και στα “Perfect Dream”, “Borderline” και “Only Love” τραγουδά με συμβατικό τρόπο μια μπαλάντα.

Επί ευρωπαϊκού εδάφους πάντα το Icicles(Konnex) είναι η δεύτερη εμφάνιση του Stevens με το Eastern Boundary Quartet. Ένα κουαρτέτο κατά το ήμισυ αμερικάνικο, με τον πιο κοντινό συνεργάτη του πιανίστα, τον Joe Fonda στο μπάσο (διατηρούν το Fonda/Stevens Group 25 χρόνια τώρα και παίζουν μαζί σε πολλούς άλλους συνδυασμούς) και κατά το ήμισυ ουγγρικό χάρη στη συμμετοχή του Balazs Bagyi στα τύμπανα και του Mihaly Borbely στο σαξόφωνο. Με την εξαίρεση των δύο πρώτων κομματιών, του “Fish Soup” που εκτυλίσσεται γύρω από μια φάνκι μπασογραμμή του Fonda και της λυρικής μπαλάντας “Icicles”, σε όλο το υπόλοιπο άλμπουμ επιχειρείται η προσέγγιση ανατολής – δύσης. Το γεφύρωμα αυτό αναλαμβάνει στο “Borders” ο Fonda, που με ένα δίλεπτο μονόλογο οδηγεί την ουγγρική φολκ εισαγωγή σε ένα αυτοσχεδιαστικό κρεσέντο γεμάτο με διαφωνίες από τα πλήκτρα του Stevens. Στο “Soft Balkan Wind”, το “Hungarian Jazz Rhapsody” και το “Tansylvania Blues” εμπνέονται ξεκάθαρα από ουγγρικά και βαλκανικά θέματα, με τον Borbely πότε στο σοπράνο και πότε στο ταρογκάτο (ένα πνευστό ρουμανο-ουγγρικής προέλευσης, που βρίσκεται ανάμεσα στο κλαρινέτο και στο σοπράνο σαξόφωνο), ενώ στο “China” η σύγκλιση ανατολής-δύσης φτάνει μέχρι την Κίνα.

Τέταρτη στη σειρά ευρωπαϊκή ηχογράφηση για τον Stevens, το Dear Jonas (Konnex), είναι ένα ντούο άλμπουμ του πιανίστα με το Δανό κιθαρίστα Jon Hemmersam. Το μεγαλύτερο μέρος του καλύπτεται από δύο εκτενή κομμάτια, τη σουίτα “Amber” σε τρία μέρη και το “Blue Peace” (σε δύο μέρη αυτό), που καθένα τους διαρκεί συνολικά πάνω από είκοσι λεπτά. Και τα δύο φαίνεται να προέρχονται από ελάχιστα γραμμένα μέρη που αποτελούν αφορμές για τους μακροσκελείς, ελεύθερους σε ανάπτυξη διαλόγους ανάμεσα στην ακουστική κιθάρα και το πιάνο. Περισσότερο δομημένα και με πιο συγκεκριμένη μελωδία ακούγονται τα υπόλοιπα δύο κομμάτια, το “Andrea” και ιδίως το “Dear Jonas”, που σε όλη του τη διάρκεια διατηρεί τη μελωδικότητα της μπαλάντας.

Η προσφιλής τακτική της Satoko Fujii να κυκλοφορεί πάνω από ένα CD την ίδια μέρα, έφτασε στο αποκορύφωμά της στις 12 Σεπτεμβρίου του 2006, όταν εμφανίστηκαν ταυτόχρονα 4 άλμπουμ της, από 4 διαφορετικές εταιρίες και καθένα με μια διαφορετική big band. Σχετικά πιο συγκρατημένη … φέτος η πιανίστα από το Τόκιο, στις 19 Ιουλίου άρχισε να διαθέτει μέσω της Libra Records 3 καινούριες δουλειές της. Επιθυμία της αυτή τη φορά ήταν να κάνει ένα δώρο στο σύντροφό της και στη μουσική και στη ζωή, τον τρομπετίστα Natsuki Tamura, για τα εξηκοστά του γενέθλια, το λεγόμενο kanreki στην Ιαπωνία, όταν δηλαδή κάποιος συμπληρώσει έναν πλήρη κινέζικο ζωδιακό κύκλο (που περιλαμβάνει 5 eto, τους μικρότερους κύκλους που διαρκούν 12 έτη).

Eto ονομάζεται και το άλμπουμ της με τη δεκαπενταμελή Orchestra New York, την πιο παλιά από τις τέσσερίς της big band (οι άλλες τρεις έχουν έδρα το Τόκιο, το Κόμπε και τη Ναγκόγια αντίστοιχα), που υπάρχει από το 1997 και στην οποία συμμετέχουν πολλοί σημαντικοί σολίστες όπως ο Ellery Eskelin, o Chris Speed, o Herb Robertson και o Joe Fiedler. Κεντρικό κομμάτι του CD είναι η ομώνυμη σουίτα που ανάμεσα στην εισαγωγή και τον επίλογό της περιλαμβάνει 12 σύντομα μέρη, σε καθένα από τα οποία ένα όργανο αναπαριστά ηχητικά κάποιο από τα ζώα του ζωδιακού κύκλου. Έτσι στο “Rat” το κλαρινέτο του Chris Speed αποδίδει τo γοργό, νευρικό τρέξιμο του αρουραίου, στο “Ox” το τρομπόνι του Joey Sellers ακολουθεί την αργή γαλήνια κίνηση του βοδιού, στο “Horse” το βαρύτονο του Andy Laster δίνει τον περήφανο καλπασμό του αλόγου, στο “Snake” η τρομπέτα με σουρντίνα του Tamura μιμείται το απειλητικό σύρσιμο του φιδιού κι ούτω καθεξής. Τα υπόλοιπα τρία κομμάτια είναι μεγαλύτερης διάρκειας και αναδεικνύουν περισσότερο την ενορχηστρωτική ικανότητα της Fujii, με σύνθετη γραφή, συνεχείς αλλαγές και επιβλητικές εξάρσεις, ιδίως στο “Stroll” που ακούγεται σαν επένδυση επικής κινηματογραφικής ταινίας.

Ένα κεντρικό θέμα, αυτή τη φορά το νερό, υπάρχει και στην ιδέα του Watershed, που είναι το δεύτερο άλμπουμ του MinYoh Ensemble. Ενός κουαρτέτου με παράδοξη μορφή (πιάνο, ακορντεόν, τρομπόνι, τρομπέτα) που συνδέεται με τη γιαπωνέζικη παράδοση, εξ ου και η ονομασία του, η οποία στα γιαπωνέζικα σημαίνει φολκ μουσική. Αν και απουσία μπάσου και ντραμς στο σύνολο αυτό το αναμενόμενο είναι να στηρίζεται περισσότερο στην παρτιτούρα, η γραφή ακούγεται συχνά πολύ χαλαρή και το όλο άκουσμα επικεντρώνεται κυρίως στον αυτοσχεδιασμό. Το τρομπόνι του Curtis Hasselbring και η τρομπέτα του Tamura δίνουν συχνά τον ήχο της ροής και της κίνησης του νερού, με τη συνοδεία του ακορντεόν της Andrea Parkins που βρίσκεται σε συνεχή διάλογο μαζί τους και της Fujii που παίζει μινιμαλιστικές γραμμές, σκόρπια ακόρντα ή τσιμπά τις χορδές του πιάνου.

Η Fujii, ο Tamura και δύο γάλλοι μουσικοί, ο τρομπετίστας Christian Pruvost και ο ντράμερ Peter Orins απαρτίζουν το πρωτοεμφανιζόμενο κουαρτέτο Kaze.  Ένα ακόμη γκρουπ με περίεργο συνδυασμό οργάνων που το ντεμπούτο τουRafale ηχογραφήθηκε ζωντανά στην Κρακοβία στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τα διακόσια χρόνια από τη γέννηση του Σοπέν. Το “Noise Chopin” αποδίδει χαρακτηριστικά το όλο κλίμα του άλμπουμ, που επιχειρεί ένα συνδυασμό στοιχείων της κλασικής μουσικής με το θόρυβο.  Έτσι στις έξι συνθέσεις του άλμπουμ (εκ των οποίων οι τρεις ανήκουν στον  Evans) υπάρχουν αρκετές γαλήνιες και λυρικές στιγμές, αλλά και περιπετειώδεις στα όρια του θορύβου και της κακοφωνίας αυτοσχεδιασμοί.

επαφές: www.michaeljefrystevens.com, http://www2s.biglobe.ne.jp/~Libra/

Jazz & Tzaz, Δεκέμβριος 2011

Advertisements

Επιστροφή στο τρομπόνι

ryankeberle.jpgballen2006.jpgthe-crab.jpg

Το τρομπόνι ήταν πρωταγωνιστικό όργανο και στις μπάντες παρελάσεων της Νέας Ορλεάνης και στις μεγάλες ορχήστρες σε ολόκληρη την περίοδο του swing. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πρώτη μαύρη ορχήστρα της Νέας Ορλεάνης που ηχογράφησε δίσκο ήταν αυτή του τρομπονίστα Kid Ory το 1922, αλλά και το ότι μερικές από τις πιο δημοφιλείς big band του swing, όπως του Tommy Dorsey και του Glenn Miller, είχαν για leader τρομπονίστες. Με το τέλος της εποχής εκείνης, την έλευση του bebop, το οποίο παιζόταν από μικρά σχήματα και την για διάφορους λόγους (με κυριότερο τον οικονομικό) παρακμή των μεγάλων συνόλων, άρχισε να περιορίζεται και ο ρόλος του τρομπονιού.

Ο J.J. Johnson ενέταξε γρήγορα στο παίξιμο του τρομπονιού την επανάσταση που έφερε το bebop και τον ακολούθησαν πολύ μεγάλοι σολίστες όπως ο Curtis Fuller, ο Frank Rosolino, o Jimmy Knepper, αλλά και μουσικοί όπως ο Bob Brookmeyer και ο Slide Hampton, που εκτός από βιρτουόζοι ήταν σπουδαίοι συνθέτες και bandleaders. Αργότερα η δημιουργική σκηνή της δεκαετίας του ’60 ανέδειξε αυτοσχεδιαστές σαν τον Grachan Moncur, τον Roswell Rudd, τον Albert Mangelsdorff, αλλά και σήμερα έχουμε εξαιρετικούς τρομπονίστες όπως ο Ray Anderson, o Gary Valente, o George Lewis, o Frank Lacy, ο Robin Eubanks. Παρόλα αυτά είτε εξαιτίας της εμφάνισής του, είτε λόγω του ότι είναι ιδιαίτερα δύσκολο να το κατακτήσεις, το τρομπόνι δεν είναι πρώτη επιλογή ούτε για το κοινό, ούτε για τους ίδιους τους μουσικούς. «Οι σαξοφωνίστες παίρνουν τα κορίτσια και οι τρομπετίστες τα λεφτά» είχε πει ο Bob Brookmeyer, για να συμπληρώσει ο Ray Anderson «για μένα έχει μεγάλη σημασία να ξεπερνώ το θέμα της τεχνικής. Είναι αδύνατον να παίζεις τρομπόνι και να μη σου έχει γίνει ψύχωση η τεχνική, γιατί είναι ένα πολύ δύσκολο όργανο».
Η ύπαρξη νέων ταλαντούχων παιδιών όπως o Ryan Keberle, ο Brian Allen και ο Joe Fiedler, που φέρνουν το τρομπόνι στην πρώτη γραμμή, είναι ένδειξη όχι μόνο για τις δυνατότητες αυτού του οργάνου, αλλά και για το ότι έχει πολλά ακόμη να συνεισφέρει στην εξέλιξη της τζαζ.

ryan-keberle.jpg
Ryan Keberle: “Double Quartet” (Alternate Side Records)
Στα εικοσιέξι του ο Ryan Keberle έχει καθιερωθεί ως session μουσικός στη Νέα Υόρκη, ιδίως από τη δουλειά του με δυο από τις πιο διάσημες μεγάλες ορχήστρες, τη Maria Schneider Orchestra και τη Lincoln Center Jazz Orchestra υπό τον Wynton Marsalis. Στο προσωπικό του ντεμπούτο διακρίνουμε δύο βασικά χαρακτηριστικά. Το πρώτο είναι το πόσο έχει επηρεαστεί από τον ήχο των μεγάλων συνόλων και την αδυναμία του για τα χάλκινα. Αυτό τον οδήγησε στην επιλογή να χρησιμοποιήσει ένα διπλό κουαρτέτο που αποτελείται από το τρομπόνι του και ένα κλασικό rhythm section (πιάνο, μπάσο, τύμπανα) και μια τετράδα χάλκινων (τρομπέτα, 2ο τρομπόνι, γαλλικό κόρνο και τούμπα). Τα πέντε πνευστά χάρη στην ενορχηστρωτική ικανότητα του Keberle, δημιουργούν μεγάλη πολυφωνία, πολύ μεγάλο πλούτο συνδυασμών και ηχοχρωμάτων που αρκετά συχνά ακούγονται σαν να προέρχονται από ένα μεγαλύτερο σύνολο. Το δεύτερο χαρακτηριστικό του CD είναι ο σφαιρικός τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει ο Keberle το τζαζ ρεπερτόριο. Αυτή την εντύπωση δίνουν τα τέσσερα κομμάτια που επέλεξε να διασκευάσει, δηλαδή το “Norwegian wood’ και το “Blackbird” των Beatles, το “Children of the night” του Wayne Shorter (από το “Mosaic” του Art Blakey) και το “29 Palms”, που ήταν ένα σόλο πιάνο κομμάτι του Brad Mehldau από το “Places”. Οι διασκευές αυτές μαζί με πέντε συνθέσεις του τρομπονίστα γίνονται ένα ομοιογενές και βατό σύνολο, αλλά γεμάτο λεπτομέρειες και κρυμμένες ομορφιές που χρειάζονται χρόνο και προσοχή από τον ακροατή για να τις ανακαλύψει. Όσο για την ποιότητα του Keberle ως σολίστα, ανήκει στην παλιά σχολή με τον καθαρό, μελωδικό και έντεχνο ήχο του J.J. Johnson και των μεταγενέστερών του, όπως ο Steve Turre και ο Wycliffe Gordon, που ήταν και δάσκαλοί του.
www.ryankeberle.com

brian-allen-tony-malaby-tom-rainey.jpg
Brian Allen, Tony Malaby, Tom Rainey: “Synapse” (Braintone Records)
Πέμπτο άλμπουμ στη δική του ανεξάρτητη εταιρία για τον τεξανό Brian Allen που φαίνεται ότι έχει κόλλημα με τους γρίφους και τους αναγραμματισμούς. Το όνομα της εταιρίας έχει προκύψει από αναγραμματισμό του ονόματός του (Brain – Brian). Από κάποιο αναγραμματισμό, που αδυνατούμε να προσδιορίσουμε, φαίνεται να προέκυψαν και οι τίτλοι όλων των κομματιών του CD. Όσο για τον τίτλο του άλμπουμ (Synapse – σύναψη), προέρχεται από τον όρο που χρησιμοποιείται στη βιολογία για τα σημεία επαφής των νευρικών κυττάρων μεταξύ τους και με τα άλλα είδη κυττάρων, μέσω των οποίων εξασφαλίζεται η ανταλλαγή των πληροφοριών. Στον εγκέφαλο (brain) υπάρχει ένας τεράστιος αριθμός συνάψεων. Μέσα από αυτό το περίγραμμα γεννήθηκαν οι αυτοσχέδιες συνθέσεις αυτού του χωρίς μπάσο τρίο με τον Allen στο τρομπόνι, τον Tony Malaby στο σαξόφωνο και τον Tom Rainey στα τύμπανα. Οκτώ ομαδικοί αυτοσχεδιασμοί χωρίς χειροπιαστό θέμα, χωρίς σταθερό ρυθμό, χωρίς συγκεκριμένη δομή, αλλά που με τη λογική του call and response ανοίγονται ελεύθερα σε πολλαπλές κατευθύνσεις. Κάποια ιδέα που δηλώνει ένας από τους τρεις μέσω των σημείων επαφής και της ανταλλαγής των πληροφοριών, αποκωδικοποιείται και γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας και αδιάκοπων παραλλαγών από τους υπόλοιπους και με αυτό τον τρόπο η μουσική οδηγείται διαρκώς σε νέους χώρους.
www.braintone.com

joe-fiedler-trio.jpg

Joe Fiedler Trio: “The Crab” (Clean Feed Records)
Ο Joe Fiedler δεν είναι απλά ένας χαρισματικός τρομπονίστας, που μπορεί να γεφυρώσει το χάσμα που χωρίζει τον Wynton Marsalis από τον Anthony Braxton και τη σάλσα της Celia Cruz από τη big band της Satoko Fujii (έχει παίξει με όλους τους). Είναι και ένας μάστερ στα multiphonics, την περίπλοκη δηλαδή τεχνική που ανέπτυξαν ο Albert Mangelsdorff και ο Paul Rutherford, με την οποία τη στιγμή φυσούσαν μια νότα στο τρομπόνι, τραγουδούσαν και μια άλλη, προσπερνώντας με αυτό τον τρόπο το θέμα της μονοφωνίας και δίνοντας νέες δυνατότητες και διευρυμένο ρόλο στο όργανό τους.
Αν και το προηγούμενο CD του Fiedler ήταν αφιερωμένο αποκλειστικά στη μουσική του Mangelsdorff, ενώ το καινούριο “The Crab” περιλαμβάνει μόνο δικές του συνθέσεις, τα δύο άλμπουμ κινούνται στο ίδιο μήκος κύματος με ένα ανάλογο τρίο που έχει τον ίδιο μπασίστα – τον John Hebert – και τον έξοχο ντράμερ Michael Sarin (Thomas Chapin, Ben Allison) στη θέση του Mark Ferber. Άλλωστε δεν παραλείπει να αναφερθεί και πάλι στο μεγάλο γερμανό τρομπονίστα σε δύο κομμάτια (“For Albert”, “A Frankfurter In Caracas”). Οι μεγάλες ταχύτητες, το φάνκι μπητ και το χαλαρό τέμπο εναλλάσσονται με την ίδια συχνότητα με την οποία περνά η σκυτάλη του αυτοσχεδιασμού στα χέρια κάθε μέλους του τρίο. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαρκούς περιστροφικής κίνησης είναι το τρίλεπτο “Don’t impede the stream”, ένα ιλιγγιώδες φρη-μποπ όπου μετά το θέμα κάθε μουσικός παίζει μόνος του μερικά τετράμετρα για να συνεχίσουν όλοι μαζί σε ένα κρεσέντο ομαδικού αυτοσχεδιασμού, καθώς παρεμβάλλονται κάποιες στιγμές χαλαρού φανκ με συγχορδίες από το τρομπόνι, που αφήνουν τη μουσική (και τον ακροατή) να πάρει μερικές ανάσες. Στο “Trout Stream” τα σκουπάκια του Sarin και οι δυνατές οστινάτο γραμμές του Hebert δημιουργούν μια γκρούβι ρυθμική βάση πάνω στην οποία ο Fiedler δείχνει την ικανότητά του στο παίξιμο με σουρντίνα, θυμίζοντας τον τρόπο με τον οποίο μιμείται την ομιλία ο Ray Anderson, ενώ στο “For Albert” ο Fiedler, πάνω σε ένα ρυθμό που στήνεται από τα πιατίνια και τις βαριές μακρόσυρτες νότες του κοντραμπάσου, αποτίνει φόρο τιμής στον Mangelsdorff με μια εντυπωσιακή επίδειξη πολυφωνίας.
www.joefiedler.com

Jazz & Tzaz, Μάρτιος 2008


Kατηγορίες

Email me:

vagarag at freemail.gr

Αρχείο

Blog Stats

  • 26.511 hits
Νοέμβριος 2018
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ.    
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
2627282930  
Advertisements