Posts Tagged 'Joe Fonda'

Barry Altschul

barry altschulBarry Altschul: “The 3Dom Factor” (TUM Records)
Δύο από τις πρόσφατες δισκογραφικές εμφανίσεις του βετεράνου ντράμερ Barry Altschul ήταν με το FAB Trio (οι δυο άλλοι συντελεστές του ήταν ο αείμνηστος Billy Bang και ο μπασίστας Joe Fonda) και με το τρίο του σαξοφωνίστα Jon Irabagon. Με τρίο και πάλι, παίρνοντας τον Fonda από το πρώτο σχήμα και τον Irabagon από το δεύτερο, μπήκε στο στούντιο αυτή τη φορά ως leader, κάτι που είχε να κάνει από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, γιορτάζοντας κατά κάποιο τρόπο με αυτή την ηχογράφηση τα εβδομηκοστά του γενέθλια.

Η λογική και η λειτουργία αυτού του σχήματος είναι κοινή με τα δύο προηγούμενα: χαλαρό αρμονικό πλαίσιο, άπλετος χώρος για the3domfactorαυτοσχεδιασμούς, διαρκής ένταση και απελευθέρωση. Ηχητικά το “The 3Dom Factor” είναι πιο κοντά στο “Foxy” του Irabagon, αφού το γκρουπ έχει το ίδιο ακριβώς στήσιμο. Αν όμως τα 80 λεπτά του “Foxy” κυλούσαν χωρίς την παραμικρή διακοπή, ώστε τα 12 κομμάτια του να μοιάζουν με ένα αδυσώπητο ξέσπασμα του σαξοφωνίστα, εδώ υπάρχει σαφής θεματικός διαχωρισμός στις συνθέσεις και συνεχής εναλλαγή των τριών οργάνων στο σολάρισμα. Στιγμές με δυνατό σφυροκόπημα από τα τρία όργανα, μπαλάντες που συνδυάζουν την ένταση με το λυρικό παίξιμο, ένα μελωδικό φάνκ αφιερωμένο στους κλασικούς ντράμερ που επηρέασαν τον Altschul στην αρχή της καριέρας του και ένας μονόλογος από τα τύμπανα για φινάλε, φτιάχνουν ένα σύνολο από συνθέσεις νέες, αλλά και παλιότερες που φτάνουν μέχρι το υλικό της πρώτης προσωπικής ηχογράφησης του ντράμερ. Μοναδική εξαίρεση τα δυόμισι λεπτά του “Ictus” της Carla Bley, όπου ο Irabagon αυτοσχεδιάζει κάθετα με μεγάλη ταχύτητα πάνω σε μια σε στυλ bebop διαδοχή ακόρντων. Ο Irabagon που μας έχει συνηθίσει σε απίστευτα πράγματα είτε μόνος είτε με τους Mostly Other People Do The Killing, δείχνει ότι το οπλοστάσιό του είναι ανεξάντλητο, ο Fonda οδηγεί το γκρουπ με τεράστια δύναμη και σιγουριά, έχοντας προτίμηση στα πολύ γρήγορα σχήματα και τις χαμηλές νότες και ο Altschul είναι απλά ένας μάστερ. Τρεις γενιές σε ένα υπέροχο ταίριασμα.

Επαφή: www.tumrecords.com

Jazz & Tzaz, Μάιος 2013

Advertisements

Tum Records

Φινλανδέζικη στέγη για τη δημιουργική μουσική

Juhani Aaltonen

Juhani Aaltonen

Το 1963 ο Bernard Stillman, ένας νέος δικηγόρος από το New Jersey που με αφορμή την ενασχόλησή του με τις κτηματικές περιουσίες του Charlie Parker και της Billie Holiday γνώρισε και αγάπησε την τζαζ, αποφάσισε να δημιουργήσει τη δική του δισκογραφική εταιρεία. Ο πρώτος καλλιτέχνης που υπέγραψε σε αυτήν, την ESP-DISK, ήταν ο Albert Ayler και το “Spiritual Unity” ήταν το πρώτο άλμπουμ της εταιρείας, αν εξαιρέσουμε μια ηχογράφηση του Stillman που είχε σκοπό να διαδώσει τη γλώσσα Εσπεράντο. Σαράντα χρόνια αργότερα ένας άλλος δικηγόρος, ο Φιλανδός Petri Haussila, ίδρυσε στο Ελσίνκι την Tum Records, έχοντας σκοπό να εκδώσει τη δουλειά ενός σπουδαίου σαξοφωνίστα κι αυτός, του συμπατριώτη του Juhani Aaltonen, που είχε είκοσι περίπου χρόνια να ηχογραφήσει τη μουσική του. Εστιάζοντας κυρίως σε καλλιτέχνες του ελεύθερου αυτοσχεδιασμού που θέλουν να παίξουν δικά τους πράγματα, στα περίπου τριάντα μέχρι σήμερα άλμπουμ της Tum Records περιλαμβάνονται αρκετοί παλιοί και νεότεροι Φιλανδοί, αλλά και ηχογραφήσεις του Leo Smith, του John Tchicai, του Andrew Cyrille και του Billy Bang.

«Το 2002 υπήρχαν διάφοροι λόγοι για τους οποίους χρειαζόταν να βρεθεί κάποιος τρόπος για να κυκλοφορήσει η φιλανδέζικη δημιουργική μουσική», λέει στο Jazz & Tzaz ο Petri Haussila. «Ο Juhani Aaltonen είχε ηχογραφήσει ένα λάιβ με το νέο του τρίο. Από την άλλη μεριά εγώ είχα διοργανώσει μια συναυλία του με ένα τρίο που περιλάμβανε τον Reggie Workman και τον Andrew Cyrille, καθώς και τους τρεις τους μαζί με την Avanti! Chamber Orchestra να ερμηνεύουν τη μουσική του συνθέτη Henrik Otto Donner που είχε ηχογραφηθεί σε ένα στούντιο στο Ελσίνκι. Ακόμη ο μπασίστας Antti Hytti που είχε έτοιμη μια ηχογράφηση με το γκρουπ Suhkan Uhka έψαχνε για εταιρεία, αφού το συμβόλαιό του με τη Naxos είχε διαλυθεί. Από αυτή την ανάγκη προέκυψαν τα τρία πρώτα CD της TUM. Και στα τρία συμμετείχε ο Juhani Aaltonen και η επιθυμία μου να εκδώσω τη μουσική του ήταν ένας βασικός λόγος να δημιουργήσω αυτή την εταιρεία, δεδομένου ότι αν και πρόκειται για ένα γίγαντα της ευρωπαϊκής αυτοσχεδιαζόμενης μουσικής είχε να κυκλοφορήσει κάτι αντιπροσωπευτικό της τέχνης του για περίπου είκοσι χρόνια». Όσο κι αν ακούγεται παράξενο, για μια χώρα που παραδοσιακά αγκαλιάζει την τζαζ και όπου υπάρχουν αρκετές ανεξάρτητες εταιρείες, το ενδιαφέρον αυτών των εταιρειών για τους παλιότερους ντόπιους εκπροσώπους του ελεύθερου αυτοσχεδιασμού ήταν περιορισμένο. «Ακόμη και στη Φινλανδία το επίκεντρο του ενδιαφέροντος ήταν το νέο-συντηρητικό mainstream και η γκρουβ τζαζ που παιζόταν από εικοσάρηδες».

Κόντρα στους όρους και τις τάσεις της αγοράς ο Petri Haussila καθορίζει τη στάση του από το μεράκι και την αγάπη του για την τζαζ και το κλειδί στην επιλογή των μουσικών που ηχογραφούν για την TUM είναι πάντα η δημιουργικότητα. Κοντεύοντας μια δεκαετία στο τιμόνι της εταιρείας εξακολουθεί να αγοράζει ασταμάτητα δίσκους, να ακούει και να απολαμβάνει την αυτοσχεδιαζόμενη μουσική ανεπηρέαστος από το βάρος του μάρκετινγκ. «Θέλω να συνεργάζομαι μόνο με καλλιτέχνες που έχουν κάτι αυθεντικά δικό τους να πουν. Δεν με επηρεάζουν οι εμπορικές δυνατότητες, αν και προσπαθώ να παρουσιάζω τη μουσική με τέτοιο τρόπο που να προσελκύει τον πραγματικό φίλο της δημιουργικής μουσικής. Βασικά έχω την οπτική του λάτρη της τζαζ: παρουσιάζω ό,τι απολαμβάνω εγώ ο ίδιος και ό,τι πιστεύω ότι αξίζει να ακουστεί πιο ευρέως. Από τη δεκαετία του ’80 και του ’90 ήμουν θαυμαστής πολλών από τους καλλιτέχνες της TUM, είτε είναι Φιλανδοί (όπως Juhani Aaltonen, Teppo Hautaaho, Raoul Björkenheim) είτε από το εξωτερικό (Billy Bang, Wadada Leo Smith, Reggie Workman, Andrew Cyrille, Ahmed Abdullah) και ήθελα η TUM να τους δίνει τη δυνατότητα να εκδίδουν τη μουσική τους κάτω από τις σημερινές αντίξοες συνθήκες. Ταυτόχρονα ενδιαφέρομαι και για νεότερους μουσικούς που έχουν κάτι μοναδικό να προσφέρουν, όπως για παράδειγμα ο σαξοφωνίστας Mikko Innanen και ο κιθαρίστας Kalle Kalima, που αν και έχουν σπουδάσει σε ωδεία, δεν αναζητούν συμβατικές και εμπορικές λύσεις, αλλά αναζητούν πάντα κάτι διαφορετικό».

Ένα τέτοιο μίγμα από παλιά και νεότερα ονόματα είναι και οι τελευταίες κυκλοφορίες της TUM. Η συνάντηση του Dave Lindholm με τον Henrik Otto Donner, δύο παλαίμαχων της Φιλανδικής σκηνής, διαφέρει αρκετά από το υπόλοιπο ρόστερ της εταιρείας. Ο Lindholm, κιθαρίστας, τραγουδοποιός και τραγουδιστής με καριέρα που ξεπερνά σε διάρκεια τα σαράντα χρόνια, ακούγεται και φαίνεται σαν σκανδιναβική εκδοχή του Tom Waits με λιγότερο βραχνή και περισσότερο μελωδική φωνή, ενώ ο Donner είναι ένας βετεράνος συνθέτης και ενορχηστρωτής, με ακόμη μεγαλύτερη προϋπηρεσία αλλά ελάχιστα γνωστός έξω από τη Φιλανδία. Στο More than 123” τους ακούμε σε ένα σετ από όμορφα κομμάτια που έγραψαν οι δυο τους, όλα τους γεμάτα με άρωμα από μπλουζ και Νέα Ορλεάνη, και όλα τους παιγμένα από μια εξαιρετική επταμελή έως ενδεκαμελή μπάντα, όπου συμμετέχει και ο έξοχος σαξοφωνίστας Manuel Dunkel, που τον είχαμε χαρεί πέρσι με τον Γιώργο Κοντραφούρη. Το History Of Jazz In Reverse από το FAB Trio, δηλαδή τον Joe Fonda, τον Barry Altschul και τον Billy Bang είναι ένα σύνολο από ελεύθερες συνομιλίες ανάμεσα στο μπάσο, τα τύμπανα και το βιολί, έτσι όπως εξελίχτηκαν επιτόπου κατά την ηχογράφηση. Εξαίρεση το “One for Don Cherry” γραμμένο από τον Billy Bang και μια όμορφη εκτέλεση του πασίγνωστου “Chan Chan” του Compay Segundo, ένα κομμάτι που συνήθιζε να παίζει ο Bang και με τα άλλα του γκρουπ. Για τον Andrew Cyrille οι Haitian Fascination είναι μια προσπάθεια επιστροφής στις ρίζες του, αφού και οι δύο γονείς του ήταν από την Αϊτή. Έτσι το Route De Freresόλο ζωντάνια, χαρούμενους ρυθμούς και έντονα χρώματα της Καραϊβικής ακούγεται αρκετά διαφορετικό σε σχέση με αυτά που μας έχει συνηθίσει ο σπουδαίος ντράμερ. Την αμερικανοαϊτινή αυτή σύμπραξη συμπληρώνουν ο Hamiet Bluiett στο βαρύτονο και ο Lisle Atkinson στο μπάσο από τη μια και από την άλλη ο Alix Pascal στην ακουστική κιθάρα και ο Frisner Augustin στα κρουστά και τα φωνητικά. Όπως είπε προηγουμένως ο Petri Haussila, ο Mikko Innanen είναι μεγάλο ταλέντο. Στα 32 έχει ήδη πάνω από 15 CD σε ρόλο leader ή co-leader στα οποία έχουν συμμετάσχει μουσικοί όπως ο Han Bennink και ο John Tchikai. Σε ένα από αυτά, το “The Quintet” με το γκρουπ Contrasts του μπασίστα Wade Mikkola, ηχογράφησε μαζί με το Γιώργο Κοντραφούρη. Το Clustrophyείναι τo δεύτερο άλμπουμ του με τους Innkvisitio, ένα γκρουπ που εδώ παρουσιάζεται με ασυνήθιστη μορφή (τρεις σαξοφωνίστες, συνθεσάιζερ, κρουστά). Κοιτάζοντας προς πολλές κατευθύνσεις οι Innkvisitio συνδυάζουν το δυνατό σουίνγκ με την ανοικτή οπτική της φρι τζαζ μέσα σε ένα φουτουριστικό σκηνικό που δημιουργούν τα πλήκτρα του Seppo Kantonen. Το Olavi Trio τέλος αποτελείται από τρεις μουσικούς που όλοι τους έχουν το Olavi μέσα στο όνομά τους και που ο ένας με τον άλλον απέχουν ηλικιακά είκοσι χρόνια: τον εβδομηντάχρονο μπασίστα Teppo Olavi Hautaaho, τον πενηντάχρονο τρομπονίστα Jari Olavi Hongisto και τον ντράμερ Niilo Olavi Louhivuori που πρόσφατα πάτησε τα τριάντα. Με το “Triologia”, ενισχυμένοι σε μερικά κομμάτια από τον κιθαρίστα Kalle Kalima, τον τρομπετίστα Verneri Pohjola και τον αγαπημένο της TUM Juhani Aaltonen, αφήνονται σε ένα ελεύθερο ταξίδι, όπως λένε οι ίδιοι «σε έναν τρόπο ζωής που στηρίζεται στο διαρκές κυνήγι της στιγμής».

Ο Petri Haussila ξέρει βέβαια ότι η οικονομική κρίση και ο κατήφορος της δισκογραφικής αγοράς δεν αφήνουν περιθώρια να πετά στα σύννεφα. «Το μέλλον παραμένει ομιχλώδες. Προς το παρόν σκοπεύω να επικεντρωθώ στην κυκλοφορία CD με υψηλής ποιότητας digipack και εκτενή ένθετα, με ποιοτικές φωτογραφίες και εξώφυλλα που επιμελούνται Φιλανδοί καλλιτέχνες, αλλά όταν το CD ξεπεραστεί όλα αυτά προφανώς θα αλλάξουν. Ειλικρινά δεν έχω σκεφτεί τι θα κάνω σε αυτή την περίπτωση».

Το ξεκίνημα του 2012 πάντως προβλέπει φουλ πρόγραμμα για την TUM, καθώς προγραμματίζει να κυκλοφορήσει μεταξύ άλλων ηχογραφήσεις των Juhani Aaltonen, Iro Haarla, Mikko Innanen, Kalle Kalima, Wadada Leo Smith και Verneri Pohjola. Επίσης θα εκδώσει την τελευταία ηχογράφηση του Billy Bang με το γκρουπ του, που έγινε στο Ελσίνκι στις αρχές του 2011 (ο Billy Bang πέθανε τον προηγούμενο Απρίλιο), αλλά και CD των W.A.R.M. (Reggie Workman, Pheeroan AkLaff, Sam Rivers και Roscoe Mitchell), Archie Shepp και πολλών ακόμη.

επαφή: www.tumrecords.com

Jazz & Tzaz, Φεβρουάριος 2012

Michael Jefry Stevens – Satoko Fujii

Με δικό του τρόπο ο καθένας καταφέρνουν και οι δύο να φτάνουν στο ίδιο αποτέλεσμα. Να είναι απίστευτα παραγωγικοί, σε βαθμό που γίνεται πραγματικά πολύ δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς πλήρως τη δισκογραφία τους και να παίζουν ασταμάτητα περιοδεύοντας ανά τον κόσμο. Ο Michael Jefry Stevens επιλέγει μικρά, κλασικά σε δομή γκρουπ και ηχογραφεί με πολλές εταιρείες. Αντίθετα τα σχήματα της Satoko Fujii ποικίλουν σε μέγεθος και έχουν συχνά «ανορθόδοξους» συνδυασμούς οργάνων, ενώ οι ηχογραφήσεις της κυκλοφορούν κυρίως από τη δική της δισκογραφική εταιρεία Libra Records.

Δεν ξέρω αν ξεμπέρδεψε για φέτος με αυτά τα CD ο νεοϋορκέζος στην καταγωγή και κάτοικος του Μέμφις πιανίστας Michael Jefry Stevens. Έχει λίγο καιρό μέχρι το τέλος της χρονιάς για να κάνει κάτι ακόμη με κάποιο από τα ούτε λίγο ούτε πολύ 15 σχήματα -αν δεν παρέλειψε κανένα σε όσα αναφέρει στο σάιτ του- με τα οποία δουλεύει.

In Transit λέγεται το ελβετικό κουαρτέτο του Stevens και το Shifting Moods(Konnex) είναι το δεύτερο άλμπουμ που κυκλοφορεί μαζί του. Ως διαδικασία τούτο εδώ το λάιβ στο Moods Jazz Club της Ζυρίχης δεν διαφέρει από το “Moving Stills”, που κυκλοφόρησε πριν από τρία περίπου χρόνια, αφού είτε πάνω στη σκηνή, είτε στο στούντιο, ο πιανίστας και οι τρεις Ελβετοί συνεργάτες του παίζουν μια και έξω αυτοσχέδιες συνθέσεις. Ξεκινώντας σχεδόν κάθε φορά από ένα αφαιρετικό, ατονικό σχεδίασμα του πιάνου, ο Stevens δημιουργεί ένα πλαίσιο οργανωμένης ελευθερίας, που παρακινεί το σαξοφωνίστα Jurg Solothurnmann, τον μπασίστα Daniel Struder και τον ντράμερ Dieter Ulrich, να παρασυρθούν όσο μακρύτερα γίνεται. Στο δρόμο που διανύουν απελευθερώνουν άφθονη ενέργεια, κάπου κάπου όμως μια αόριστη μελωδική φράση τους οδηγεί και σε στιγμές λυρισμού.

Ηχογραφημένο επίσης στη Ζυρίχη και με τη συμμετοχή των δύο εκ των τεσσάρων In Transit στις τάξεις του (εκτός του Stevens παίζει και ο Ulrich), το Griffith/Stevens Quartet κινείται σε εντελώς διαφορετικό έδαφος. ΤοOnly Love(Artists Recording Collective) περιλαμβάνει δέκα τραγούδια που έχουν αιχμή του δόρατος τη φωνή του μικροσκοπικού (καθ’ ύψος τουλάχιστον) Miles Griffith, που δεν είναι ο τραγουδιστής με τη κοινά αποδεκτή  ωραία φωνή, αλλά περισσότερο ένας δεινός περφόρμερ και αυτοσχεδιαστής. Με τα γρυλίσματα, τις βραχνές κορώνες και τη λογοδιάρροια του φρενιασμένου του σκατ, τραβά εξαρχής την προσοχή πάνω του, όπως κάνει κατά κανόνα οπουδήποτε συμμετέχει. Ανάμεσα στους βρυχηθμούς του “Sometimes”, το θεότρελο “Oh Mama” όπου κάνει λογοπαίγνιο με το όνομα Obama, ή το “Lonely Tears” όπου κάποια στιγμή τραγουδάει σαν να κάνει γαργάρα, ακούγεται «παράξενα» όταν  στο «Highway Blues” παραμένει στα όρια του στρέιτ μπλουζ και στα “Perfect Dream”, “Borderline” και “Only Love” τραγουδά με συμβατικό τρόπο μια μπαλάντα.

Επί ευρωπαϊκού εδάφους πάντα το Icicles(Konnex) είναι η δεύτερη εμφάνιση του Stevens με το Eastern Boundary Quartet. Ένα κουαρτέτο κατά το ήμισυ αμερικάνικο, με τον πιο κοντινό συνεργάτη του πιανίστα, τον Joe Fonda στο μπάσο (διατηρούν το Fonda/Stevens Group 25 χρόνια τώρα και παίζουν μαζί σε πολλούς άλλους συνδυασμούς) και κατά το ήμισυ ουγγρικό χάρη στη συμμετοχή του Balazs Bagyi στα τύμπανα και του Mihaly Borbely στο σαξόφωνο. Με την εξαίρεση των δύο πρώτων κομματιών, του “Fish Soup” που εκτυλίσσεται γύρω από μια φάνκι μπασογραμμή του Fonda και της λυρικής μπαλάντας “Icicles”, σε όλο το υπόλοιπο άλμπουμ επιχειρείται η προσέγγιση ανατολής – δύσης. Το γεφύρωμα αυτό αναλαμβάνει στο “Borders” ο Fonda, που με ένα δίλεπτο μονόλογο οδηγεί την ουγγρική φολκ εισαγωγή σε ένα αυτοσχεδιαστικό κρεσέντο γεμάτο με διαφωνίες από τα πλήκτρα του Stevens. Στο “Soft Balkan Wind”, το “Hungarian Jazz Rhapsody” και το “Tansylvania Blues” εμπνέονται ξεκάθαρα από ουγγρικά και βαλκανικά θέματα, με τον Borbely πότε στο σοπράνο και πότε στο ταρογκάτο (ένα πνευστό ρουμανο-ουγγρικής προέλευσης, που βρίσκεται ανάμεσα στο κλαρινέτο και στο σοπράνο σαξόφωνο), ενώ στο “China” η σύγκλιση ανατολής-δύσης φτάνει μέχρι την Κίνα.

Τέταρτη στη σειρά ευρωπαϊκή ηχογράφηση για τον Stevens, το Dear Jonas (Konnex), είναι ένα ντούο άλμπουμ του πιανίστα με το Δανό κιθαρίστα Jon Hemmersam. Το μεγαλύτερο μέρος του καλύπτεται από δύο εκτενή κομμάτια, τη σουίτα “Amber” σε τρία μέρη και το “Blue Peace” (σε δύο μέρη αυτό), που καθένα τους διαρκεί συνολικά πάνω από είκοσι λεπτά. Και τα δύο φαίνεται να προέρχονται από ελάχιστα γραμμένα μέρη που αποτελούν αφορμές για τους μακροσκελείς, ελεύθερους σε ανάπτυξη διαλόγους ανάμεσα στην ακουστική κιθάρα και το πιάνο. Περισσότερο δομημένα και με πιο συγκεκριμένη μελωδία ακούγονται τα υπόλοιπα δύο κομμάτια, το “Andrea” και ιδίως το “Dear Jonas”, που σε όλη του τη διάρκεια διατηρεί τη μελωδικότητα της μπαλάντας.

Η προσφιλής τακτική της Satoko Fujii να κυκλοφορεί πάνω από ένα CD την ίδια μέρα, έφτασε στο αποκορύφωμά της στις 12 Σεπτεμβρίου του 2006, όταν εμφανίστηκαν ταυτόχρονα 4 άλμπουμ της, από 4 διαφορετικές εταιρίες και καθένα με μια διαφορετική big band. Σχετικά πιο συγκρατημένη … φέτος η πιανίστα από το Τόκιο, στις 19 Ιουλίου άρχισε να διαθέτει μέσω της Libra Records 3 καινούριες δουλειές της. Επιθυμία της αυτή τη φορά ήταν να κάνει ένα δώρο στο σύντροφό της και στη μουσική και στη ζωή, τον τρομπετίστα Natsuki Tamura, για τα εξηκοστά του γενέθλια, το λεγόμενο kanreki στην Ιαπωνία, όταν δηλαδή κάποιος συμπληρώσει έναν πλήρη κινέζικο ζωδιακό κύκλο (που περιλαμβάνει 5 eto, τους μικρότερους κύκλους που διαρκούν 12 έτη).

Eto ονομάζεται και το άλμπουμ της με τη δεκαπενταμελή Orchestra New York, την πιο παλιά από τις τέσσερίς της big band (οι άλλες τρεις έχουν έδρα το Τόκιο, το Κόμπε και τη Ναγκόγια αντίστοιχα), που υπάρχει από το 1997 και στην οποία συμμετέχουν πολλοί σημαντικοί σολίστες όπως ο Ellery Eskelin, o Chris Speed, o Herb Robertson και o Joe Fiedler. Κεντρικό κομμάτι του CD είναι η ομώνυμη σουίτα που ανάμεσα στην εισαγωγή και τον επίλογό της περιλαμβάνει 12 σύντομα μέρη, σε καθένα από τα οποία ένα όργανο αναπαριστά ηχητικά κάποιο από τα ζώα του ζωδιακού κύκλου. Έτσι στο “Rat” το κλαρινέτο του Chris Speed αποδίδει τo γοργό, νευρικό τρέξιμο του αρουραίου, στο “Ox” το τρομπόνι του Joey Sellers ακολουθεί την αργή γαλήνια κίνηση του βοδιού, στο “Horse” το βαρύτονο του Andy Laster δίνει τον περήφανο καλπασμό του αλόγου, στο “Snake” η τρομπέτα με σουρντίνα του Tamura μιμείται το απειλητικό σύρσιμο του φιδιού κι ούτω καθεξής. Τα υπόλοιπα τρία κομμάτια είναι μεγαλύτερης διάρκειας και αναδεικνύουν περισσότερο την ενορχηστρωτική ικανότητα της Fujii, με σύνθετη γραφή, συνεχείς αλλαγές και επιβλητικές εξάρσεις, ιδίως στο “Stroll” που ακούγεται σαν επένδυση επικής κινηματογραφικής ταινίας.

Ένα κεντρικό θέμα, αυτή τη φορά το νερό, υπάρχει και στην ιδέα του Watershed, που είναι το δεύτερο άλμπουμ του MinYoh Ensemble. Ενός κουαρτέτου με παράδοξη μορφή (πιάνο, ακορντεόν, τρομπόνι, τρομπέτα) που συνδέεται με τη γιαπωνέζικη παράδοση, εξ ου και η ονομασία του, η οποία στα γιαπωνέζικα σημαίνει φολκ μουσική. Αν και απουσία μπάσου και ντραμς στο σύνολο αυτό το αναμενόμενο είναι να στηρίζεται περισσότερο στην παρτιτούρα, η γραφή ακούγεται συχνά πολύ χαλαρή και το όλο άκουσμα επικεντρώνεται κυρίως στον αυτοσχεδιασμό. Το τρομπόνι του Curtis Hasselbring και η τρομπέτα του Tamura δίνουν συχνά τον ήχο της ροής και της κίνησης του νερού, με τη συνοδεία του ακορντεόν της Andrea Parkins που βρίσκεται σε συνεχή διάλογο μαζί τους και της Fujii που παίζει μινιμαλιστικές γραμμές, σκόρπια ακόρντα ή τσιμπά τις χορδές του πιάνου.

Η Fujii, ο Tamura και δύο γάλλοι μουσικοί, ο τρομπετίστας Christian Pruvost και ο ντράμερ Peter Orins απαρτίζουν το πρωτοεμφανιζόμενο κουαρτέτο Kaze.  Ένα ακόμη γκρουπ με περίεργο συνδυασμό οργάνων που το ντεμπούτο τουRafale ηχογραφήθηκε ζωντανά στην Κρακοβία στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τα διακόσια χρόνια από τη γέννηση του Σοπέν. Το “Noise Chopin” αποδίδει χαρακτηριστικά το όλο κλίμα του άλμπουμ, που επιχειρεί ένα συνδυασμό στοιχείων της κλασικής μουσικής με το θόρυβο.  Έτσι στις έξι συνθέσεις του άλμπουμ (εκ των οποίων οι τρεις ανήκουν στον  Evans) υπάρχουν αρκετές γαλήνιες και λυρικές στιγμές, αλλά και περιπετειώδεις στα όρια του θορύβου και της κακοφωνίας αυτοσχεδιασμοί.

επαφές: www.michaeljefrystevens.com, http://www2s.biglobe.ne.jp/~Libra/

Jazz & Tzaz, Δεκέμβριος 2011


Kατηγορίες

Email me:

vagarag at freemail.gr

Αρχείο

Blog Stats

  • 26,228 hits
Νοέμβριος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ.    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930