Αρχείο για Μαΐου 2010

Συναυλία με το Trio Jeroen van Vliet

Στο πλαίσιο της συνεργασίας που έχει καθιερωθεί τα τελευταία τέσσερα χρόνια ανάμεσα στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Ερμούπολης και τη Βασιλική Ολλανδική Πρεσβεία, διοργανώνεται και φέτος μια ξεχωριστή συναυλία τζαζ. Έτσι μετά το τρίο Braam DeJoode Vatcher, το κουιντέτο του Eric Ineke και τον Yuri Honing με τους Wired Paradise αυτή τη χρονιά θα έχουμε την ευκαιρία να απολαύσουμε ζωντανά το τρίο του πιανίστα του Jeroen van Vliet.

Η εκδήλωση θα γίνει στο Θέατρο Απόλλων την Κυριακή 30 Μαΐου στις 9 το βράδυ.

Ο 45χρονος Jeroen van Vliet έχει σπουδάσει κλασική μουσική και τζαζ και είναι απόφοιτος του κονσερβατορίου της Ουτρέχτης. Έγινε γνωστός από τη συνεργασία του με τον Paul van Kemenade και τον Eric van der Westen, αλλά και παίζοντας με μεγάλους μουσικούς της τζαζ όπως ο Kenny Wheeler, ο John Zorn και ο Charlie Mariano. Το 2007 η συμμετοχή του στο γκρουπ Gatecrash του τρομπετίστα Eric Vloeimans, του απέφερε το Edison Award, ένα από τα σημαντικότερα μουσικά βραβεία της Ολλανδίας. Εκτός από τα πολλά και διάφορα σχήματα με τα οποία δουλεύει, γράφει και μουσική επένδυση για χορευτικές και θεατρικές παραστάσεις. Έχει συμμετάσχει σε πάνω από 45 ηχογραφήσεις και έχει κυκλοφορήσει 6 προσωπικούς δίσκους.

Στη Σύρο θα εμφανιστεί με το αγαπημένο του σχήμα, αποδίδοντας με έναν ιδιαίτερο τρόπο την έννοια του κλασικού τζαζ πιάνο τρίο. Μαζί του ο Guus Bakker στο κοντραμπάσο και ο Pascal Vermeer στα τύμπανα.

Scott LaFaro

Giant Steps

Πόσο ακόμη θα είχε διευρύνει τις δημιουργικές δυνατότητες του κοντραμπάσου ο Scott LaFaro, αν δεν είχε σκοτωθεί στα είκοσι πέντε του; Πώς θα συνέχιζε τη συνθετική πορεία που μόλις είχε ξεκινήσει; Πώς θα εξελισσόταν το τρίο του Bill Evans Trio αλλά και ο ίδιος ο πιανίστας υπό την καταλυτική επιρροή του νεαρού συνεργάτη του; Η ιστορία δεν γράφεται βέβαια με υποθέσεις. Είναι αδύνατο όμως να μην κάνει κανείς τέτοιες σκέψεις, ιδίως αν αναλογιστεί ότι σε περίπτωση που για παράδειγμα είχαν χαθεί σε αυτή την ηλικία ο Coltrane ή ο Mingus, το πιθανότερο είναι ότι οι περισσότεροι δεν θα είχαμε μάθει καν το όνομά τους και σίγουρα δεν θα είχαν προλάβει να κάνουν ούτε το παραμικρό από αυτά για τα οποία τους ξέρουμε.

Μισό αιώνα μετά το θάνατο του χαρισματικού μπασίστα, η Helene LaFaro-Fernandez αποφάσισε να γράψει ένα βιβλίο για τον αδελφό της. Μέσα σε μια καλαίσθητη δερματόδετη έκδοση 300 σελίδων (που κοστίζει περίπου 15 ευρώ μαζί με τα ταχυδρομικά στα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία) και με τη βοήθεια ανθρώπων που τον γνώρισαν και μελέτησαν το έργο του, βάζει σε μια σειρά όσα έχουμε αποσπασματικά διαβάσει γι αυτόν, αποκαλύπτει άγνωστες λεπτομέρειες της σύντομης ζωής του και παραθέτει την πλήρη δισκογραφία του. Ξεκινώντας από την παιδική του ηλικία και την πρώτη επαφή με τη μουσική μέσω του πατέρα του, που ήταν επαγγελματίας βιολιστής, φτάνει στο γνωστό αποκορύφωμα της καριέρας του, τη θρυλική ηχογράφηση με το Bill Evans Trio στο Village Vanguard, της οποίας μόλις πρόλαβε να ακούσει τα μάστερ, αφού δέκα μέρες αργότερα μπήκε στο αμάξι του για ένα σύντομο ταξίδι στο πατρικό σπίτι, που έμελλε να τον οδηγήσει στο θάνατο.

Το πιο συγκλονιστικό πράγμα που δύσκολα μπορούμε να αντιληφθούμε, είναι ότι κράτησε το μπάσο στα χέρια του μόλις για εφτά χρόνια. Άρχισε από πολύ μικρός να παίζει κλαρινέτο και σαξόφωνο και δούλευε επαγγελματικά από τα πρώτα εφηβικά του χρόνια. Ένας φίλος του διηγείται ότι το 1953 πήγαν μαζί στο Syracuse για να δουν ζωντανά την ορχήστρα του Stan Kenton. Ακούγοντας τον Maynard Ferguson, τον Stan Getz και τον Shelly Manne, ο δεκαεξάχρονος Scott είπε κάτι που του φάνηκε αστείο: «μια μέρα θα παίξω μαζί τους!». Κάποια στιγμή το 1954 οι σπουδές του επέβαλαν να συμπληρώσει τις γνώσεις του μελετώντας για λίγο και ένα έγχορδο. Αν και του άρεσε το βιολί (εξαιτίας και του πατέρα του) θεωρούσε ότι με αυτό το όργανο πρέπει να ξεκινά κανείς από παιδί και διάλεξε το μπάσο. Επηρεασμένος και από το γεγονός ότι εξαιτίας ενός χτυπήματος στο πάνω χείλι δεν τον ικανοποιούσε το φύσημά του, άρχισε να μελετά το νέο του όργανο σχεδόν χωρίς διακοπή, από την ώρα που ξυπνούσε ως το βράδυ. Ήταν ζήτημα αν είχε περάσει ένας χρόνος από τότε που απέκτησε το πρώτο του κοντραμπάσο και άρχισε να περιοδεύει με την ορχήστρα του Buddy Morrow, με την οποία έκανε και την πρώτη του ηχογράφηση το 1956.

Κατεβάζοντας χαμηλά τις χορδές, τα δάχτυλά του γλιστρούσαν πάνω τους με απίστευτη ταχύτητα λες και έπαιζε κιθάρα, εξερευνούσε όλο και περισσότερο τις υψηλές νότες και οι μελωδίες του ήταν σαν να έβγαιναν από πνευστό. Ο Percy Heath ακούγοντάς τον μια μέρα να εξασκείται τον πείραξε: «Αν είναι να παιδεύεσαι έτσι φίλε μου γιατί δεν παίζεις κιθάρα;». Εκείνος απάντησε απλά: «Γιατί αυτό είναι το όργανό μου». Οι επιδόσεις του όπως και το παίξιμό του είχαν ταχύτητα που κόβει την ανάσα. Κάτι μέσα του, όπως αποκαλύπτει η αδελφή του, του έλεγε ότι θα πεθάνει νέος και ένιωθε να δίνει μάχη με το χρόνο. Απορροφούσε τη γνώση σα σφουγγάρι και η εξέλιξή του γινόταν με γιγάντια βήματα. Μένοντας καθαρός από ουσίες εθίστηκε μόνο σε αυτό που είχε βάλει σκοπό στη ζωή του και επέκρινε πολύ όσους κατέστρεφαν το ταλέντο τους με τα ναρκωτικά, ειδικά τον Bill Evans και αυτό ήταν ένα μόνιμο σημείο τριβής στη σχέση τους. Μετά την ορχήστρα του Buddy Morrow συνέχισε να εμφανίζεται παντού και να ηχογραφεί αδιάκοπα: με τον Victor Feldman, τον Stan Getz, τον Buddy DeFranco, τον Harold Land, τον Stan Kenton, τον Tony Scott, στου οποίου το άλμπουμ “Sung Heroes” βρέθηκε για πρώτη φορά μαζί η τριάδα LaFaro, Bill Evans και Paul Motian, η συνέχεια της οποίας λίγο πολύ είναι γνωστή.

Έχουμε ακούσει κι άλλους μπασίστες να παίζουν σε τόσο μεγάλες ταχύτητες, ελάχιστοι όμως έχουν τη μελωδικότητα που έβγαζε εκείνος με τις γραμμές του. Και άλλοι μουσικοί, όπως ο Charlie Mingus, είχαν ξεκινήσει να ξεκολλούν το μπάσο από τον παραδοσιακό υποστηρικτικό του ρόλο, όμως ο Mingus άσκησε και ασκεί μεγαλύτερη επιρροή κυρίως σαν συνθέτης, σαν leader και frontman. Ο μεγάλος Ray Brown μιλώντας στους μαθητές του πάντοτε τον συγκατέλεγε στην κορυφαία πεντάδα μαζί με τον Jimmy Blanton, τον Oscar Pettiford, τον Milt Hinton και τον Paul Chambers και όταν έμαθε για το θάνατό του δήλωσε ότι το κοντραμπάσο θα πήγαινε δέκα χρόνια πίσω. Συντετριμμένος ο Bill Evans δεν ξεπέρασε ποτέ το χαμό του και μέχρι το τέλος αναζητούσε τον μπασίστα με τον οποίο θα ανέπτυσσε μια σχέση παρόμοια με εκείνον.

Το τελευταίο διάστημα της ζωής του ο LaFaro είχε επεκταθεί στους χώρους του αβάν γκάρντ και της φρη τζαζ (παίζοντας με τον Ornette Coleman, τον Don Cherry, τον Gunther Schuller), της κλασικής μουσικής και της μουσικής για μπαλέτο και είχε αρχίσει να δουλεύει τη δική του γραφή. Αν και με το “Gloria’s Step” και το “Jade Visions”, που πρόλαβαν να απαθανατιστούν στην τελευταία του εμφάνιση στο Village Vanguard, έχουμε δύο λαμπρά δείγματα αυτής της γραφής, είναι πραγματικά αδύνατο να φανταστούμε την εξέλιξή της μέσα από τα γιγάντια βήματα με τα οποία κινούνταν το τεράστιο ταλέντο του.

Συνέντευξη με την Helene LaFaroFernandez

Πώς αποφασίσατε να γράψετε ένα βιβλίο για τον αδελφό σας 50 σχεδόν χρόνια μετά το θάνατό του;

Εδώ και δέκα περίπου χρόνια αρκετοί μου έλεγαν «σε παρακαλούμε γράψε ένα βιβλίο για τον Scotty, δεν γνωρίζουμε αρκετά γι αυτόν». Στο παρελθόν είχα γράψει μερικές φορές σε περιοδικά βιογραφικά στοιχεία σαν εισαγωγικά για τη δισκογραφία του. Δυο – τρεις φίλοι ήλθαν σε επαφή μαζί μου ζητώντας μου να γράψω τη βιογραφία του Scotty. Με τα χρόνια με ενοχλούσε λίγο να διαβάζω εδώ και κει πράγματα που δεν ήταν τελείως σωστά, ενώ δεν θα ήταν δύσκολο να τα ερευνήσει κανείς. Ακόμη και στο εσώφυλλο ενός παλιού δίσκου οι πληροφορίες που υπήρχαν ήταν λανθασμένες. Έτσι έγινε προφανές ότι ο μόνος τρόπος για να κάνω αυτές τις διορθώσεις και να διηγηθώ την ιστορία του όσο γινόταν πιο σωστά ήταν να γράψω εγώ τη βιογραφία του.

Σε τι βαθμό πιστεύετε ότι ο τρόπος που προσέγγισε το μπάσο επηρεάστηκε από το γεγονός ότι ξεκίνησε παίζοντας κλαρινέτο και σαξόφωνο;

Νομίζω ότι για αυτό το λόγο σκεφτόταν πάντα με τη λογική της μελωδίας. Αυτό ήταν που καθόριζε τι ήθελε να ακούσει ανεξαρτήτως του τι όργανο έπαιζε.

Δύσκολα μπορεί κανείς να συνειδητοποιήσει πώς κατάφερε να εξελιχθεί τόσο γρήγορα σαν μπασίστας. Δύο μόλις χρόνια αφού πρωτόπιασε το κόντραμπάσο, στην κυριολεξία επανεφεύρισκε τον τρόπο παιξίματός του.

Του είχε γίνει πραγματική μανία να μάθει τα πάντα όσο γίνεται πιο γρήγορα. Έτσι έκανε με ο,τιδήποτε τον ενδιέφερε. Ο πατέρας μας, τον οποίο είχε ως υπόδειγμα, ρίζωσε βαθιά μέσα του ότι για να μάθεις κάτι καλά πρέπει να εξασκείσαι διαρκώς, καθώς υπήρχαν πάντοτε πράγματα να ανακαλύψεις και να γνωρίσεις. Κάποιες φορές ανησυχούσε ότι αν δεν μελετήσει, δεν θα μπορεί να παίξει.

Στο βιβλίο αναφέρεται κάμποσες φορές ότι διαισθανόταν πως θα πεθάνει νέος. Θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι η γρήγορή του εξέλιξη, ο τρόπος που έπαιζε, ο τρόπος που οι ιδέες του ανάβλυζαν με τέτοια ταχύτητα η μια μετά την άλλη, είχαν να κάνουν με αυτό το προαίσθημα;

Ω, μα είμαι σίγουρη πως ναι, έστω κι αν εξέφρασε αυτό το προαίσθημα μόνο μετά το θάνατο του πατέρα μας. Έλεγε «Λοιπόν, έτσι θα γίνει. Το ξέρω ότι θα πεθάνω στα 25 μου». Έτσι η ερμηνεία μου είναι ότι αισθανόταν πως είχε να κάνει υπερβολικά πολλά σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Δεν ήταν λοιπόν διατεθειμένος να αφήσει ο,τιδήποτε να τον αποσπάσει και αυτό ήταν που τον οδηγούσε.

Ο Scott είναι κυρίως γνωστός για τα 4 άλμπουμ που έκανε με το Bill Evans Trio. Θεωρείτε ότι υπάρχουν και κάποιες από τις υπόλοιπες ηχογραφήσεις του που κατάφεραν να απαθανατίσουν το ίδιο καλά το ταλέντο και το όραμά του;

Προσωπικά πιστεύω ότι η σύνθεσή του «Jade Visions» είναι ο ίδιος Scotty. Δείχνει πού ακριβώς βρισκόταν εκείνη τη στιγμή. Πέρα από τη γενικά αναγνωρισμένη δουλειά με τον Bill, μερικές από τις πρώτες του ηχογραφήσεις όπως το «Intermission Rift» με την ορχήστρα του Stan Kenton, ή το «Bebop» από το «Arrival” του Victor Feldman δείχνουν το πολλά υποσχόμενο ταλέντο του και ο τρόπος που έπαιζε αφήνει τον ακροατή με ανοιχτό το στόμα. Δεν είμαι μουσικός αλλά αυτά τα δύο κομμάτια μου θυμίζουν πολύ αυτά που τον άκουγα να παίζει όταν μελετούσε. Του Scotty δεν του άρεσαν πάντα όσα ηχογραφούσε. Ανέφερε ότι τον ικανοποιούσε μόνο το άλμπουμ που έκανε με τον Pat Moran στο ξεκίνημά του (το οποίο παρεμπιπτόντως αντίθετα με αυτά που γράφει το CD, ηχογραφήθηκε στη Νέα Υόρκη το Δεκέμβριο του 1958) και ύστερα ανέφερε ότι ήταν πολύ ικανοποιημένος με την τελευταία του δουλειά, το live στο Village Vanguard, που το είχε ακούσει ακριβώς πριν ξεκινήσει το ταξίδι για το Newport.

Οι καλλιτέχνες συνήθως δεν μπορούν να φανταστούν το μέγεθος της απήχησης που θα έχει η δουλειά τους. Όταν για παράδειγμα ο Miles Davis και το γκρουπ του ηχογραφούσαν το “Kind of Blue” δεν είχαν ιδέα τι θα ακολουθούσε. Τι συνέβαινε με τον Scott;

Ο Scotty συχνά εξέφραζε μια απογοήτευση για το ότι ο κόσμος δεν αντιλαμβανόταν που κατευθυνόταν ή που ήθελε να κατευθυνθεί με τη μουσική του. Πιστεύω ότι αν μπορούσε να μάθει τη σημερινή εκτίμηση και την αναγνώριση  στο πρόσωπό του θα του προκαλούσε κατάπληξη. Επιθυμούσε να μάθει όσο γινόταν περισσότερα απ’ τον καθένα. Δε νομίζω ότι είδε ποτέ τον εαυτό του σαν κάποιον που προσπαθούσε να κάνει κάτι παραπάνω από το να εκφράσει αυτό που ήθελε να πει με τη μουσική του. Αισθανόταν ότι όφειλε να κάνει αυτό που έκανε και έλπιζε ότι θα τον καταλάβουν.

Στη διάρκεια της τελευταίας του επίσκεψης στο πατρικό του σπίτι συζητούσε για το ενδεχόμενο να εγκαταλείψει τη μουσική, γιατί όπως έλεγε δεν ήταν σίγουρος ότι κανείς καταλάβαινε αυτό που έκανε. Πιστεύετε ότι υπήρχε περίπτωση να κάνει κάτι τέτοιο;

Αν και συχνά το έλεγε αστειευόμενος, στην πραγματικότητα κάπου κάπου το σκεφτόταν σοβαρά. Ξέρω όμως ότι δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο, θα ήταν αδύνατο γι αυτόν να τα παρατήσει και να ασχοληθεί με τα ηλεκτρονικά ή με ό,τιδήποτε άλλο που μπορούσε να τον ενδιαφέρει ή να τα παρατήσει και να γίνει «διασκεδαστής» όπως έλεγε. Τον έβλεπα σαν ένα μικρό παιδί που ανακαλύπτει κάτι, μια ιδέα, ένα αστείο, που του φαίνεται καταπληκτικό και δε βλέπει την ώρα να πάει στο σχολείο για να το πει στους φίλους του, αλλά ύστερα γυρνάει σπίτι απογοητευμένος γιατί κανείς δεν έπιασε αυτό που είπε.

Πού πιστεύετε ότι θα οδηγούσε τη μουσική του αν η ζωή του δεν διακοπτόταν τόσο νωρίς;

Είχε αρχίσει να ενδιαφέρεται όλο και περισσότερο για τη σύνθεση και για τη μελέτη και το παίξιμο με δοξάρι, καθώς και για συνεργασίες με το χώρο της κλασικής μουσικής και του χορού. Πέρα από αυτά δεν θα μπορούσα να εικάσω τι θα έκανε από μουσική άποψη αν ζούσε ακόμη.

Το άλμπουμ “Pieces of Jade” που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες περιέχει μερικές ανέκδοτες ηχογραφήσεις του Scott. Ξέρετε αν υπάρχουν και άλλες ηχογραφήσεις του που πρόκειται να κυκλοφορήσουν μελλοντικά;

Έχουν ακουστεί διάφορα για δουλειές που έχει κάνει, αλλά αν και έχουν γίνει προσπάθειες να βρεθούν, το πιθανότερο είναι ότι έχουν χαθεί και δεν υπάρχουν πια. Είναι και κάποια ακυκλοφόρητα κομμάτια που έκανε με τον Stan Getz, αλλά μιλώντας με την οικογένεια Getz κατάλαβα ότι ο Stan δεν επιθυμούσε να εκδοθούν γιατί δεν τον ικανοποιούσαν. Πιστεύω ότι είναι σωστό να σεβαστούμε τη γνώμη του καλλιτέχνη για τη δουλειά του.

Θα θέλατε να μας πείτε δυο λόγια για το διαγωνισμό και το έπαθλο που χορηγεί η οικογένειά σας από το 2001 στη μνήμη του Scott;

Η οικογένειά μας έχει θεσπίσει δύο βραβεία στη μνήμη του. Το πρώτο, το The Scott LaFaro Memorial Award, είναι ένα χρηματικό έπαθλο που δίνεται σε έναν διακεκριμένο μαθητή γυμνασίου, με σκοπό να τον βοηθήσει στη συνέχιση των σπουδών του. Το άλλο είναι το First Place Scott LaFaro Jazz Prize, επίσης χρηματικό βραβείο, που ξεκίνησε το 2001 και απονέμεται κάθε χρόνο από την International Society of Bassists. Η επιλογή γίνεται κατά τη διάρκεια της συνόδου αυτού του οργανισμού, μετά από διαγωνισμό, στον οποίο η κριτική επιτροπή αποτελείται από γνωστούς και πετυχημένους μπασίστες από όλο τον κόσμο.

Jazz & Tzaz, Μάιος 2010


Kατηγορίες

Email me:

vagarag at freemail.gr

Αρχείο

Blog Stats

  • 26,139 hits
Μαΐου 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ.   Ιον. »
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31