Αρχείο για Απρίλιος 2012

Bryan & the Haggards

Jazz Outlaws

Δεν είναι υπερβολή ότι από τη νεοϋρκέζικη εταιρεία Hot Cup έχουμε ακούσει μερικά από τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα εδώ και δυο-τρία χρόνια. Στην ουσία πρόκειται για μια παρέα δέκα περίπου μουσικών που τους συναντάμε σε διάφορους συνδυασμούς, κάθε φορά με κάποιον τους στο ρόλο του leader: τους εκρηκτικούς Mostly Other People Do the Killing του μπασίστα και ιδρυτή της εταιρίας Moppa Elliott, το τρίο του σαξοφωνίστα Jon Irabagon, τους Big Five Chord του κιθαρίστα Jon Lundbom, ή το ίδιο ακριβώς κουιντέτο, μεταμορφωμένο σε Bryan & the Haggards, υπό την καθοδήγηση του σαξοφωνίστα Bryan Murray. Το τελευταίο αυτό γκρουπ είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση tribute band, όχι εφήμερου χαρακτήρα – έχει ήδη προγραμματίσει το τρίτο του άλμπουμ – που στήθηκε για να ερμηνεύει τα τραγούδια του μεγάλου δημιουργού της κάντρι Merle Haggard.

Ο Biff Adam, ντράμερ στους Strangers του Merle Haggard από τη δεκαετία του ’60, έχει πει ότι όταν βρίσκονταν στη σκηνή δεν παρουσίαζαν ποτέ δυο φορές το ίδιο πρόγραμμα. Δεν έπαιζαν καν τα κομμάτια στο ίδιο κλειδί ή στο ίδιο τέμπο. Όπως ακριβώς συμβαίνει με την τζαζ, ο Haggard κρατά τους μουσικούς σε επιφυλακή, γιατί δεν έχουν ιδέα τι πρόκειται να προκύψει. Στη μουσική του αντλούσε πάντα στοιχεία από την τζαζ και έδινε έμφαση στον αυτοσχεδιασμό, γι αυτό και κάποιες φορές την αναφέρουν σαν κάντρι-τζαζ. Όλα αυτά μάλλον δεν τα είχε υπόψη του ο Bryan Murray, τενορίστας στους Big Five Chord, που ανακάλυψε τυχαία τα τραγούδια του Haggard και κόλλησε αμέσως σ’ αυτά. Ενθουσιασμένος από τις όμορφες μελωδίες, την απλή τους δομή και φυσικά την ερμηνεία του Haggard, πρότεινε στον Jon Lundbom να δοκιμάσουν με το γκρουπ μερικά από αυτά. Παίζοντάς τα ελεύθερα και ανοίγοντας συνεχώς νέους διαδρόμους για ξεσπάσματα και αυτοσχεδιασμούς, χωρίς όμως να χάνουν τη μελωδική αίσθηση των τραγουδιών, άρχισαν να κλείνουν εμφανίσεις ως Bryan & the Haggards και στα μέσα του 2010 είχαν έτοιμο το πρώτο τους CD “Pretend It’s The End Of The World”. Τον περασμένο Δεκέμβριο κυκλοφόρησαν και το “Still Alive And Kickin’ Down The Walls”. Σε αυτό το άλμπουμ ακούγονται να διασκεδάζουν και να απολαμβάνουν ακόμη περισσότερο αυτό που κάνουν και να έχουν αγκαλιάσει πλήρως το αίσθημα και την απλότητα της κάντρι. Στα περισσότερα κομμάτια, κιθάρα, μπάσο και ντραμς μοιάζουν να αρκούνται στο ρόλο της λιτότερης δυνατής ρυθμικής συνοδείας και να μη θέλουν να παίξουν ούτε μια νότα παραπάνω απ’ ότι αν βρισκόταν στη θέση τους ένα παραδοσιακό rhythm section της κάντρι. Αυτό δεν εμποδίζει τον Lundbom να κάνει ένα παραμορφωμένο και θορυβώδες σόλο στο “Seeing Eye Dog”, ή τον Moppa Elliott να σκαρώσει ένα ελεύθερο παιχνίδι με το δοξάρι με τη συνοδεία της φωνής του σε ένα διασκεδαστικό σκατ στο “San Antonio Rose” και μαζί με τον ντράμερ Danny Fisher να ξεχειλώσουν και να αποδομήσουν ρυθμικά το “If We Make It Through December”. Τα σαξόφωνα του Murray και του Jon Irabagon αναλαμβάνουν να ακολουθήσουν τους δρόμους που έχει χαράξει η φωνή του Haggard, κάποιες φορές με αρκετό χιούμορ, με το τενόρο του πρώτου να μένει πιο κοντά στη μελωδία και το άλτο και το σοπράνο του δεύτερου να τραβιούνται όλο και συχνότερα ελεύθερα προς τα έξω.

επαφή: http://www.bryanmurray.net

Συνέντευξη με τον Bryan Murray

Τα ίδια ακριβώς άτομα παίζετε στους Big Five Chord του Jon Lundbom από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας. Πώς προέκυψε η ιδέα των Bryan & the Haggards;

Του Jon του αρέσει να μου δίνει διάφορα CD να ακούσω. Ένα από αυτά ήταν και μια συλλογή τραγουδιών του Merle Haggard με τους Strangers. Όταν το άκουσα έπαθα πλάκα. Βρισκόμουν σε μια περίοδο που είχα βαρεθεί το υπερπολύπλοκο τζαζ παίξιμο και αναζητούσα κάτι αγνό, απλό και με ψυχή. Το βρήκα ακούγοντας τον Merle. Είχαμε ένα gig στο Knitting Factory και καθώς πίναμε μπύρα με τον Lundbom του είπα ότι θα ήταν ωραίο να δοκιμάσουμε μερικά τραγούδια του Merle Haggard. «Εντάξει», μου λέει, «αρκεί να γράψεις εσύ τις παρτιτούρες…». Το έκανα με χαρά. Κάναμε αυτό το gig και ήταν ένα από τα πιο διασκεδαστικά στα οποία έχω παίξει. Απλά κάτι μου έκανε κλικ. Μετά ο Jon έκανε ένα διάλειμμα με τους Big Five Chord και άρχισα να κλείνω συναυλίες σαν Bryan and the Haggards.

Τα τραγούδια του Merle Haggard έχουν πολύ απλή δομή και πολλά από αυτά αποτελούνται από τρία ακόρντα μόνο. Αυτή η απλότητα σας ωθεί να είσαστε πιο ελεύθεροι και πιο ανοικτοί σε πειραματισμούς;

Ακριβώς! Αυτός είναι ο λόγος που λατρεύω αυτά τα κομμάτια. Μας επιτρέπουν να πάμε οπουδήποτε θέλουμε. Μερικές φορές ο Danny (Fisher) και ο Moppa (Elliott) παίζουν σαν να συνοδεύουν ένα κανονικό κάντρι συγκρότημα και άλλοτε παίζουν σαν τρελαμένοι. Εξαρτάται σε τι διάθεση βρίσκονται. Όποτε παίζουμε όμως είναι σαν έκρηξη. Όλοι χαμογελούν και νιώθω ευτυχισμένος. Ναι, πράγματι, επειδή έχουμε να κάνουμε με τρία-τέσσερα ακόρντα μόνο, ολοένα και ανοιγόμαστε και συνεχίζουμε έτσι. Μου αρέσει η ένταση που δημιουργείται όταν ο σολίστας απλώνεται έξω τη στιγμή που το rhythm section παίζει μέσα στη φόρμα. Άλλοτε όμως κάνει το ίδιο και το rhythm section. Λόγω του ότι παίζουμε μαζί τόσο καιρό, όλα αυτά συμβαίνουν με φυσικό τρόπο.

Το δεύτερο CD σας ακούγεται κάπως λιγότερο ελεύθερο και πιο κοντά στην κάντρι σε σχέση με το πρώτο. Αισθάνεσαι ότι σταδιακά μπαίνετε πιο βαθιά στον κάντρι ήχο;

Έχω γίνει στ’ αλήθεια οπαδός της κάντρι. Από τότε που ασχολήθηκα με τον Merle Haggard, ακούω πολύ Bob Wills, Johnny Cash, Dolly Parton, Jimmie Rodgers, Waylon Jennings και αρκετούς ακόμη. Ακούω βέβαια ακόμη Keith Jarrett (με τον Dewey Redman), Coleman Hawkins ή κάποιους παλιούς τενορίστες από καιρό σε καιρό, αλλά όλο και πιο συχνά μου αρέσει να κάθομαι με ένα ποτήρι μπέρμπον στα χέρια και να ακούω κάντρι. Ίσως κάποια στιγμή αυτό να αλλάξει, αλλά όσο μεγαλώνω έχω την αίσθηση ότι μου αρέσει ο ήχος και οι ιστορίες που διηγείται η κλασική κάντρι. Μεγάλωσα στη Δυτική Βιρτζίνια και η μουσική αυτή με κάνει να αισθάνομαι νοσταλγικά για τη ζωή στις μικρές πόλεις, αν και δεν σκοπεύω να εγκαταλείψω ποτέ το Μπρούκλιν.

Οι στίχοι των τραγουδιών επηρεάζουν τον τρόπο που τα παίζετε;

Κάποιες φορές, όχι όμως πάντα. Διασκευάσαμε το “Silver Wings”, ένα όμορφο τραγούδι σε ένα παραμορφωμένο, επιθετικό ροκ κομμάτι. Αλλά στο “Sing a Sad Song,” που είναι ένα από τα αγαπημένα μου κομμάτια του Merle, μου αρέσει να το παίζουμε απλά και να μένουμε κοντά στο πρωτότυπο. Είναι τόσο όμορφο! Το “If We Make it Through December” είναι το πιο λυπημένο Χριστουγεννιάτικο τραγούδι που έχω ακούσει και πιστεύω ότι αυτό φαίνεται και στη δική μας εκτέλεση.

Σε μερικά σας βίντεο στο youtube εμφανίζεται μαζί σας και τραγουδιστής όταν παίζετε ζωντανά. Σκοπεύετε να κάνετε και κάποια ηχογράφηση με τραγουδιστή;

Περάσαμε πολύ καλά σε εκείνη η συναυλία! Ο Robbie Fulks, ένας σπουδαίος και καινοτόμος τραγουδιστής της κάντρι, είχε την καλοσύνη να ανέβει μαζί μας στη σκηνή. Μας παρακίνησε να παίξουμε στρέιτ στα κομμάτια που τραγούδησε. Ήταν κάτι που συνέβη τυχαία καθώς βρισκόταν τότε στην περιοχή και είχαμε έναν κοινό φίλο. Δεν έχουμε σκεφτεί να χρησιμοποιήσουμε τραγουδιστή στο μέλλον. Πού και πού όταν τα έχω πιει, επιχειρώ να τραγουδώ εγώ σε κάποια κομμάτια, αλλά η φωνή μου είναι κακή… Θα προτιμούσα να μπορούσα να τραγουδώ αυτά τα τραγούδια, αντί να παίζω σαξόφωνο.

Στα περισσότερα από τα CD της εταιρείας Hot Cup υπάρχει πολύ χιούμορ και διάθεση για πλάκα. Ο Jon Irabagon μας είχε πει σε αυτό το περιοδικό ότι το χιούμορ είναι ένας τρόπος που σε βοηθά να σκέφτεσαι έξω από την πεπατημένη και να προσπαθείς να αναπτύξεις κάτι δικό σου.

Ξέρω τι εννοεί. Το χιούμορ διατηρεί τα πράγματα χαλαρά και σου επιτρέπει να αφήνεις τη μουσική να κατευθυνθεί οπουδήποτε θελήσεις, πράγμα που το θεωρώ πολύ σημαντικό. Μ’ αρέσει το ότι περνάμε καλά με το συγκρότημά μου στις συναυλίες. Τα λάιβ μας είναι διαφορετικά από τις ηχογραφήσεις. Υπάρχει πολλή σοβαρότητα στη μουσική και είναι καλό να προσπαθείς για κάτι διαφορετικό. Πάντα μου άρεσε να κάνω αστεία. Και οι γονείς μου έκαναν το ίδιο και μεγαλώνοντας σε τέτοιο περιβάλλον απέκτησα και εγώ χαλαρό χαρακτήρα…

Πώς φαντάζεσαι ότι θα αντιδρούσαν οι φίλοι της κάντρι ακούγοντας τις εκτελέσεις σας;

Φαντάζομαι ότι θα σκέφτονται πως κάνουμε πλάκα με αυτή τη μουσική, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν γίνεται κάτι τέτοιο. Απλά έτσι είναι η μουσική μας. Κάθε λίγο και λιγάκι παίρνω κάποιο μέιλ από κάποιον που τυχαίνει να του αρέσει και ο Merle Haggard και η αβάν γκαρντ τζαζ, αλλά αυτό συμβαίνει μάλλον σπάνια. Το κοινό στο οποίο απευθυνόμαστε είναι πολύ περιορισμένο, αλλά όταν η μουσική μας βρίσκει αυτούς τους ανθρώπους αισθάνομαι πραγματικά όμορφα.

Ξέρεις αν ο Merle Haggard έχει ακούσει τη μουσική του από σας;

Στείλαμε μερικά CD στο μάνατζερ και το διαφημιστή του, αλλά δεν πήραμε καμιά απάντηση.  Δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν μας άκουσε, ή κι αν το έκανε αν του αρέσαμε. Πάντως αν πρόκειται να μας ακούσει ελπίζω να αντιληφθεί το σεβασμό που έχουμε για τη μουσική του.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας;

Η γυναίκα μου πρόκειται να γεννήσει το πρώτο μας παιδί. Έτσι θα κάνω ένα διάλειμμα, αλλά μετά θα επιστρέψω στη ροή των πραγμάτων. Θα κλείσω μερικές εμφανίσεις και πιθανότατα θα ηχογραφήσουμε άλλο ένα άλμπουμ. Θα ‘θελα κάποια στιγμή να φέρω το γκρουπ στην Ευρώπη. Ξέρω ότι ο Moppa ήδη το προσπαθεί.

Jazz & Tzaz, Μάρτιος 2012

Advertisements

Daniel Bennett

Daniel Bennett Group: «Peace and Stability Among Bears (Bennett Alliance Records)

Ασχέτως με το ποια σημασία μπορεί να έχει η χρήση του όρου φολκ-τζαζ (προφανώς καμία), όταν αποδίδεται στον Daniel Bennett κάνει σαφές ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της μουσικής που παίζει, την επίδραση δηλαδή της φολκ στις μελωδίες του. Τα θέματα του σαξοφωνίστα, φλαουτίστα και κλαρινετίστα επανέρχονται παραλλαγμένα από άλμπουμ σε άλμπουμ, σαν ιστορία που εξελίσσεται. Πράγμα όχι τυχαίο, μιας και το “Peace and Stability Among Bears” κλείνει μια τριλογία που ξεκίνησε το 2004 με το «A Nation of Bears» και συνεχίστηκε το 2007 με το «The Legend of Bear Thompson» και την παρεμβολή ενός λάιβ το 2009. Η τριλογία είναι αφιερωμένη στην άλλη – πλην της φολκ – εμμονή του: τα καρτούν και ειδικά εκείνα όπου πρωταγωνιστούν αρκούδες. Καθένα από τα άλμπουμ αυτά έχει ένα χαλαρό κόνσεπτ που σκιαγραφείται από την εικονογράφηση που υπάρχει στο εξώφυλλό τους. Η σχέση με τα καρτούν δίνει ένα ζωηρό, παιχνιδιάρικο ύφος στη μουσική του που περιστρέφεται πάντα γύρω από το εκάστοτε μελωδικό θέμα. Στο τελευταίο μέρος της τριλογίας ο Bennett συνεργάζεται για μια ακόμη φορά με τον καρτουνίστα Timothy Banks (είναι ετεροθαλής αδελφός του) και χρησιμοποιεί το σύνηθες σχήμα του με κιθάρα, μπάσο και ντραμς. Η διαφορά είναι ότι αντί του ακουστικού κιθαρίστα Brant Grieshaber που τον συνόδευε τα προηγούμενα χρόνια, εδώ ο ηλεκτρικός ήχος του Chris Hersch τον βοηθά να μεταμορφώνεται μεταπηδώντας από το άφρο (“The Local Sheriff”, “The Lost Treasure Of Lunta”), στην ηλεκτρική μπαλάντα (“Ghost”, “Andrew Variations”), στην κάντρι (“Arizona”), στη θορυβώδη αβάν γκαρντ (“The Village”). Στο ποικιλόμορφο αυτό υπόβαθρο ο Bennett προτάσσει πάντοτε απτά και εξόχως μελωδικά θέματα, που παρόλο ότι εξελίσσονται συνεχώς μέσω των αυτοσχεδιασμών, δε χάνεις στιγμή την αίσθηση ότι αυτό που ακούς είναι όμορφα και οικεία τραγούδια.

www.danielbennettgroup.com

Jazz & Tzaz, Μάρτιος 2012


Kατηγορίες

Email me:

vagarag at freemail.gr

Αρχείο

Blog Stats

  • 26,196 hits
Απρίλιος 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μαρ.   Μάι. »
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
30