Posts Tagged 'Jon Irabagon'

Barry Altschul

barry altschulBarry Altschul: “The 3Dom Factor” (TUM Records)
Δύο από τις πρόσφατες δισκογραφικές εμφανίσεις του βετεράνου ντράμερ Barry Altschul ήταν με το FAB Trio (οι δυο άλλοι συντελεστές του ήταν ο αείμνηστος Billy Bang και ο μπασίστας Joe Fonda) και με το τρίο του σαξοφωνίστα Jon Irabagon. Με τρίο και πάλι, παίρνοντας τον Fonda από το πρώτο σχήμα και τον Irabagon από το δεύτερο, μπήκε στο στούντιο αυτή τη φορά ως leader, κάτι που είχε να κάνει από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, γιορτάζοντας κατά κάποιο τρόπο με αυτή την ηχογράφηση τα εβδομηκοστά του γενέθλια.

Η λογική και η λειτουργία αυτού του σχήματος είναι κοινή με τα δύο προηγούμενα: χαλαρό αρμονικό πλαίσιο, άπλετος χώρος για the3domfactorαυτοσχεδιασμούς, διαρκής ένταση και απελευθέρωση. Ηχητικά το “The 3Dom Factor” είναι πιο κοντά στο “Foxy” του Irabagon, αφού το γκρουπ έχει το ίδιο ακριβώς στήσιμο. Αν όμως τα 80 λεπτά του “Foxy” κυλούσαν χωρίς την παραμικρή διακοπή, ώστε τα 12 κομμάτια του να μοιάζουν με ένα αδυσώπητο ξέσπασμα του σαξοφωνίστα, εδώ υπάρχει σαφής θεματικός διαχωρισμός στις συνθέσεις και συνεχής εναλλαγή των τριών οργάνων στο σολάρισμα. Στιγμές με δυνατό σφυροκόπημα από τα τρία όργανα, μπαλάντες που συνδυάζουν την ένταση με το λυρικό παίξιμο, ένα μελωδικό φάνκ αφιερωμένο στους κλασικούς ντράμερ που επηρέασαν τον Altschul στην αρχή της καριέρας του και ένας μονόλογος από τα τύμπανα για φινάλε, φτιάχνουν ένα σύνολο από συνθέσεις νέες, αλλά και παλιότερες που φτάνουν μέχρι το υλικό της πρώτης προσωπικής ηχογράφησης του ντράμερ. Μοναδική εξαίρεση τα δυόμισι λεπτά του “Ictus” της Carla Bley, όπου ο Irabagon αυτοσχεδιάζει κάθετα με μεγάλη ταχύτητα πάνω σε μια σε στυλ bebop διαδοχή ακόρντων. Ο Irabagon που μας έχει συνηθίσει σε απίστευτα πράγματα είτε μόνος είτε με τους Mostly Other People Do The Killing, δείχνει ότι το οπλοστάσιό του είναι ανεξάντλητο, ο Fonda οδηγεί το γκρουπ με τεράστια δύναμη και σιγουριά, έχοντας προτίμηση στα πολύ γρήγορα σχήματα και τις χαμηλές νότες και ο Altschul είναι απλά ένας μάστερ. Τρεις γενιές σε ένα υπέροχο ταίριασμα.

Επαφή: www.tumrecords.com

Jazz & Tzaz, Μάιος 2013

Advertisements

Bryan & the Haggards

Jazz Outlaws

Δεν είναι υπερβολή ότι από τη νεοϋρκέζικη εταιρεία Hot Cup έχουμε ακούσει μερικά από τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα εδώ και δυο-τρία χρόνια. Στην ουσία πρόκειται για μια παρέα δέκα περίπου μουσικών που τους συναντάμε σε διάφορους συνδυασμούς, κάθε φορά με κάποιον τους στο ρόλο του leader: τους εκρηκτικούς Mostly Other People Do the Killing του μπασίστα και ιδρυτή της εταιρίας Moppa Elliott, το τρίο του σαξοφωνίστα Jon Irabagon, τους Big Five Chord του κιθαρίστα Jon Lundbom, ή το ίδιο ακριβώς κουιντέτο, μεταμορφωμένο σε Bryan & the Haggards, υπό την καθοδήγηση του σαξοφωνίστα Bryan Murray. Το τελευταίο αυτό γκρουπ είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση tribute band, όχι εφήμερου χαρακτήρα – έχει ήδη προγραμματίσει το τρίτο του άλμπουμ – που στήθηκε για να ερμηνεύει τα τραγούδια του μεγάλου δημιουργού της κάντρι Merle Haggard.

Ο Biff Adam, ντράμερ στους Strangers του Merle Haggard από τη δεκαετία του ’60, έχει πει ότι όταν βρίσκονταν στη σκηνή δεν παρουσίαζαν ποτέ δυο φορές το ίδιο πρόγραμμα. Δεν έπαιζαν καν τα κομμάτια στο ίδιο κλειδί ή στο ίδιο τέμπο. Όπως ακριβώς συμβαίνει με την τζαζ, ο Haggard κρατά τους μουσικούς σε επιφυλακή, γιατί δεν έχουν ιδέα τι πρόκειται να προκύψει. Στη μουσική του αντλούσε πάντα στοιχεία από την τζαζ και έδινε έμφαση στον αυτοσχεδιασμό, γι αυτό και κάποιες φορές την αναφέρουν σαν κάντρι-τζαζ. Όλα αυτά μάλλον δεν τα είχε υπόψη του ο Bryan Murray, τενορίστας στους Big Five Chord, που ανακάλυψε τυχαία τα τραγούδια του Haggard και κόλλησε αμέσως σ’ αυτά. Ενθουσιασμένος από τις όμορφες μελωδίες, την απλή τους δομή και φυσικά την ερμηνεία του Haggard, πρότεινε στον Jon Lundbom να δοκιμάσουν με το γκρουπ μερικά από αυτά. Παίζοντάς τα ελεύθερα και ανοίγοντας συνεχώς νέους διαδρόμους για ξεσπάσματα και αυτοσχεδιασμούς, χωρίς όμως να χάνουν τη μελωδική αίσθηση των τραγουδιών, άρχισαν να κλείνουν εμφανίσεις ως Bryan & the Haggards και στα μέσα του 2010 είχαν έτοιμο το πρώτο τους CD “Pretend It’s The End Of The World”. Τον περασμένο Δεκέμβριο κυκλοφόρησαν και το “Still Alive And Kickin’ Down The Walls”. Σε αυτό το άλμπουμ ακούγονται να διασκεδάζουν και να απολαμβάνουν ακόμη περισσότερο αυτό που κάνουν και να έχουν αγκαλιάσει πλήρως το αίσθημα και την απλότητα της κάντρι. Στα περισσότερα κομμάτια, κιθάρα, μπάσο και ντραμς μοιάζουν να αρκούνται στο ρόλο της λιτότερης δυνατής ρυθμικής συνοδείας και να μη θέλουν να παίξουν ούτε μια νότα παραπάνω απ’ ότι αν βρισκόταν στη θέση τους ένα παραδοσιακό rhythm section της κάντρι. Αυτό δεν εμποδίζει τον Lundbom να κάνει ένα παραμορφωμένο και θορυβώδες σόλο στο “Seeing Eye Dog”, ή τον Moppa Elliott να σκαρώσει ένα ελεύθερο παιχνίδι με το δοξάρι με τη συνοδεία της φωνής του σε ένα διασκεδαστικό σκατ στο “San Antonio Rose” και μαζί με τον ντράμερ Danny Fisher να ξεχειλώσουν και να αποδομήσουν ρυθμικά το “If We Make It Through December”. Τα σαξόφωνα του Murray και του Jon Irabagon αναλαμβάνουν να ακολουθήσουν τους δρόμους που έχει χαράξει η φωνή του Haggard, κάποιες φορές με αρκετό χιούμορ, με το τενόρο του πρώτου να μένει πιο κοντά στη μελωδία και το άλτο και το σοπράνο του δεύτερου να τραβιούνται όλο και συχνότερα ελεύθερα προς τα έξω.

επαφή: http://www.bryanmurray.net

Συνέντευξη με τον Bryan Murray

Τα ίδια ακριβώς άτομα παίζετε στους Big Five Chord του Jon Lundbom από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας. Πώς προέκυψε η ιδέα των Bryan & the Haggards;

Του Jon του αρέσει να μου δίνει διάφορα CD να ακούσω. Ένα από αυτά ήταν και μια συλλογή τραγουδιών του Merle Haggard με τους Strangers. Όταν το άκουσα έπαθα πλάκα. Βρισκόμουν σε μια περίοδο που είχα βαρεθεί το υπερπολύπλοκο τζαζ παίξιμο και αναζητούσα κάτι αγνό, απλό και με ψυχή. Το βρήκα ακούγοντας τον Merle. Είχαμε ένα gig στο Knitting Factory και καθώς πίναμε μπύρα με τον Lundbom του είπα ότι θα ήταν ωραίο να δοκιμάσουμε μερικά τραγούδια του Merle Haggard. «Εντάξει», μου λέει, «αρκεί να γράψεις εσύ τις παρτιτούρες…». Το έκανα με χαρά. Κάναμε αυτό το gig και ήταν ένα από τα πιο διασκεδαστικά στα οποία έχω παίξει. Απλά κάτι μου έκανε κλικ. Μετά ο Jon έκανε ένα διάλειμμα με τους Big Five Chord και άρχισα να κλείνω συναυλίες σαν Bryan and the Haggards.

Τα τραγούδια του Merle Haggard έχουν πολύ απλή δομή και πολλά από αυτά αποτελούνται από τρία ακόρντα μόνο. Αυτή η απλότητα σας ωθεί να είσαστε πιο ελεύθεροι και πιο ανοικτοί σε πειραματισμούς;

Ακριβώς! Αυτός είναι ο λόγος που λατρεύω αυτά τα κομμάτια. Μας επιτρέπουν να πάμε οπουδήποτε θέλουμε. Μερικές φορές ο Danny (Fisher) και ο Moppa (Elliott) παίζουν σαν να συνοδεύουν ένα κανονικό κάντρι συγκρότημα και άλλοτε παίζουν σαν τρελαμένοι. Εξαρτάται σε τι διάθεση βρίσκονται. Όποτε παίζουμε όμως είναι σαν έκρηξη. Όλοι χαμογελούν και νιώθω ευτυχισμένος. Ναι, πράγματι, επειδή έχουμε να κάνουμε με τρία-τέσσερα ακόρντα μόνο, ολοένα και ανοιγόμαστε και συνεχίζουμε έτσι. Μου αρέσει η ένταση που δημιουργείται όταν ο σολίστας απλώνεται έξω τη στιγμή που το rhythm section παίζει μέσα στη φόρμα. Άλλοτε όμως κάνει το ίδιο και το rhythm section. Λόγω του ότι παίζουμε μαζί τόσο καιρό, όλα αυτά συμβαίνουν με φυσικό τρόπο.

Το δεύτερο CD σας ακούγεται κάπως λιγότερο ελεύθερο και πιο κοντά στην κάντρι σε σχέση με το πρώτο. Αισθάνεσαι ότι σταδιακά μπαίνετε πιο βαθιά στον κάντρι ήχο;

Έχω γίνει στ’ αλήθεια οπαδός της κάντρι. Από τότε που ασχολήθηκα με τον Merle Haggard, ακούω πολύ Bob Wills, Johnny Cash, Dolly Parton, Jimmie Rodgers, Waylon Jennings και αρκετούς ακόμη. Ακούω βέβαια ακόμη Keith Jarrett (με τον Dewey Redman), Coleman Hawkins ή κάποιους παλιούς τενορίστες από καιρό σε καιρό, αλλά όλο και πιο συχνά μου αρέσει να κάθομαι με ένα ποτήρι μπέρμπον στα χέρια και να ακούω κάντρι. Ίσως κάποια στιγμή αυτό να αλλάξει, αλλά όσο μεγαλώνω έχω την αίσθηση ότι μου αρέσει ο ήχος και οι ιστορίες που διηγείται η κλασική κάντρι. Μεγάλωσα στη Δυτική Βιρτζίνια και η μουσική αυτή με κάνει να αισθάνομαι νοσταλγικά για τη ζωή στις μικρές πόλεις, αν και δεν σκοπεύω να εγκαταλείψω ποτέ το Μπρούκλιν.

Οι στίχοι των τραγουδιών επηρεάζουν τον τρόπο που τα παίζετε;

Κάποιες φορές, όχι όμως πάντα. Διασκευάσαμε το “Silver Wings”, ένα όμορφο τραγούδι σε ένα παραμορφωμένο, επιθετικό ροκ κομμάτι. Αλλά στο “Sing a Sad Song,” που είναι ένα από τα αγαπημένα μου κομμάτια του Merle, μου αρέσει να το παίζουμε απλά και να μένουμε κοντά στο πρωτότυπο. Είναι τόσο όμορφο! Το “If We Make it Through December” είναι το πιο λυπημένο Χριστουγεννιάτικο τραγούδι που έχω ακούσει και πιστεύω ότι αυτό φαίνεται και στη δική μας εκτέλεση.

Σε μερικά σας βίντεο στο youtube εμφανίζεται μαζί σας και τραγουδιστής όταν παίζετε ζωντανά. Σκοπεύετε να κάνετε και κάποια ηχογράφηση με τραγουδιστή;

Περάσαμε πολύ καλά σε εκείνη η συναυλία! Ο Robbie Fulks, ένας σπουδαίος και καινοτόμος τραγουδιστής της κάντρι, είχε την καλοσύνη να ανέβει μαζί μας στη σκηνή. Μας παρακίνησε να παίξουμε στρέιτ στα κομμάτια που τραγούδησε. Ήταν κάτι που συνέβη τυχαία καθώς βρισκόταν τότε στην περιοχή και είχαμε έναν κοινό φίλο. Δεν έχουμε σκεφτεί να χρησιμοποιήσουμε τραγουδιστή στο μέλλον. Πού και πού όταν τα έχω πιει, επιχειρώ να τραγουδώ εγώ σε κάποια κομμάτια, αλλά η φωνή μου είναι κακή… Θα προτιμούσα να μπορούσα να τραγουδώ αυτά τα τραγούδια, αντί να παίζω σαξόφωνο.

Στα περισσότερα από τα CD της εταιρείας Hot Cup υπάρχει πολύ χιούμορ και διάθεση για πλάκα. Ο Jon Irabagon μας είχε πει σε αυτό το περιοδικό ότι το χιούμορ είναι ένας τρόπος που σε βοηθά να σκέφτεσαι έξω από την πεπατημένη και να προσπαθείς να αναπτύξεις κάτι δικό σου.

Ξέρω τι εννοεί. Το χιούμορ διατηρεί τα πράγματα χαλαρά και σου επιτρέπει να αφήνεις τη μουσική να κατευθυνθεί οπουδήποτε θελήσεις, πράγμα που το θεωρώ πολύ σημαντικό. Μ’ αρέσει το ότι περνάμε καλά με το συγκρότημά μου στις συναυλίες. Τα λάιβ μας είναι διαφορετικά από τις ηχογραφήσεις. Υπάρχει πολλή σοβαρότητα στη μουσική και είναι καλό να προσπαθείς για κάτι διαφορετικό. Πάντα μου άρεσε να κάνω αστεία. Και οι γονείς μου έκαναν το ίδιο και μεγαλώνοντας σε τέτοιο περιβάλλον απέκτησα και εγώ χαλαρό χαρακτήρα…

Πώς φαντάζεσαι ότι θα αντιδρούσαν οι φίλοι της κάντρι ακούγοντας τις εκτελέσεις σας;

Φαντάζομαι ότι θα σκέφτονται πως κάνουμε πλάκα με αυτή τη μουσική, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν γίνεται κάτι τέτοιο. Απλά έτσι είναι η μουσική μας. Κάθε λίγο και λιγάκι παίρνω κάποιο μέιλ από κάποιον που τυχαίνει να του αρέσει και ο Merle Haggard και η αβάν γκαρντ τζαζ, αλλά αυτό συμβαίνει μάλλον σπάνια. Το κοινό στο οποίο απευθυνόμαστε είναι πολύ περιορισμένο, αλλά όταν η μουσική μας βρίσκει αυτούς τους ανθρώπους αισθάνομαι πραγματικά όμορφα.

Ξέρεις αν ο Merle Haggard έχει ακούσει τη μουσική του από σας;

Στείλαμε μερικά CD στο μάνατζερ και το διαφημιστή του, αλλά δεν πήραμε καμιά απάντηση.  Δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν μας άκουσε, ή κι αν το έκανε αν του αρέσαμε. Πάντως αν πρόκειται να μας ακούσει ελπίζω να αντιληφθεί το σεβασμό που έχουμε για τη μουσική του.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας;

Η γυναίκα μου πρόκειται να γεννήσει το πρώτο μας παιδί. Έτσι θα κάνω ένα διάλειμμα, αλλά μετά θα επιστρέψω στη ροή των πραγμάτων. Θα κλείσω μερικές εμφανίσεις και πιθανότατα θα ηχογραφήσουμε άλλο ένα άλμπουμ. Θα ‘θελα κάποια στιγμή να φέρω το γκρουπ στην Ευρώπη. Ξέρω ότι ο Moppa ήδη το προσπαθεί.

Jazz & Tzaz, Μάρτιος 2012

Jon Irabagon

The Infinite Standard


Πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει να παινεύουν την τζαζ λέγοντάς την κλασική μουσική της Αμερικής, λες και της χρειάζεται να ντυθεί με τη σοβαρότητα και την πέραν αμφισβήτησης αξία της κλασικής μουσικής για να αποκτήσει και κείνη ανάλογη καλλιτεχνική βαρύτητα; «Αν και συχνά το διασκεδάζεις όταν παίζεις, η τζαζ είναι πολύ σοβαρή μουσική» έγραφε πριν από χρόνια σε ένα άρθρο του, σαν να όφειλε κάποιο είδος απολογίας, ο γνωστός πιανίστας και ένθερμος υποστηρικτής της «κλασικότητας» της τζαζ Billy Taylor. Αρκετά με τη σοβαροφάνεια και τον ακαδημαϊσμό, μοιάζει να απαντά με κάθε του κίνηση ο σαξοφωνίστας Jon Irabagon, που δεν κρύβει τη διάθεσή του να διασκεδάσει, να παραφράσει, να κάνει χιούμορ, να παίξει με την ιστορία και την παράδοση, υιοθετώντας  μια στάση που συγγενεύει με αυτή των Sex Mob του Steven Bernstein, των Lounge Lizards, του Ray Anderson, των Medeski, Martin & Wood.

Μέσα στα δέκα χρόνια που πέρασαν από τότε που πήγε στη Νέα Υόρκη για να σπουδάσει, ο νεαρός σαξοφωνίστας εκμεταλλεύτηκε κάθε ευκαιρία που του δόθηκε για να αποκτήσει εμπειρίες όχι μόνο στην τζαζ -από τη mainstream ως την πιο πειραματική μορφή της- αλλά και στο ροκ, την ποπ, το λάτιν, την κλασική μουσική. Το 2008 επιλέχτηκε για το πρώτο βραβείο του διαγωνισμού Thelonious Monk Jazz Competition από μια κριτική επιτροπή που αποτελούνταν από τον Wayne Shorter, τον Jimmy Heath, τον Greg Osby, την Jane Ira Bloom και τον David Sanchez. Είναι ιδρυτικό μέλος του κουαρτέτου με το εξωφρενικό όνομα Mostly Other People Do the Killing, που με το μότο “one hundred years of jazz history in every bite”, έχει βάλει σκοπό να ακουμπά ολόκληρη την τζαζ παράδοση, από τον Lewis Armstrong ως τον Evan Parker, με έναν ήχο που μεταμορφώνεται συνεχώς με απίστευτη ευελιξία. Ανάλογα με τις αναφορές που κάνει το γκρουπ στα άλμπουμ του είναι και τα εξώφυλλα που επιλέγει, τα οποία αναπαριστούν –πάντα με όρεξη για πλάκα- το ντιζάιν ιστορικών δίσκων: του «A Night in Tunisia» του Art Blakey στο “Shamokin!!!”, του “This is our music” του Ornette Coleman στο “ This Is Our Moosic”, του “Out of the Afternoon” του Roy Haynes στο “Forty Fort”. Ακόμη και τα κείμενα στα εσώφυλλα των CD, ο μπασίστας και leader του γκρουπ Moppa Elliott τα υπογράφει με το όνομα Leonard Featherweight (!).

Την ίδια γραμμή ακολουθεί και ο σαξοφωνίστας στο καινούριο του άλμπουμ “Foxy”, αφιερωμένο με το δικό του τρόπο στον sax trio ήχο του Sonny Rollins, που είχε αποτυπωθεί στο “Way Out West” του 1957. Κοπέλες με μπικίνι, στολή νοσοκόμας, νυφικό, ζαρτιέρες, εμφάνιση γοργόνας και σταθερά το τενόρο σύμβολο στο χέρι, ποζάρουν σε ένα τοπίο της άγριας δύσης, όπως ακριβώς είχε στηθεί και ο Sonny Rollins, ενώ εδώ το κείμενο υπογράφεται από τον … Roland Barf. Οι τίτλοι των δώδεκα κομματιών του CD είναι ομόηχοοι του κλασικού “Doxy” του Rollins. Αν μπορούμε βέβαια να μιλήσουμε για ξεχωριστά κομμάτια, αφού στην ουσία η μουσική κυλά χωρίς σταμάτημα για 80 σχεδόν λεπτά, με τον Irabagon χωρίς ανάσα να παραλλάσσει φράσεις εις το διηνεκές και τον μπασίστα Peter Brendler με τον βετεράνο ντράμερ Barry Altschul να τον ακολουθούν κατά πόδας.

www.jonirabagon.com

Συνέντευξη με τον Jon Irabagon

Έχεις δουλέψει με καλλιτέχνες τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους όσο ο Billy Joel και ο Ken Vandermark, ή ο Richard Marx και ο Dave Liebman. Πώς επηρεάζεται η δουλειά σου από αυτή τη μεγάλη γκάμα εμπειριών;
Πάντα μου άρεσαν πολλά διαφορετικά είδη μουσικής και όλες αυτές οι εμπειρίες με βοήθησαν να παίζω συγκεκριμένα στιλ με αυθεντικότητα, αφού συνεργαζόμουν με ανθρώπους που ήταν γνώστες τους. Αισθάνομαι πολύ περισσότερο άνετα να κινούμαι ανάμεσα στα διάφορα στιλ όταν έχω τη δυνατότητα να συνευρίσκομαι με ανθρώπους που ζουν και αναπνέουν μέσα σε ένα συγκεκριμένο είδος μουσικής. Με βοηθά να κατανοώ καλύτερα όχι μόνο καθένα από αυτά, αλλά και το τι συμβαίνει συνολικά σήμερα. Εκτός αυτού το να γνωρίζω και να βρίσκομαι μαζί με όλους αυτούς τους ανθρώπους είναι τεράστια βοήθεια, αφού καθένας έχει και τις δικές του απόψεις για τη μουσική, για την αλληλεπίδραση με τους άλλους μουσικούς. Όλα αυτά μου δίνουν τη δυνατότητα να επιλέξω διαφορετικές γνώμες και να διαμορφώσω τη δική μου.

Πώς σε βοήθησε το βραβείο που κέρδισες το 2008 στο Thelonious Monk Jazz Competition;
Το διαγωνισμό αυτό μπορεί να τον δει κανείς σαν μια ένδειξη επιδοκιμασίας από ένα ειδικό δίκτυο μουσικών. Θα ήταν τιμή αλλά και έκπληξη ακόμη κι αν έφτανα στα ημιτελικά. Το πιο σημαντικό από αυτό το Σαββατοκύριακο στο Λος Άντζελες ήταν το ότι μπόρεσα να γνωρίσω πολλούς από τους παλαιότερους μουσικούς με τους οποίους δεν είχα ξαναέλθει σε επαφή. Ανθρώπους όπως ο Greg Osby, ο Jimmy Heath και ο Wayne Shorter, που όλοι τους με έχουν επηρεάσει πολύ στις απόψεις μου για τον αυτοσχεδιασμό. Το ότι μπόρεσα να ανταλλάξω απόψεις μαζί τους για τρεις μέρες ήταν ό,τι σπουδαιότερο για μένα. Παραμένω σε επαφή μαζί τους. Όλοι τους με βοήθησαν να προσδιορίσω από πού προέρχομαι και τι κάνω με τη μουσική μου.

Στην προσωπική σου δουλειά αλλά και με στα άλμπουμ με τους MOPDTK φαίνεται ότι έχεις μια κλίση προς τον ήχο και το ντιζάιν της δεκαετίας του ’50 και των αρχών της δεκαετίας του ’60 και ότι προσπαθείς να συνεχίσεις αυτή την παράδοση.
Σίγουρα η τζαζ εκείνης της εποχής με επηρεάζει και είναι πηγή έμπνευσης για αυτοσχεδιασμό, αλλά αν και τα εξώφυλλα παραπέμπουν σε εκείνες τις ηχογραφήσεις, η ίδια η μουσική χρησιμοποιεί αυτή την περίοδο σαν σημείο εκκίνησης. Προφανώς και υπάρχει αγάπη για αυτή τη μουσική, αλλά μου αρέσουν και η παλιότερη τζαζ και η νεότερη, όπως και μουσική που δεν είναι τζαζ. Όμως οι δεκαετίες του ’50 και του ’60 είναι η περίοδος που έρχεται στο μυαλό των περισσότερων όταν σκέφτονται την τζαζ και συνεπώς αποτελούν ένα καλό σημείο εκκίνησης για τους MOPDTK.

Πάντως ο τρόπος που την αντιμετωπίζεις είναι αρκετά «βρώμικος» και γεμάτος χιούμορ.
Όλοι οι μουσικοί που αγαπώ περισσότερο είχαν παιχνιδιάρικη διάθεση και μια αστεία πλευρά στο παίξιμό τους. Υπάρχει αρκετό ψάξιμο μέσα σε αυτό το χιούμορ. Αυτά τα στοιχεία, η ικανότητα να δουλεύεις με κάτι παραπάνω από τις νότες, τις συγχορδίες, τις σταθερές διαδικασίες και τις φόρμες των τραγουδιών όταν αυτοσχεδιάζεις, είναι ό,τι με εξάπτει περισσότερο όταν ακούω ή όταν παίζω. Το χιούμορ είναι ένας τρόπος που σε βοηθά να σκέφτεσαι έξω από την πεπατημένη και να προσπαθείς να αναπτύξεις κάτι δικό σου.

Οι ακροατές και οι κριτικοί συνήθως κατατάσσουν τους μουσικούς της τζαζ είτε στο mainstream είτε στο αποκαλούμενο avant guard. Αισθάνεσαι ποτέ ενοχλημένος ή περιορισμένος από τέτοιου είδους κατηγοριοποιήσεις;
Οι κατηγοριοποιήσεις προσβάλλουν και τους μουσικούς αλλά και τους ακροατές. Δημιουργούνται μόνο και μόνο για να επιτρέπουν στους δημοσιογράφους να περιγράφουν τη μουσική που ακούνε. Όσο πιο εφοδιασμένος είναι ένας δημοσιογράφος, δηλαδή όσο περισσότερο ψαγμένος και μελετημένος είναι, και όσο περισσότερο γνώστης είναι του πώς γίνεται η μουσική, τόσο καλύτερες είναι οι περιγραφές του. Τελικά το ακροατήριο θα σχηματίσει από μόνο του άποψη για την ταυτότητα ενός μουσικού. Έχω δει κριτικούς που δεν το έχουν αυτό στο μυαλό τους με αποτέλεσμα να κάνουν κακό στη μουσική. Καλλιτέχνες που βάζουν όλη τους την καρδιά και το μυαλό σε αυτό που κάνουν μπορεί να γίνουν κομμάτια και να χάσουν ακροατήριο με μιας, αν σε έναν κριτικό αρέσουν συγκεκριμένα πράγματα και δεν ακούει με κατανόηση και ανοιχτά αυτιά. Το σημαντικότερο είναι ότι ο αδαής δημοσιογράφος μπορεί να αποτρέψει ένα δυνητικό ακροατήριο, κάτι που κάνει κακό και στην κριτική και στους μουσικούς.

Οι αυτοσχεδιαστές αντίθετα με άλλους καλλιτέχνες δημιουργούν σε παρόντα χρόνο. Εσύ πότε έχεις την αίσθηση ότι όλα πάνε καλά όταν βρίσκεσαι πάνω στη σκηνή;
Όσο νιώθω ότι και οι υπόλοιποι στο γκρουπ βρίσκονται στο ίδιο μήκος κύματος, αυξάνονται οι πιθανότητες να πάνε όλα καλά εκείνη τη φορά. Μου αρέσει το παίξιμο χωρίς ατομισμό που συνδυάζεται με δημιουργία ενέργειας και μελετημένες αποχρώσεις. Προσπαθώ να παίζω μόνο σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν αυτές οι προϋποθέσεις και όταν τα καταφέρνουμε να παίξουμε έτσι νιώθουμε ότι αυτός είναι ο σκοπός της ζωής μας.

Πώς προέκυψε η συνεργασία με τον Barry Altschul;
Ο μπασίστας Moppa Elliott και εγώ παίζαμε σαν τρίο με τον Barry το Δεκέμβριο του 2009 στο Stone, το κλαμπ του John Zorn στο Μανχάταν. Ήταν φοβερά διδακτική η εμπειρία να βρισκόμαστε μαζί, να συζητάμε, να κάνουμε πρόβες και να παίζουμε με εκείνον. Ήθελα να συνεργαστώ μαζί του και καθώς είχα ένα τρίο που κινούνταν σε αυτό το ανοιχτό αλλά γεμάτο σουίνγκ στιλ, ταίριαζε απόλυτα για να παίξει σε αυτό.

Κάθε κομμάτι του “Foxy” ακούγεται σαν να μην έχει αρχή και τέλος. Σαν να είναι απόσπασμα μιας ηχογράφησης που κρατά ώρες. Είναι γιατί όπως λέει και ο Roland Barf (!) στο εξώφυλλο του CD “το φάσμα όσων ακούμε είναι πεπερασμένο, ενώ το στάνταρντ είναι ατέλειωτο;”
Ναι έτσι ακριβώς συνέβη. Ηχογραφήσαμε ένα συνεχές κομμάτι που κράτησε 90 λεπτά. Περίπου κάθε δέκα λεπτά χαμηλώναμε την ένταση της ηχογράφησης. Συνεχίσαμε να παίζουμε και αφού είχε τελειώσει η διάρκεια του CD. Εκείνη την εποχή διάβαζα πολύ Μπόρχες και επηρεάστηκα πολύ στον τρόπο που συνέλαβα τη μουσική από τις ιδέες του.

Γιατί επέλεξες να παίζετε συνεχώς χωρίς να χαμηλώσετε καθόλου τους τόνους και να χαλαρώσετε έστω και για λίγο την ένταση;
Δουλεύαμε πάνω σε αυτό το κόνσεπτ για περίπου δώδεκα γκιγκ πριν κάνουμε την ηχογράφηση και η ιδέα ήταν να συνεχίζουμε σε αυτό το ασταμάτητο, διαρκώς εξελισσόμενο κομμάτι που ενσωμάτωνε περισσότερο σουίνγκ παρά ελεύθερο παίξιμο. Όταν βρεθήκαμε στο στούντιο το τρίο ήταν σε αυτή τη ζώνη και ήθελα να είμαι σίγουρος ότι η ηχογράφηση θα την κατέγραφε αυτή ακριβώς τη φάση. Έχουμε ξαναπαίξει μια – δυο φορές από τότε και παρατηρούμε ότι κάθε φορά η μουσική εξελίσσεται και επεκτείνεται. Ανυπομονούμε να καταγράψουμε αυτή την εξέλιξη.

Τι ετοιμάζεις αυτό τον καιρό;
Σχεδιάζουμε με το τρίο μια σύντομη ευρωπαϊκή περιοδεία το καλοκαίρι. Ακόμη επαναφέρω για μερικά γκιγκ και ελπίζω και μια ηχογράφηση το γκρουπ μου Outright!. Επίσης συνεχίζω να παίζω με το ντούο που έχω με τον ντράμερ Mike Pride, αλλά και με τους MOPDTK. Με το κουιντέτο της Mary Halvorson θα συνεχίσουμε να παίζουμε και να ηχογραφούμε και αυτή τη χρονιά. Είμαι πολύ χαρούμενος για όλη αυτή τη μουσική που με διασκεδάζει.

Jazz & Tzaz, Φεβρουάριος 2011

Peter Brendler, Barry Altschul, Jon Irabagon


Kατηγορίες

Email me:

vagarag at freemail.gr

Αρχείο

Blog Stats

  • 26,228 hits
Νοέμβριος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ.    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930