Michael Jefry Stevens – Satoko Fujii

Με δικό του τρόπο ο καθένας καταφέρνουν και οι δύο να φτάνουν στο ίδιο αποτέλεσμα. Να είναι απίστευτα παραγωγικοί, σε βαθμό που γίνεται πραγματικά πολύ δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς πλήρως τη δισκογραφία τους και να παίζουν ασταμάτητα περιοδεύοντας ανά τον κόσμο. Ο Michael Jefry Stevens επιλέγει μικρά, κλασικά σε δομή γκρουπ και ηχογραφεί με πολλές εταιρείες. Αντίθετα τα σχήματα της Satoko Fujii ποικίλουν σε μέγεθος και έχουν συχνά «ανορθόδοξους» συνδυασμούς οργάνων, ενώ οι ηχογραφήσεις της κυκλοφορούν κυρίως από τη δική της δισκογραφική εταιρεία Libra Records.

Δεν ξέρω αν ξεμπέρδεψε για φέτος με αυτά τα CD ο νεοϋορκέζος στην καταγωγή και κάτοικος του Μέμφις πιανίστας Michael Jefry Stevens. Έχει λίγο καιρό μέχρι το τέλος της χρονιάς για να κάνει κάτι ακόμη με κάποιο από τα ούτε λίγο ούτε πολύ 15 σχήματα -αν δεν παρέλειψε κανένα σε όσα αναφέρει στο σάιτ του- με τα οποία δουλεύει.

In Transit λέγεται το ελβετικό κουαρτέτο του Stevens και το Shifting Moods(Konnex) είναι το δεύτερο άλμπουμ που κυκλοφορεί μαζί του. Ως διαδικασία τούτο εδώ το λάιβ στο Moods Jazz Club της Ζυρίχης δεν διαφέρει από το “Moving Stills”, που κυκλοφόρησε πριν από τρία περίπου χρόνια, αφού είτε πάνω στη σκηνή, είτε στο στούντιο, ο πιανίστας και οι τρεις Ελβετοί συνεργάτες του παίζουν μια και έξω αυτοσχέδιες συνθέσεις. Ξεκινώντας σχεδόν κάθε φορά από ένα αφαιρετικό, ατονικό σχεδίασμα του πιάνου, ο Stevens δημιουργεί ένα πλαίσιο οργανωμένης ελευθερίας, που παρακινεί το σαξοφωνίστα Jurg Solothurnmann, τον μπασίστα Daniel Struder και τον ντράμερ Dieter Ulrich, να παρασυρθούν όσο μακρύτερα γίνεται. Στο δρόμο που διανύουν απελευθερώνουν άφθονη ενέργεια, κάπου κάπου όμως μια αόριστη μελωδική φράση τους οδηγεί και σε στιγμές λυρισμού.

Ηχογραφημένο επίσης στη Ζυρίχη και με τη συμμετοχή των δύο εκ των τεσσάρων In Transit στις τάξεις του (εκτός του Stevens παίζει και ο Ulrich), το Griffith/Stevens Quartet κινείται σε εντελώς διαφορετικό έδαφος. ΤοOnly Love(Artists Recording Collective) περιλαμβάνει δέκα τραγούδια που έχουν αιχμή του δόρατος τη φωνή του μικροσκοπικού (καθ’ ύψος τουλάχιστον) Miles Griffith, που δεν είναι ο τραγουδιστής με τη κοινά αποδεκτή  ωραία φωνή, αλλά περισσότερο ένας δεινός περφόρμερ και αυτοσχεδιαστής. Με τα γρυλίσματα, τις βραχνές κορώνες και τη λογοδιάρροια του φρενιασμένου του σκατ, τραβά εξαρχής την προσοχή πάνω του, όπως κάνει κατά κανόνα οπουδήποτε συμμετέχει. Ανάμεσα στους βρυχηθμούς του “Sometimes”, το θεότρελο “Oh Mama” όπου κάνει λογοπαίγνιο με το όνομα Obama, ή το “Lonely Tears” όπου κάποια στιγμή τραγουδάει σαν να κάνει γαργάρα, ακούγεται «παράξενα» όταν  στο “Highway Blues” παραμένει στα όρια του στρέιτ μπλουζ και στα “Perfect Dream”, “Borderline” και “Only Love” τραγουδά με συμβατικό τρόπο μια μπαλάντα.

Επί ευρωπαϊκού εδάφους πάντα το Icicles(Konnex) είναι η δεύτερη εμφάνιση του Stevens με το Eastern Boundary Quartet. Ένα κουαρτέτο κατά το ήμισυ αμερικάνικο, με τον πιο κοντινό συνεργάτη του πιανίστα, τον Joe Fonda στο μπάσο (διατηρούν το Fonda/Stevens Group 25 χρόνια τώρα και παίζουν μαζί σε πολλούς άλλους συνδυασμούς) και κατά το ήμισυ ουγγρικό χάρη στη συμμετοχή του Balazs Bagyi στα τύμπανα και του Mihaly Borbely στο σαξόφωνο. Με την εξαίρεση των δύο πρώτων κομματιών, του “Fish Soup” που εκτυλίσσεται γύρω από μια φάνκι μπασογραμμή του Fonda και της λυρικής μπαλάντας “Icicles”, σε όλο το υπόλοιπο άλμπουμ επιχειρείται η προσέγγιση ανατολής – δύσης. Το γεφύρωμα αυτό αναλαμβάνει στο “Borders” ο Fonda, που με ένα δίλεπτο μονόλογο οδηγεί την ουγγρική φολκ εισαγωγή σε ένα αυτοσχεδιαστικό κρεσέντο γεμάτο με διαφωνίες από τα πλήκτρα του Stevens. Στο “Soft Balkan Wind”, το “Hungarian Jazz Rhapsody” και το “Tansylvania Blues” εμπνέονται ξεκάθαρα από ουγγρικά και βαλκανικά θέματα, με τον Borbely πότε στο σοπράνο και πότε στο ταρογκάτο (ένα πνευστό ρουμανο-ουγγρικής προέλευσης, που βρίσκεται ανάμεσα στο κλαρινέτο και στο σοπράνο σαξόφωνο), ενώ στο “China” η σύγκλιση ανατολής-δύσης φτάνει μέχρι την Κίνα.

Τέταρτη στη σειρά ευρωπαϊκή ηχογράφηση για τον Stevens, το Dear Jonas (Konnex), είναι ένα ντούο άλμπουμ του πιανίστα με το Δανό κιθαρίστα Jon Hemmersam. Το μεγαλύτερο μέρος του καλύπτεται από δύο εκτενή κομμάτια, τη σουίτα “Amber” σε τρία μέρη και το “Blue Peace” (σε δύο μέρη αυτό), που καθένα τους διαρκεί συνολικά πάνω από είκοσι λεπτά. Και τα δύο φαίνεται να προέρχονται από ελάχιστα γραμμένα μέρη που αποτελούν αφορμές για τους μακροσκελείς, ελεύθερους σε ανάπτυξη διαλόγους ανάμεσα στην ακουστική κιθάρα και το πιάνο. Περισσότερο δομημένα και με πιο συγκεκριμένη μελωδία ακούγονται τα υπόλοιπα δύο κομμάτια, το “Andrea” και ιδίως το “Dear Jonas”, που σε όλη του τη διάρκεια διατηρεί τη μελωδικότητα της μπαλάντας.

Η προσφιλής τακτική της Satoko Fujii να κυκλοφορεί πάνω από ένα CD την ίδια μέρα, έφτασε στο αποκορύφωμά της στις 12 Σεπτεμβρίου του 2006, όταν εμφανίστηκαν ταυτόχρονα 4 άλμπουμ της, από 4 διαφορετικές εταιρίες και καθένα με μια διαφορετική big band. Σχετικά πιο συγκρατημένη … φέτος η πιανίστα από το Τόκιο, στις 19 Ιουλίου άρχισε να διαθέτει μέσω της Libra Records 3 καινούριες δουλειές της. Επιθυμία της αυτή τη φορά ήταν να κάνει ένα δώρο στο σύντροφό της και στη μουσική και στη ζωή, τον τρομπετίστα Natsuki Tamura, για τα εξηκοστά του γενέθλια, το λεγόμενο kanreki στην Ιαπωνία, όταν δηλαδή κάποιος συμπληρώσει έναν πλήρη κινέζικο ζωδιακό κύκλο (που περιλαμβάνει 5 eto, τους μικρότερους κύκλους που διαρκούν 12 έτη).

Eto ονομάζεται και το άλμπουμ της με τη δεκαπενταμελή Orchestra New York, την πιο παλιά από τις τέσσερίς της big band (οι άλλες τρεις έχουν έδρα το Τόκιο, το Κόμπε και τη Ναγκόγια αντίστοιχα), που υπάρχει από το 1997 και στην οποία συμμετέχουν πολλοί σημαντικοί σολίστες όπως ο Ellery Eskelin, o Chris Speed, o Herb Robertson και o Joe Fiedler. Κεντρικό κομμάτι του CD είναι η ομώνυμη σουίτα που ανάμεσα στην εισαγωγή και τον επίλογό της περιλαμβάνει 12 σύντομα μέρη, σε καθένα από τα οποία ένα όργανο αναπαριστά ηχητικά κάποιο από τα ζώα του ζωδιακού κύκλου. Έτσι στο “Rat” το κλαρινέτο του Chris Speed αποδίδει τo γοργό, νευρικό τρέξιμο του αρουραίου, στο “Ox” το τρομπόνι του Joey Sellers ακολουθεί την αργή γαλήνια κίνηση του βοδιού, στο “Horse” το βαρύτονο του Andy Laster δίνει τον περήφανο καλπασμό του αλόγου, στο “Snake” η τρομπέτα με σουρντίνα του Tamura μιμείται το απειλητικό σύρσιμο του φιδιού κι ούτω καθεξής. Τα υπόλοιπα τρία κομμάτια είναι μεγαλύτερης διάρκειας και αναδεικνύουν περισσότερο την ενορχηστρωτική ικανότητα της Fujii, με σύνθετη γραφή, συνεχείς αλλαγές και επιβλητικές εξάρσεις, ιδίως στο “Stroll” που ακούγεται σαν επένδυση επικής κινηματογραφικής ταινίας.

Ένα κεντρικό θέμα, αυτή τη φορά το νερό, υπάρχει και στην ιδέα του Watershed, που είναι το δεύτερο άλμπουμ του Min-Yoh Ensemble. Ενός κουαρτέτου με παράδοξη μορφή (πιάνο, ακορντεόν, τρομπόνι, τρομπέτα) που συνδέεται με τη γιαπωνέζικη παράδοση, εξ ου και η ονομασία του, η οποία στα γιαπωνέζικα σημαίνει φολκ μουσική. Αν και απουσία μπάσου και ντραμς στο σύνολο αυτό το αναμενόμενο είναι να στηρίζεται περισσότερο στην παρτιτούρα, η γραφή ακούγεται συχνά πολύ χαλαρή και το όλο άκουσμα επικεντρώνεται κυρίως στον αυτοσχεδιασμό. Το τρομπόνι του Curtis Hasselbring και η τρομπέτα του Tamura δίνουν συχνά τον ήχο της ροής και της κίνησης του νερού, με τη συνοδεία του ακορντεόν της Andrea Parkins που βρίσκεται σε συνεχή διάλογο μαζί τους και της Fujii που παίζει μινιμαλιστικές γραμμές, σκόρπια ακόρντα ή τσιμπά τις χορδές του πιάνου.

Η Fujii, ο Tamura και δύο γάλλοι μουσικοί, ο τρομπετίστας Christian Pruvost και ο ντράμερ Peter Orins απαρτίζουν το πρωτοεμφανιζόμενο κουαρτέτο Kaze.  Ένα ακόμη γκρουπ με περίεργο συνδυασμό οργάνων που το ντεμπούτο τουRafale ηχογραφήθηκε ζωντανά στην Κρακοβία στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τα διακόσια χρόνια από τη γέννηση του Σοπέν. Το “Noise Chopin” αποδίδει χαρακτηριστικά το όλο κλίμα του άλμπουμ, που επιχειρεί ένα συνδυασμό στοιχείων της κλασικής μουσικής με το θόρυβο.  Έτσι στις έξι συνθέσεις του άλμπουμ (εκ των οποίων οι τρεις ανήκουν στον  Evans) υπάρχουν αρκετές γαλήνιες και λυρικές στιγμές, αλλά και περιπετειώδεις στα όρια του θορύβου και της κακοφωνίας αυτοσχεδιασμοί.

επαφές: www.michaeljefrystevens.com, http://www2s.biglobe.ne.jp/~Libra/

Jazz & Tzaz, Δεκέμβριος 2011

Samuel Blaser

Samuel Blaser: “Consort in Motion” (Kind of Blue) / Boundless (Hat Hut)
Δύο CD με δύο αρκετά διαφορετικά μεταξύ τους πρότζεκτ για τον ελβετό τρομπονίστα Samuel Blaser αυτή τη χρονιά. Το “Consort in Motion”, ηχογραφημένο στο New Jersey με ένα κουαρτέτο όπου συμμετέχει ο Paul Motian, ο πιανίστας Russ Lossing και ο μπασίστας Thomas Morgan, είναι μια φιλόδοξη προσπάθεια να συνδυαστεί το μπαρόκ και η τζαζ, με ένα μίγμα από διασκευές σε έργα τριών ιταλών συνθετών του 17ου αιώνα (Monteverdi, Frescobaldi και Marini) και συνθέσεων του Blaser που τις εμπνεύστηκε από αυτούς. Στην ουσία το μεγαλύτερο μέρος του άλμπουμ είναι αφιερωμένο στον Claudio Monteverdi αφού πέντε από τα δέκα κομμάτια είναι δικά του και δύο ακόμη αναφέρονται σε εκείνον, ενώ το “Ritornello” σε ρόλο κεντρικού κομματιού, εμφανίζεται σε δύο εκτελέσεις, που λειτουργούν σαν συνδετικός κρίκος με τα υπόλοιπα. Οι τέσσερις μουσικοί δανειζόμενοι τις πολύπλοκες μελωδίες και αρμονίες των πρωτοτύπων, αφήνονται να παρασυρθούν μακριά από την παρτιτούρα με ελεύθερο παίξιμο και εγκεφαλικούς αυτοσχεδιασμούς. Μένοντας ως επί το πλείστον σε χαμηλές ταχύτητες ο Blaser αναπτύσσει τις μελωδίες με παραπονεμένες γραμμές και εκτεταμένη χρήση των multiphonics, κάτω από ακατάπαυστους χρωματισμούς και ξεσπάσματα του Lossing και ρουμπάτο αγωγή από τον Motian και τον Morgan.
Στο “Boundless” ηχογραφημένο ζωντανά στη Λοζάννη, τη Ζυρίχη και τη Βασιλεία, ο τρομπονίστας παρουσιάζει μόνο δικό του υλικό έχοντας το σταθερό κουαρτέτο του, με το οποίο έχει κυκλοφορήσει άλλα δύο CD και όπου συμμετέχουν ο Γάλλος κιθαρίστας Marc Ducret, ο Ελβετός μπασίστας Bänz Oester και ο Αμερικανός ντράμερ Gerald Cleaver. Ολόκληρο το άλμπουμ καλύπτεται από την ομώνυμη σουίτα η οποία περιλαμβάνει τέσσερα εκτενή μέρη, που καθένα τους ξεπερνά σε διάρκεια τα δεκαπέντε λεπτά. Σε σύγκριση με το “Consort in Motion” το αρμονικό πλαίσιο χαλαρώνει, ο ρυθμός γίνεται πιο έντονος και πιο συγκεκριμένος, οι ταχύτητες φτάνουν συχνά στα ύψη και οι δυνατότητες για ελεύθερες πτήσεις πολλαπλασιάζονται. Ο Blaser με την ικανότητά του να ανταποκρίνεται σε πολλαπλές καταστάσεις και προκλήσεις μπορεί να σουινγκάρει με δύναμη ενώ ύστερα από λίγο μπορούμε να διακρίνουμε καθαρά τις κλασικές του επιρροές. Ο Ducret συνδυάζοντας τον ηλεκτρισμό και τη δύναμη του ροκ με πολύπλοκες τζαζ φόρμες ανεβοκατεβάζει την ένταση βοηθούμενος από το σφιχτοδεμένο ρυθμό του Oester και του Cleaver.
www.samuelblaser.com

Jazz & Tzaz, Δεκέμβριος 2011

Fourth Page

Fourth Page: “Along the Weak Rope” (For/Wind)

Η Carolyn Hume

Η Carolyn Hume

Η πιανίστα Carolyn Hume δουλεύει συνήθως σε ντούο με τον ντράμερ Paul May και μέσα σε μια δεκαετία έχει κυκλοφορήσει μαζί του 5 CD. Κάπου κάπου όμως εμφανίζεται μόνη ή με άλλα, πάντοτε μικρά σχήματα και έχει ηχογραφήσει άλλα 3 άλμπουμ. Σε όλες τις περιπτώσεις τα στοιχεία που επικρατούν είναι τα ίδια: μινιμαλισμός, χαμηλοί τόνοι, εσωστρέφεια. Αυτή τη φορά τη συναντάμε όχι ως leader, αλλά ως μέλος του λονδρέζικου κουαρτέτου Fourth Page, όπου συμμετέχουν ο May, ο κιθαρίστας Charlie Beresford και ο κοντραμπασίστας Paul Marsh. Το πρώτο άλμπουμ του γκρουπ δεν διαφοροποιείται πολύ ως προς το ύφος του σε σχέση με τη δουλειά της Hume. Το αργό τέμπο, ο ακουστικός ήχος και η ίδια σκοτεινή ατμόσφαιρα παραμένουν και στα 6 κομμάτια του “Along the Weak Rope”, δημιουργώντας ένα άκουσμα αυτοσχεδιαστικό μεν, που δεν δίνει όμως έμφαση στο σολάρισμα, ούτε έχει θεαματική εξέλιξη και αλλαγές, αλλά που βασίζεται στην επεξεργασία και ανάπτυξη της ατμόσφαιρας με μικρές, ανεπαίσθητες προσθήκες. Τα ψιθυριστά φωνητικά του Beresford, οι σποραδικές μελωδίες που ακούγονται από τις χορδές του και οι βαριές γραμμές του Marsh επιτείνουν το γκρίζο στις ιμπρεσσιονιστικές εικόνες που συνήθως δημιουργούν τα πλήκτρα της Hume συνοδευόμενα από τα σκουπάκια του May. Στα περισσότερα κομμάτια (“Twist of the Tongue” “The Ash Tree”, “Citadel”) νιώθουμε ένα βαρύ νέφος να κινείται αργά και απειλητικά, το “Along the Weak Rope” θα μπορούσε να αποτελέσει μια ακουστική έκδοση του ήχου του Μπρίστολ, ενώ οι λέξεις που μουρμουρίζει ο Beresford, τα ακόρντα της Hume στο ενδιάμεσο μεγάλων παύσεων και ουποτυπώδης ρυθμός του Marsh και του May είναι ό,τι γεμίζει τον αέρα στα 6 λεπτά του “The Air in Between”.

www.4thpage.com

Jazz & Tzaz, Δεκέμβριος 2011

Sara Serpa – Susana Santos Silva

Γεννήθηκαν την ίδια χρονιά στην Πορτογαλία, είναι νέες, ταλαντούχες και όμορφες και από πολύ νωρίς κατάφεραν να έχουν στο ενεργητικό τους συνεργασίες με πολύ μεγάλα ονόματα της τζαζ. Μέσα από τις δικές τους δουλειές η τρομπετίστα Susana Santos Silva και η βοκαλίστα Sara Serpa ξεχωρίζουν πλέον με τη δική τους φωνή.

Η Sara Serpa σπούδασε κλασικό τραγούδι και πιάνο αλλά ένιωθε μεγαλύτερη έλξη για όσα άκουγε στο Hot Clube Jazz της Λισσαβόνας, παρά για την προοπτική να ασχοληθεί με την κλασική μουσική. Προτίμησε λοιπόν να κατευθυνθεί προς τη Βοστόνη προκειμένου να σπουδάσει αυτοσχεδιασμό. Εκεί ηχογράφησε και το πρώτο της CD με τίτλο “Sara Serpa Quintet” και μετά την αποφοίτησή της, το 2008, εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη. Δεν της πήρε πολύ χρόνο να κάνει τις κατάλληλες γνωριμίες. Τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς έκανε εντυπωσιακή εμφάνιση πλάι στο κουιντέτο του Greg Osby, στο “9 Levels” με το οποίο ο σαξοφωνίστας εγκαινίασε τη δική του εταιρεία. Αμέσως μετά η Inner Circle Music κυκλοφόρησε και το δικό της CD “Praia”. Πέρσι ηχογράφησε με δύο από τους δασκάλους της στη Βοστόνη, με τον Danilo Perez το “Providencia” και με τον Ran Blake ένα ντούο άλμπουμ με τον τίτλο “Camera Obscura”.

Στο καινούριο της CD Mobile (κι αυτό από την Inner Circle), όπως και στα προηγούμενα βασικό χαρακτηριστικό είναι ότι χρησιμοποιεί τη φωνή της σαν ένα όργανο και όχι με γνώμονα πόσες οκτάβες μπορεί να καλύψει ή πόσο καλό βιμπράτο διαθέτει. Η διαφορά είναι ότι εδώ όλα τα κομμάτια έχουν ένα κοινό τόπο. Η αφετηρία τους βρίσκεται σε αναγνώσματα που τη συντρόφεψαν στη διάρκεια ταξιδιών και κατά τη διαμονή της στις πόλεις που πέρασε τον περισσότερο χρόνο της: τη Λισαβόνα, το Άμστερνταμ, τη Βοστόνη και τη Νέα Υόρκη. Αναγνώσματα που κεντρικό τους θέμα είναι το μοναχικό ταξίδι, η εξερεύνηση του αγνώστου. Εικόνες, χρώματα, εντυπώσεις και συναισθήματα ξεχύνονται συνεχώς από τη φωνή της καθώς διαβάζει ένα ταξιδιωτικό κείμενο του John Steinbeck, καθώς τραγουδά στίχους του Cummings που έχει μελοποιήσει η ίδια, ή όταν αποδίδει με φωνητικά χωρίς λόγια σκηνές από την Οδύσσεια του Ομήρου, από το Μόμπι Ντικ του Melville, από ένα ιστορικό κείμενο του Ηρόδοτου. Μια φωνή που διηγείται ιστορίες όχι μόνο με τους στίχους τραγουδιών, αλλά και (κυρίως) με τις μελωδίες που επινοεί τη στιγμή της ερμηνείας, όπως άλλωστε κάθε καλός αυτοσχεδιαστής όποιο όργανο κι αν παίζει. Κεντρικός ο ρόλος του συμπατριώτη της κιθαρίστα Andre Matos που σχεδόν παντού αναπτύσσει μαζί με τη Serpa τα θέματα και τις μελωδίες, ενώ τη rhythm section απαρτίζουν η καναδέζα πιανίστα Kris Davis, ο μπασίστας Ben Street και ο ντράμερ Ted Poor.

Η Susana Santos Silva από το Πόρτο είναι μέλος δύο μεγάλων ορχηστρών: της εγχώριας Orquestra de Jazz de Matosinhos και της διευρωπαϊκής European Movement Jazz Orchestra. Η πρώτη τής έδωσε τη δυνατότητα να συνευρεθεί  με special guests όπως η Maria Schneider, η Carla Bley, ο Lee Konitz, ο Joshua Redman και ο Kurt Rosenwinkel, ενώ και με τις δύο περιοδεύει ανά την Ευρώπη. Το προσωπικό της ντεμπούτο Devils Dress πάντως είναι αμιγώς πορτογαλέζικο. Ηχογραφήθηκε στη Λισσαβόνα με ντόπιους μουσικούς και κυκλοφορεί από την Tone Of A Pitch, του χαρισματικού κιθαρίστα Andre Fernandes (γνώριμου από το Eurojazz της Αθήνας) που συμμετέχει στο κουιντέτο της, έχοντας κεντρικό ρόλο, ακριβώς όπως και ο Matos στο CD της Sepra. Το ομότιτλο κομμάτι, με τις συνεχείς εναλλαγές ανάμεσα στην τρομπέτα και την παραμορφωμένη κιθάρα και ανάμεσα στο ρουμπάτο και το σφιχτό γκρουβ, αντιπροσωπεύει ίσως περισσότερο από όλα το ταίριασμα του καθαρού ακουστικού ήχου με τον ηλεκτρισμό του ροκ που συναντάμε στο μεγαλύτερο μέρος του άλμπουμ. Η έντεχνη γραφή της Silva (έχει συνθέσει 6 από τα 8 κομμάτια του CD) είναι γεμάτη από ιδέες, από μελωδικές και ρυθμικές στροφές, σπάνια ακολουθώντας τη σειρά θέμα – διαδοχή των οργάνων στους αυτοσχεδιασμούς – θέμα, δεδομένου ότι το θέμα κατά καιρούς επανέρχεται, η πορεία αλλάζει κατεύθυνση, οι αυτοσχεδιασμοί γίνονται ομαδικοί. Η τρομπέτα μένει συνήθως στις μεσαίες συχνότητές της, το τενόρο του Ze Pedro Coehlo έχει πάντα καθαρό μελωδικό ήχο, ενώ η κιθάρα του Fernandes αλλάζει συνεχώς πρόσωπο. Σπουδαία δουλειά και από το μπάσο του Demian Cabaud και τα τύμπανα του Marcos Cavaleiro.

επαφές: www.saraserpa.com, www.susanasantossilva.com

Jazz & Tzaz, Νοέμβριος 2011

ECM Catalog

Δε φαντάζομαι να υπάρχουν πολλές άλλες δισκογραφικές εταιρείες για τις οποίες θα μας προκαλούσε μεγάλο ενδιαφέρον η έκδοση ενός καταλόγου και μάλιστα στα γιαπωνέζικα. Όμως η σχέση όσων παρακολουθούν την πορεία της εταιρείας του Manfred Eicher είναι σχέση ιδιαίτερη. Για διάφορους λόγους. Για τη σταθερά υψηλή ποιότητα των ηχογραφήσεών της, για τους καλλιτέχνες όπως ο Keith Jarrett, o Jan Garbarek ή ο Charles Lloyd, που η διαδρομή τους ακολουθεί πιστά τη δική της, για τα στάνταρντ αισθητικής που έθεσε, για το ντιζάιν των εξώφυλλών της.

Αν και η εμφάνιση αυτού του καταλόγου από τις εκδόσεις Kawade Shobo, αρχικά προοριζόταν να συμπέσει χρονικά με τη συμπλήρωση των σαραντάχρονων της εταιρείας, η κυκλοφορία του έγινε το καλοκαίρι του 2010. Υπεύθυνος της έκδοσης είναι ο Kenny Inoaka (επικεφαλής της ιστοσελίδας www.jazztokyo.com, παραγωγός και διανομέας για αρκετά χρόνια της ECM στην Ιαπωνία), ενώ ανάμεσα στους συγγραφείς είναι και ο πιανίστας Nobu Stowe (Jazz & Tzaz 190, Ιανουάριος 2009).

Ο πιανίστας Nobu Stowe, ένας από τους συγγραφείς του βιβλίου

Στις πρώτες 200 από τις 700 του σελίδες παρουσιάζονται με τη σειρά έγχρωμα τα εξώφυλλα (6 ανά σελίδα) των πάνω από 1.100 δίσκων που κυκλοφόρησε η εταιρεία, αρχής γενομένης με το “Free at Last” του Mal Waldron Trio στα τέλη του 1969 και φτάνοντας μέχρι την τριπλή επανέκδοση υλικού του Eberhard Weber υπό τον τίτλο “Colours” τον Ιανουάριο του 2010. Συμπεριλαμβάνονται, εκτός φυσικά από τις γνωστές σειρές Rarum και Works, και τα 5 DVD που φέρουν την ετικέτα της ECM, όπως και οι 41 τίτλοι της θυγατρικής JAPO. Η χρονική αυτή παράθεση των εξωφύλλων μάς δίνει τη δυνατότητα να παρακολουθήσουμε πώς εξελίχτηκε διαχρονικά το σπαρτιάτικο ντιζάιν της εταιρείας, ξεκινώντας από τα πολύχρωμα και διαφόρων τεχνοτροπιών εξώφυλλα της δεκαετίας του ’70 για να φτάσουμε στις σκουρόχρωμες, ως επί το πλείστον ασπρόμαυρες εικόνες που κυριαρχούν τα τελευταία χρόνια. Στις υπόλοιπες 500 περίπου σελίδες υπάρχει δίγλωσση αναφορά (στα γιαπωνέζικα και στα αγγλικά) στα πλήρη στοιχεία κάθε άλμπουμ (τίτλους και συνθέτες κομματιών, συμμετέχοντες, συντελεστές, ημερομηνία και τόπο ηχογράφησης), καθώς και ένας σύντομος σχολιασμός μόνο όμως στα γιαπωνέζικα.

Το βιβλίο είναι διαθέσιμο στην Ευρώπη μέσω του σάιτ της ECM.

Jazz & Tzaz, Νοέμβριος 2011

Cuong Vu


Leaps of Faith

Το Σιάτλ δεν είναι από τις πόλεις με τη μεγαλύτερη συμβολή στην εξέλιξη της τζαζ. Αντίθετα, ως γενέτειρα του Jimi Hendrix, του grunge, αλλά και αρκετών πετυχημένων νέων γκρουπ σαν τους Band of Horses και τους Fleet Foxes, την ξέρουμε περισσότερο σαν μια πόλη γεμάτη από ροκ. Τα τελευταία είκοσι περίπου χρόνια όμως το τζαζ δυναμικό της γίνεται όλο και πλουσιότερο, περιλαμβάνοντας μουσικούς που είτε γεννήθηκαν εκεί, είτε επέλεξαν να μένουν σε αυτήν την πόλη στο βορειοδυτικό άκρο της Αμερικής, όπως ο Bill Frisell, o Wayne Horvitz, o τρομπτετίστας Thomas Marriott, o ντράμερ Matt Jorgensen και εν προκειμένω ο τρομπετίστας Cuong Vu. Φαινόμενο που όπως μου είπε κατά την πρόσφατη γνωριμία μας ο Χρήστος Γωβέτας (διατηρεί στο Σιάτλ διάφορα μουσικά σχήματα που στηρίζονται στην ελληνική παράδοση και συμμετείχε στο “Intercontinentals” του Bill Frisell), δεν είναι συμπτωματικό αλλά έχει άμεση σχέση με την ποιότητα της μουσικής εκπαίδευσης, με σχολεία του επιπέδου του Roosevelt High School και του Garfield High School που βραβεύονται σχεδόν κάθε χρονιά στους μεγάλους διαγωνισμούς της χώρας.
Ιδιόμορφη η σχέση του Cuong Vu με την τρομπέτα, αφού επιδόθηκε σε αυτό το όργανο που όχι μόνο δεν ήταν η πρώτη του επιλογή, αλλά όπως έχει πει, κατά βάθος για αρκετό καιρό το μισούσε. Γεννημένος στη Σαϊγκόν βρέθηκε στην Ηνωμένες Πολιτείες από έξι χρόνων, όταν το 1975 η οικογένειά του εγκατέλειψε τη βιετναμέζικη πρωτεύουσα που καταλήφθηκε από το στρατό του Βόρειου Βιετνάμ. Ο πατέρας του που ήταν μουσικός, έπαιζε διάφορα όργανα, ανάμεσα στα οποία σαξόφωνο και τρομπέτα. Εντυπωσιασμένος από το σαξόφωνο ο μικρός, έλεγε ότι ήθελε να παίξει κι εκείνος το πνευστό, χρησιμοποιώντας τη λέξη horn. Η μητέρα του ακούγοντας τη λέξη αυτή νόμιζε ότι εννοούσε τρομπέτα και του αγόρασε μια για δώρο. Με βαριά καρδιά ο Cuong άρχισε να μελετά, κι όταν πια αποφάσισε ότι δεν του άρεσε, ένιωσε ότι είχε γίνει αρκετά καλός για να την παρατήσει. Παρόλο που προτιμούσε το ροκ, την ποπ και το φιούζον, ως τρομπετίστας που δεν ήθελε να ασχοληθεί με την κλασική μουσική, μελέτησε τζαζ στο New England Conservatory of Music. Από το 1994 ξεκίνησε την καριέρα του στη Νέα Υόρκη και εντάχθηκε στη downtown σκηνή της πόλης. Αν και η συμμετοχή του στο Pat Metheny Group (που βραβεύτηκε με Grammy για το “Speaking of Now” το 2002) του άνοιξε διάπλατα τις πόρτες για τη συνέχιση της καριέρας του στη Νέα Υόρκη, εδώ και μια πενταετία προτίμησε σε αναζήτηση μιας καλύτερης ποιότητας ζωής να επιστρέψει στο Σιάτλ, όπου πρόσφατα ανέλαβε καθήκοντα καθηγητή τζαζ στο πανεπιστήμιο της πολιτείας Washington.
Από το πρώτο του άλμπουμ “Bound” (2000), διάλεξε για μπασίστα στο γκρουπ του τον Stomu Takeishi, ενώ τα τελευταία 7-8 χρόνια έχει μόνιμο ντράμερ τον Ted Poor. Με αυτό το βασικό τρίο συν τον Luke Bergman, έναν μπασίστα με εντελώς διαφορετικό στιλ και μπακγκράουντ σε σχέση με τον Takeishi, ηχογράφησε ζωντανά το “Leaps of Faith” (Origin Records). Παρά την προσθήκη του δεύτερου μπασίστα, η ρυθμική βάση του γκρουπ δεν θα λέγαμε ακριβώς ότι επεκτάθηκε, αφού ούτε ο Bergman, με τις σκοτεινές γραμμές του Fender του, ούτε ο Takeishi που κινείται ως επί το πλείστον στις μεσαίες και υψηλές νότες του πειραγμένου ηλεκτρικού μπάσου, έχουν ευδιάκριτο ρυθμικό ρόλο. Πειραγμένη είναι και η τρομπέτα του Vu, που περνά διαρκώς μέσα από ηλεκτρονικά, όπως και οι διασκευές που καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος του CD. Τα τρία τζαζ στάνταρντ (“Body and Soul”, “All The Things You Are”, “My Funny Valentine”), το “Something” των Beatles και το “My Opening Farewell” του Jackson Browne αποδομημένα και σχεδόν απαλλαγμένα από το αρμονικό τους περίβλημα, αγνώριστα πλέον συγκλίνουν με τη μινιμαλιστική φύση των δικών του συνθέσεων. Εξίσου περιπετειώδες είναι και το κουαρτέτο Agogic, ένα άλλο πρότζεκτ με το οποίο δουλεύει ο τρομπετίστας, όπου συμμετέχουν ο σαξοφωνίστας/κλαρινετίστας Andrew D’Angelo, ο Bergman και ο ντράμερ Evan Woodle. Σε αντίθεση όμως με το “Leaps of Faith” το υλικό του “Agogic” (που εγκαινιάζει την εταιρεία Tables and Chairs Music) περίλαμβάνει μόνο πρωτότυπες συνθέσεις. Συνθέσεις που άλλοτε αναπτύσσονται αργά γύρω ένα άμπιεντ, υπνωτικό τέμπο (“Gently Shifting Next”, “Old Heap“, “Felicia”) και άλλοτε σπρώχνονται από το δυνατό μπιτ της νεανικής rhythm section (“Too Well”, “Use 2”, “En Se Ne”). Και στις δύο περιπτώσεις Vu και D’Angelo αλληλοσυμπληρώνονται με εκτεταμένους αυτοσχεδιασμούς.
www.cuongvu.com

Συνέντευξη με τον Cuong Vu
Είναι κάπως αστείο το πώς ξεκίνησες να παίζεις τρομπέτα. Αληθεύει ότι δεν σου άρεσε αυτό το όργανο;
Τώρα πια που έχω βρει τη φωνή μου σε αυτήν, που μπορώ να παίζω καλά και συγκριτικά να εξασκούμαι λιγότερο, μου αρέσει. Ήταν τόσο υπερβολικά δύσκολο όργανο, που εκείνη την εποχή «το μισούσα». Όταν ξεκίνησα να παίζω τρομπέτα δεν ήταν όχι η πρώτη, ούτε καν η τρίτη ή η τέταρτή μου επιλογή. Δεν πιστεύω ότι υπήρχε περίπτωση να επιλέξω αυτό το όργανο. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι θα ήταν καλύτερο για μένα να διάλεγα την κιθάρα ή τα τύμπανα ή και τα δυο. Όμως τη στιγμή που συνειδητοποίησα ότι θα μπορούσα να παίξω και κάποιο άλλο όργανο από αυτά που μου άρεσαν, η τρομπέτα απαιτούσε τόσο πολύ από το χρόνο μου που δεν μου επέτρεπε να εξασκηθώ αρκετά σε ο,τιδήποτε άλλο.

Υπάρχουν κάποιοι μουσικοί, τρομπετίστες ή και όχι, που θα έλεγες ότι έχουν καθορίσει τον τρόπο που παίζεις;
Ο Clifford Brown είναι ο μοναδικός που είχε τεράστια επίδραση πάνω μου. Η καλαισθησία του Miles Davis και το λιτό του παίξιμο με επηρέασαν επίσης πολύ. Αλλά διστάζω να αναφέρω τον Miles όταν μιλώ για τις επιρροές μου, γιατί το μυαλό των περισσότερων πηγαίνει στην ηλεκτρική του περίοδο. Όμως εγώ στην πραγματικότητα αν εξαιρέσουμε ένα-δύο δίσκους, δεν έχω ακούσει παρά ελάχιστα τη συγκεκριμένη δημιουργική του περίοδο.

Πώς άρχισες να ενσωματώνεις τα ηλεκτρονικά στο παίξιμό σου;
Χαζολογώντας στο στούντιο ενός φίλου. Δοκίμασα κάμποσα διαφορετικά πράγματα και τίποτα από αυτά δεν μου άρεσε, μέχρι που πέρασα την τρομπέτα από delay, που άρχισα να χρησιμοποιώ λούπες και να πειραματίζομαι μπαίνοντας σε διαφορετικές ηχητικές περιοχές.

από αριστερά: Stomu Takeishi, Cuong Vu, Ted Poor

Συνήθως δουλεύεις με ένα γκρουπ που έχει βασικό πυρήνα το Stomu Takeishi και τον Ted Poor. Προτιμάς να συνεργάζεσαι με ανθρώπους που είναι εξοικειωμένοι με τη μουσική σου και με αυτά που κάνεις;
Ναι. Είναι ο μοναδικός τρόπος που θέλω να δουλεύω στα δικά μου πρότζεκτ και θεωρώ ότι είναι ο καλύτερος για μένα.

Έχεις παίξει με τον Bill Frisell και τον Pat Metheny, δύο από τους κιθαρίστες με τη μεγαλύτερη επιρροή σήμερα. Ποιες είναι οι κυριότερες διαφορές στη συνεργασία με αυτούς τους δύο μουσικούς που έχουν εντελώς διαφορετική προσέγγιση ο ένας από τον άλλο;
Ο ένας είναι η γη και ο άλλος ο ουρανός. Αλλά και οι δυο είναι φοβεροί και τους αγαπώ το ίδιο. Είναι πολύ διαφορετικοί άνθρωποι με πολύ διαφορετικές προσωπικότητες και αυτό αντανακλάται στη μουσική τους. Προτιμώ να μην το αναλύσω και να αφήσω τους ακροατές να κάνουν τις δικές τους σκέψεις πάνω σε αυτό το θέμα. Είναι πολύ δύσκολο να τους συγκρίνω γιατί στη συνεργασία μου με τον Pat ήταν εκείνος ο ηγέτης του γκρουπ και εγώ ήμουν εκεί για να τον βοηθήσω να πραγματοποιήσει το δικό του όραμα. Έτσι, εκείνος με οδηγούσε και μου ζητούσε να κάνω διάφορα πράγματα που συνήθως δεν σκέφτομαι να κάνω. Αντίθετα ο Bill συμμετείχε σε πρότζεκτ όπου leader ήμουν εγώ και αποφάσιζα εγώ για το τι πρέπει να γίνει.

Μετά από δύο άλμπουμ στην Artistshare, με το “Leaps of Faith” επέστρεψες σε μια συμβατική δισκογραφική εταιρεία. Ποια ήταν η εμπειρία σου δουλεύοντας με μια ιντερνετική εταιρεία;
Ήταν σπουδαία εμπειρία αλλά απαιτούσε πάρα πολύ χρόνο. Δεν είχα κανέναν που να ασχολείται με τα διαδικαστικά της δουλειάς. Με τη θέση που έχω τώρα ως καθηγητής σε ένα από τα μεγάλα πανεπιστήμια (της Washington), δεν μπορώ να διαθέσω τόσο χρόνο και τόση αφοσίωση που χρειάζεται το να κάνει κανείς ένα δίσκο μόνος του. Η Origin records είναι λοιπόν πολύ καλή από αυτή την άποψη, δεδομένου ότι δεν επεμβαίνει με κανένα τρόπο στη δουλειά μου. Πάντως θα ‘θελα να δουλέψω με την ECM. Άκουσα από τον Tim Berne ότι ο Manfred (Eicher) είναι «το κάτι άλλο» και είναι εντελώς αφοσιωμένος στο όραμά του. Αυτός ο συνδυασμός ισχυρής γνώμης και δυνατού concept με τον οποίο δουλεύει είναι πολύ ενδιαφέρων και θα με ωθούσε να εξερευνήσω διαφορετικούς χώρους.

Το “Leaps of Faith” ξεκινά με τρία από τα χιλιοπαιγμένα στάνταρντ. Πιστεύεις ότι υπάρχει ακόμη χώρος για μια διαφορετική ερμηνεία τους;
Αυτή τη στιγμή το πιστεύω περισσότερο από ποτέ. Αλλά δεν θα έκανα αυτό το δίσκο αν δεν πίστευα ότι υπάρχουν άπειρα περιθώρια για να «σκάψει» κανείς πολύ – πολύ βαθύτερα ακόμη.

Και στα δύο τελευταία σου σχήματα, του Agogic και το 4-tet επιλέγεις κυρίως αργούς ρυθμούς και σκοτεινές γραμμές του μπάσου. Κάποτε είχες πει ότι σε φόβιζε το ότι μπορεί να ακούγεσαι όπως ο Herb Alpert ή ο Chuck Mangione …
Στην πραγματικότητα θα έλεγα ότι με διασκέδαζε και την ίδια στιγμή με φόβιζε το ότι ο κόσμος μπορούσε να κάνει αυτή τη σκέψη. Ποτέ δεν αφιέρωσα αρκετό χρόνο στη μουσική κανενός από τους δύο για να με επηρεάσουν με οποιοδήποτε τρόπο. Για να μην αναφέρω ότι ο τρόπος που παίζω δεν μοιάζει καθόλου με τον δικό τους. Απλά κάποιες φορές αναρωτιέμαι πώς ακούει ο κάθε άνθρωπος και πόσο ανόητος μπορεί να είναι κάποιος, ώστε να λέει πράγματα που δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματικότητα.

Jazz & Tzaz, Οκτώβριος 2011

Avram Fefer / Eric Revis / Chad Taylor

Avram Fefer / Eric Revis / Chad Taylor: “Eliyahu” (Not Two)

Τον Avram Fefer είχα να τον ακούσω δέκα περίπου χρόνια, από τότε που κυκλοφόρησε τους δύο πρώτους προσωπικούς του δίσκους. Ο ένας ήταν το “Calling All Spirits” με το τρίο του και ο επόμενος το “Few and Far Between” με το σπουδαίο πιανίστα Bobby Few και τον μπασίστα Wilber Morris σε μια από τις τελευταίες ηχογραφήσεις της ζωής του. Στο “Eliyahu” που είναι το δέκατο CD αυτού του αξιόλογου σαξοφωνίστα βρίσκω πολλά κοινά με το “Calling All Spirits”. Παρόμοιο σχήμα sax τρίο όπως και σε εκείνο και σταθερά με τον Eric Revis στο κοντραμπάσο, αλλά κυρίως την ίδια φλόγα και την ίδια ροπή προς την πνευματικότητα να το διαπερνά από την αρχή ως το τέλος. Ροπή η οποία ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο σαξοφωνίστας αφιέρωσε αυτό το δίσκο στη μνήμη του πατέρα του, που όπως λέει τον έμαθε «να αγαπά τη ζωή και να ζει την αγάπη». Σε αρκετά κομμάτια (όπως “Song for Dyani”, “Wishful Thinking”, “Essaouira”) οι ρυθμοί από τα τύμπανα του Chad Taylor (Chicago Underground Trio), όσο και οι γραμμές του κοντραμπάσου έχουν ευθεία σύνδεση με την καρδιά της Αφρικής. Είναι χαρακτηριστικό ότι και στα τρία αυτά κομμάτια (όλα τους ξεπερνούν τα 6 λεπτά σε διάρκεια) το σχήμα με το οποίο ξεκινά ο Revis, το επαναλαμβάνει απαράλλακτο μέχρι το τέλος. Αντίθετα στο “City Life” τού δίνει και καταλαβαίνει με πολύ γρήγορες περπατητές γραμμές και ένα ορμητικό σόλο. Το σαξόφωνο του Fefer ξεκινώντας συνήθως με απλά μελωδικά θέματα που αποτελούνται από μικρές φράσεις, ανεβάζει σιγά σιγά στροφές για να φτάσει σε δυναμικά ξεσπάσματα. Ακόμη και αυτά δεν υπολείπονται σε μελωδικότητα και ακόμη και τότε δεν παρασύρεται σε φλυαρίες. Όπως και συνολικά στο “Eliyahu” ακούμε τρεις μουσικούς που με το ουσιαστικό και γεμάτο πάθος παίξιμό τους μεταδίδουν την αφοσίωση που έχουν σε αυτό που κάνουν.

www.avramfefer.com

Jazz & Tzaz, Ιούλιος 2011

Wadada Leo Smith – Ed Blackwell

Wadada Leo Smith – Ed Blackwell: “The Blue Mountain’s Sun Drummer” (Kabell Records)
Δεν είμαι σίγουρος αν το “Interstellar Space”, ο τελευταίος στούντιο δίσκος του Coltrane, ήταν το πρώτο free jazz ντούο άλμπουμ για πνευστά και τύμπανα. Σίγουρα όμως λειτούργησε σαν μοντέλο για δεκάδες μουσικούς που από τότε (1967) μέχρι σήμερα ηχογράφησαν με ανάλογα σχήματα. Ανάμεσά τους ο Leo Smith και o Ed Blackwell, που έπαιξαν αρκετές φορές σε τετ α τετ συνθήκες (όπως με Gunter Sommer, Adam Rudolph, Jack DeJohnette ο πρώτος, ή με Dewey Redman και Don Cherry ο δεύτερος).

Η μεταξύ τους γνωριμία ξεκίνησε το 1969 στο Παρίσι, όπου ζούσε τότε ο Smith, ενώ ο Blackwell ήταν σε περιοδεία με το γκρουπ του Ornette Coleman. Τον Οκτώβριο του 1986 βρέθηκαν μαζί στο ραδιοφωνικό σταθμό του Πανεπιστημίου Brandeis, κοντά στη Βοστόνη, και ηχογράφησαν τα 10 κομμάτια του “The Blue Mountain’s Sun Drummer” σχεδόν χωρίς καμιά προετοιμασία, πέρα από κάποια σχεδιάσματα και μερικές υποτυπώδεις υποδείξεις του τρομπετίστα σχετικά με το περιεχόμενό τους. Ακόμη και σαν ντοκουμέντο και μόνο να το δει κανείς, δεδομένου ότι ο Blackwell πέθανε 6 χρόνια αργότερα, δύσκολα δικαιολογείται το ότι χρειάστηκε 25 χρόνια για να καταφέρει να βγει στο φως (πόσο μάλλον όταν η ποιότητα της εγγραφής κάθε άλλο παρά κακή ακούγεται), κάτι που τελικά έγινε μέσω της δισκογραφικής εταιρείας του Smith Kabell Records.

Όπως έλεγε ο Miles Davis στην αυτοβιογραφία του οι μεγάλοι τρομπετίστες «την κάνουν λαχείο» όταν παίζουν με μεγάλους ντράμερ. Αυτό φαίνεται να ισχύει και για τον Leo Smith που με αυτό το αρμονικά απογυμνωμένο σχήμα βγάζει ένα λυρισμό που δεν ακούγεται συχνά στις άλλες δουλειές του. Μελωδικός όπως πάντα είναι και ο Blackwell, που συνήθιζε να λέει ότι τα τύμπανα, ιδίως με τον τρόπο που παίζονται στην Αφρική, χρησιμοποιώντας την ένταση και τους διαφορετικούς τονισμούς μπορούν να διηγούνται ιστορίες και να είναι εξίσου μελωδικά με τα υπόλοιπα όργανα. Χωρίς παρτιτούρες, χωρίς ακόρντα, χωρίς τα πατήματα και την αρμονική κίνηση που υποδεικνύουν οι γραμμές του μπάσου, παρά μόνο με τη μονοφωνική μελωδία και τον αρχέγονο ρυθμό, οι δύο μουσικοί απολαμβάνουν την απόλυτη ελευθερία να πάνε όπου τους οδηγεί η στιγμή. Αυτό τους βοηθά να δώσουν περισσότερη έμφαση στην πνευματικότητα που ούτως ή άλλως χαρακτηρίζει τη δουλειά τους (μη ξεχνάμε ότι και οι δύο γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στον αμερικάνικο νότο), πράγμα που αποτυπώνεται και στους τίτλους των κομματιών (“The Celestial River”, “Arrows in the Garden of Light”, “A Blues Ritual Dance”, “Albert Ayler in a Spiritual Light”). Σε δύο κομμάτια, το “Seeds of a Forgotten Flower”) και το “Don’t you Remember”, ο Smith αφήνοντας την τρομπέτα για να παίξει το αφρικάνικο όργανο μπίρα και να τραγουδήσει, εισχωρεί στη τελετουργική παράδοση της μαύρης ηπείρου και προβάλλει τη βαθιά του πίστη στις ουμανιστικές αξίες και τη λυτρωτική δύναμη της μουσικής.

www.wadadaleosmith.com

Jazz & Tzaz, Ιούνιος 2011

Walt Weiskopf

Walt Weiskopf Quartet: “Live” (Capri Records)
Η ζωντανή αυτή ηχογράφηση του Walt Weiskopf με το κουαρτέτο του στο πανεπιστήμιο της South Carolina το 2008, δεν είχε γίνει με σκοπό να κυκλοφορήσει σε CD. Ο ξαφνικός θάνατος όμως του ντράμερ Tony Reedus σε ηλικία 49 ετών, οδήγησε το σαξοφωνίστα, σαν φόρο τιμής στον αγαπημένο φίλο και συνεργάτη του, να μετατρέψει το αρχικά προορισμένο για αρχειακό υλικό, στο πρώτο του live μετά από 15 περίπου στούντιο άλμπουμ (τα περισσότερα από τα οποία στην Ολλανδική Criss Cross).
Από άποψη περιεχομένου το CD δεν έχει και πολλά νέα πράγματα να παρουσιάσει, αφού το σετ εκείνης της βραδιάς περιλάμβανε δύο πασίγνωστα στάνταρντ (“Love for Sale” και “Blame it on my Youth”), μια πολύ όμορφη διασκευή του Weiskopf σε ένα σκοτσέζικο φολκ τραγούδι που την είχε πρωτοπαίξει πριν από αρκετά χρόνια, τέσσερις δικές του συνθέσεις που είχαν περιληφθεί κι αυτές σε προηγούμενες δουλειές του και ένα μόνο καινούριο κομμάτι. Μένουμε λοιπόν κυρίως στο ότι μας δίνει την ευκαιρία να ακούσουμε για πρώτη φορά live τον πολύ καλό αυτό τενορίστα και την άψογη επικοινωνία με το γκρουπ του που περιλάμβανε τον Reedus (τον αποκαλεί τον καλύτερο ντράμερ που γνώρισε ποτέ), τη γνωστή καναδέζα πιανίστα Renee Rosnes και τον μπασίστα Paul Gill. Χωρίς περιττά φτιασίδια και περίπλοκες ενορχηστρώσεις, οι τέσσερις μουσικοί βρίσκονται σταθερά σε στρέιτ πορεία, ακολουθώντας πιστά τη σειρά θέμα – αυτοσχεδιασμοί – θέμα και τις γνωστές τζαζ φόρμες, με το τενόρο να παίρνει τη μερίδα του λέοντος στο σολάρισμα. Εξαίρεση αποτελούν το “Dizzy Spells / Jay-Walking”, με την κλασικότροπη εισαγωγή του πιάνου και το “Scottish Folk Song” όπου κυριαρχεί το λυρικό στοιχείο. Αναπόφευκτα βέβαια δεν μπορούμε παρά να παρασυρθούμε σε συναισθηματικούς συνειρμούς από το γεγονός ότι στο άλμπουμ ακούγεται ο πρόωρα χαμένος σπουδαίος ντράμερ σε μια από τις τελευταίες του εμφανίσεις.

Επαφή: www.waltweiskopf.com

Nordic Connect

Nordic Connect: “Spirals” (ArtsitShare)

Σε συγγενικές σχέσεις, κοινή καταγωγή, παρόμοια κοινωνικά, οικολογικά και καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα, έχουν την αφετηρία τους οι σπείρες που ξετυλίγουν οι Nordic Connect.  Αν και είναι ένα γκρουπ με συλλογικό πνεύμα και με κανένα από τα μέλη του σε εμφανή ρόλο leader, κινητήρια δύναμη φαίνεται να είναι η τρομπετίστα Ingrid Jensen, αυτοσχεδιάστρια και συνθέτις καθιερωμένη δύο δεκαετίες τώρα και από την προσωπική καριέρα της, αλλά και σαν σταθερό μέλος της περίφημης Maria Schneider Orchestra.

Γεννημένη και μεγαλωμένη στον Καναδά από Δανό πατέρα η Ingrid Jensen, μαζί με την αδελφή της τη γνωστή σαξοφωνίστα Christine Jensen, αποτελούν τη γραμμή των πνευστών του κουιντέτου. Στο πιάνο είναι η φίλη τους πιανίστα Maggi Olin και στο μπάσο ο Mattias Welin, και οι δυο τους από τη Σουηδία, ενώ ο ντράμερ Jon Wikan εξίσου βόρειος (έχει γεννηθεί στην Αλάσκα, με νορβηγικές ρίζες), είναι σύζυγος της Ingrid. Ένας ακόμη σουηδός, ο κιθαρίστας Torben Waldorff, άντρας της Olin αυτός, έχει κάνει την παραγωγή του δεύτερού τους CD. Όλο αυτό το πλέγμα δεσμών επηρεάζει ποικιλοτρόπως και τη δουλειά τους. Το λέει ο τίτλος του άλμπουμ, το ίδιο το όνομά τους, το γράφουν ξεκάθαρα και σε ένα κείμενο στο εξώφυλλο του δεύτερου CD τους Spirals.

Η Βίκινγκ καρδιά που έχουν κληρονομήσει τούς έχει εμποτίσει με τη λαχτάρα να ταξιδέψουν στ’ ανοιχτά, να βυθιστούν στο μυστήριο και την περιπέτεια με τη μουσική τους. Αυτό δείχνει και το σχέδιο του καραβιού που σε δύο παραλλαγές διάλεξαν για εξώφυλλο στα δύο τους άλμπουμ. Ένα τέτοιο ταξίδι φαντάζεται κανείς ακούγοντας την εξέλιξη του “Travel Fever”, που ξεκινά γλιστρώντας γλυκά με τα απαλά ακόρντα των φέντερ ρόουντς και το όμορφο μελωδικό φύσημα της τρομπέτας. Η έξαψη και οι εκπλήξεις του ταξιδιού εμφανίζονται στην πορεία υπό τον drum ‘n’ bass ρυθμό που κρατούν τα τύμπανα και κορυφώνονται με ένα πυκνό σόλο από το τενόρο και τις γραμμές που παίζουν μαζί οι δύο αδελφές. Με παρόμοιο τρόπο αναπτύσσεται και το “Song for Inga”, με τις εξάρσεις που ακολουθούν το μελωδικό θέμα και τα σόλο από την τρομπέτα και το σοπράνο. Το αργό γκρουβ του “Earth Sighs” φέρνει το γκρουπ στην ατμόσφαιρα του φιούζον που έπαιζε ο Miles Davis στα τέλη της δεκαετίας του ’60, αίσθηση που γίνεται ακόμη εντονότερη με τα φέντερ ρόουντς, την περασμένη από ηλεκτρονικά τρομπέτα και το δυναμικό ρυθμό του “Brejk A Leg”. Miles θυμίζει και η τρομπέτα με σουρντίνα της Ingrid Jensen στο “M-Oving”, ενώ το αργόσυρτο μαρς “Ballad North” αφήνει χώρο σε όλα τα όργανα να συνομιλήσουν μεταξύ τους. Το αρμονικό πλαίσιο του “Castle Mountain” που θυμίζει τη δεκαετία του ’70 ευνοεί τα έντονα ρυθμικά ξεσπάσματα του Wikan και στον αντίποδα η γαλήνια μελωδία του “Yew” φτιάχνει ατμόσφαιρα για χαμηλόφωνους ρεμβασμούς από το σοπράνο και την τρομπέτα. Μέσα απ’ όλα αυτά το γκρουπ έχει διαμορφώσει έντονη προσωπικότητα κατανοώντας και ερμηνεύοντας τη Σκανδιναβική τζαζ μέσα από μια αμερικάνικη οπτική ή, γιατί όχι, και το αντίστροφο.

Επαφή: www.ingridjensen.com

Jazz & Tzaz, Μάιος 2011

Monsieur Dubois

Monsieur Dubois: “Slow Bombastik” (Flying High Records)

Το μότο Danceable Hard Jazz που χρησιμοποιούν για να προσδιορίσουν τη μουσική τους δημιουργεί εξαρχής θετική προδιάθεση για τους Ολλανδούς Monsieur Dubois, που μαζί με τα γκρουπ State Of Monc, The Jazzinvaders και Scallymatic Orchestra έχουν ιδρύσει μια ομάδα μουσικών με το όνομα Dutch Nu Jazz Movement. Όσοι φυσικά έχουν ακούσει το ντεμπούτο τους “Ruff” (2006) και το “Soul Integration” (2007), όπου συνεργάστηκαν με τον τρομπονίστα Joseph Bowie (Defunkt), ξέρουν καλά ότι πράγματι αυτές οι λέξεις περιγράφουν σωστά αυτό που κάνουν με μαεστρία. Να συνδυάζουν δηλαδή την τζαζ με χορευτικούς ρυθμούς χωρίς να κάνουν εκπτώσεις από πλευράς δύναμης, φαντασίας και αυτοσχεδιασμών. Με μικρές αλλαγές στη σύνθεση στα δώδεκα χρόνια από το ξεκίνημά του, το σεξτέτο από το Ρότερνταμ έχει γίνει ένα συμπαγές σύνολο που ανεβάζει τη θερμοκρασία στα ύψη.

Η «συνταγή» τους έχει την ίδια επιτυχία και στα 9 τραγούδια του “Slow Bombastik” (στο εξώφυλλό του οποίου ποζάρει μια όμορφη κοπέλα, από τη Θεσσαλονίκη όπως λένε οι πληροφορίες μας) με το ηλεκτρισμένο μπιτ που δημιουργούν τα πλήκτρα του Maarten Meddens, το κοντραμπάσο του Kasper Kalf και τα κρουστά του Rudi Sanders και του Chris Fehre και το σολάρισμα από την τρομπέτα του Daniel Nösig και το σαξόφωνο του Bart Wirtz που πηγάζει βαθιά από το μποπ και τη σόουλ τζαζ. Η ένταση χαμηλώνει σε ένα και μοναδικό κομμάτι που κατά περίεργο τρόπο έδωσε τον τίτλο του στο άλμπουμ. Στο τέλος του CD το “Chouffe Chouffe” που ανοίγει και κλείνει με το σφύριγμα του αέρα στην ερημιά μιας στέπας και μια γυναικεία φωνή που μιλά στα ρώσικα, ενώ στο ενδιάμεσο υπό το ρυθμό ενός μπλουζ μαρς σαξόφωνο και τρομπέτα παίζουν το παιχνίδι ερώτηση – απόκριση στην ατμόσφαιρα ενός συνωστισμένου κλαμπ κάποιας νότιας αμερικάνικης πολιτείας, μοιάζει να υπονοεί το γεφύρωμα αυτών των άκρων μέσω της καυτής μουσικής τους.

Επαφή: www.monsieurdubois.com

Jazz & Tzaz, Ιούνιος 2011

Lynne Arriale

Lynne Arriale: ¨Convergence¨ (Motema)

Πιανίστα με μακρά προϋπηρεσία η Lynne Arriale, δουλεύει ως επί το πλείστον με το τρίο της, δοκιμάζει όμως πού και πού να διαφοροποιεί αυτό το σχήμα. Στο καινούριο της CD το κάνει προσθέτοντας σε μερικά κομμάτια το τενόρο του σαξοφωνίστα Bill McHenry. Κάτι άλλο που συνηθίζει είναι να παρουσιάζει σετ που αποτελούνται από δικές της συνθέσεις και διασκευές όχι τόσο σε στάνταρντς αλλά σε ποπ και ροκ κομμάτια. Έτσι στο “Convergence” επιχειρεί τη «σύγκλιση» 6 original με δικές της εκδοχές για το “Paint it Black” των Rolling Stones, το “Here Comes the Sun” των Beatles, το “Sister Moon” του Sting, το “Something I Can Never Have” των Nine Inch Nails και το “Call Me’ των Blondie. Στις συγκεκριμένες διασκευές δεν συναντάμε το νεύρο και την ευρηματικότητα ας πούμε των Bad Plus (έχουν παίξει κι αυτοί Blondie), ή την εγκεφαλική διάσταση που δίνει σε γνωστά τραγούδια ο Brad Mehldau. Εκεί που επικεντρώνεται περισσότερο το ενδιαφέρον είναι στα δικά της κομμάτια, που προβάλλουν μια μοναδική αίσθηση της μελωδίας και της αρμονικής κίνησης.

Η πικρή μελωδία του “For Peace” βγάζει απίστευτη ομορφιά παιγμένη αρχικά στο τενόρο και στη συνέχεια στα ψηλά ρετζίστρα του κοντραμπάσου του Omer Avital και στα πλήκτρα της Arriale. Στις καλύτερες στιγμές του άλμπουμ το “Dance of the Rain”, με το ανατολίτικο θέμα του φέρνει απροσδόκητα σε πρώτο ρόλο το ούτι, που προφανώς παίζει ο μπασίστας αν και δεν αναφέρεται πουθενά κάτι τέτοιο, αλλά και τα up tempo κομμάτια “Elements”, “Convergence” και “Here and Now”, όπου το γκρουπ σουινγκάρει με όλη του τη δύναμη. Απ’ τις διασκευές η πιο πρωτότυπη είναι εκείνη του “Paint it Black”, με την Arriale και ιδίως τον Avital να οδηγούν σε νέο έδαφος το σκοτεινό ύμνο των Stones.

www.lynnearriale.com

Jazz & Tzaz, Μάιος 2011

Πέτρος Κλαμπάνης

“Contextual” (Inner Circle Music)

Στην πρόσφατή του συνέντευξή στο Jazz & Tzaz (Οκτώβριος 2010) ο Greg Osby μας είχε περιγράψει τις ποιότητες που αναζητά στους νέους μουσικούς που ηχογραφούν για την Inner Circle Music, την εταιρεία που δημιούργησε και διευθύνει εδώ και μια πενταετία: πρωτότυπη προσέγγιση στον αυτοσχεδιασμό και την ερμηνεία, γενναιόδωρες δόσεις πειραματισμού και εμπνευσμένη καινοτομία. Τα στοιχεία αυτά προφανώς τα είχε εντοπίσει και στον Πέτρο Κλαμπάνη αφού είχε αναφερθεί τότε με ενθουσιασμό σε εκείνον και τη συνεργασία τους που βρισκόταν στα σκαριά. Η συνεργασία αυτή καρποφόρησε με το “Contextual”, το πρώτο προσωπικό άλμπουμ του μπασίστα από τη Ζάκυνθο που κυκλοφορεί αυτό το μήνα διαδικτυακώς μέσω του www.innercirclemusic.com και του itunes.

Ο Πέτρος Κλαμπάνης, μέλος του γνωστού μας τρίο Trioism, μετά το πέρασμά του από το Άμστερνταμ, όπου σπούδασε στο Conservatorium van Amsterdam και έπαιξε με πολλούς γνωστούς μουσικούς, εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη. Στα τρία χρόνια που βρίσκεται εκεί απέκτησε μάστερ από το Aaron Copland School of Music, προσαρμόστηκε στους ρυθμούς της μεγαλούπολης (δεν είναι και το ευκολότερο πράγμα για έναν Ευρωπαίο) και το κυριότερο καταφέρνει σιγά σιγά να καθιερωθεί στη σκηνή της. «Η Νέα Υόρκη είναι μια πολύ δυναμική πόλη. Στο περιβάλλον της ζουν εκατομμύρια άνθρωποι και μεταξύ τους χιλιάδες καλλιτέχνες και μουσικοί», λέει ο Πέτρος που αυτό τον καιρό δουλεύει πυρετωδώς για να παρουσιάσει και να προωθήσει το άλμπουμ του. «Θεωρώ λοιπόν πως κάποιος χρειάζεται να καταναλώσει περισσότερη ενέργεια εδώ σε σύγκριση με αυτή που θα κατανάλωνε σε άλλες πόλεις, για να εδραιωθεί στον επαγγελματικό του χώρο. Η Νέα Υόρκη σαφώς προσφέρει ευκαιρίες, αλλά είναι μια σκληρή και αρκετά μοναχική πόλη. Θα έλεγα πως τα “άκρα” της ζωής εδώ είναι πιο έντονα από αυτά που έχει συνηθίσει ένας Έλληνας ή Ευρωπαίος και βέβαια η συνθήκη  αυτή επηρεάζει και τη μουσική της. Υπάρχει τόσο μεγάλη πολυφωνία στα στυλ της μουσικής, που είναι αδύνατο για κάποιον να παρακολουθήσει όλες τις εξελίξεις, στην ίδια του την πόλη. Με αυτήν την έννοια η διαδικασία προσαρμογής ενός μουσικού-και προφανώς και εμένα- σε ένα τόσο έντονο περιβάλλον, είναι αδιάκοπη-ευτυχώς. Νομίζω πως αυτός είναι ο λόγος για την ιδιαιτερότητα της μουσικής που παράγεται εδώ».

Πριν από ενάμιση χρόνο βρέθηκε στο τζαζ κλαμπ Fat Cat, όπου ένας φίλος, ο πορτογάλος κιθαρίστας Andre Matos, παρουσίαζε το άλμπουμ που μόλις είχε κυκλοφορήσει από την Inner Circle Music. Μέσω εκείνου γνωρίστηκε με τον Greg Osby. «Ο Greg Osby, ως ένας μουσικός με γνήσια, δημιουργική μουσική περιέργεια, έδειξε αμέσως ενδιαφέρον να ακούσει τη δουλειά μου, όταν του είπα πως εκείνο τον καιρό ήμουν στο στούντιο για να ηχογραφήσω τη μουσική μου. Του έστειλα ένα ντέμο με τρία από τα μέχρι τότε ηχογραφημένα κομμάτια του “Contextual” και με ένα πολύ θερμό e-mail, που αντίκρισα με μεγάλη χαρά, μου εξέφρασε το ενδιαφέρον του να συνεργαστούμε. Από τότε διατηρούμε συχνή επικοινωνία».

Το τεράστιο ηχητικό φάσμα που είναι διάχυτο στο νεοϋορκέζικο πολιτισμικό χωνευτήρι, αλλά και οι μουσικές με τις οποίες μεγάλωσε ο μπασίστας, συγκλίνουν στον βαθύ ξύλινο ήχο του κοντραμπάσου που βρίσκεται πάντα στο επίκεντρο του CD. «Έχω την τύχη να δουλεύω με μουσικούς που προέρχονται από διαφορετικές κουλτούρες, οπότε αυτό μου εξασφαλίζει το να έχω την ανάγκη να παρακολουθώ από κοντά πολλές μουσικές σκηνές της Νέας Υόρκης. Την πολυφωνία αυτή έχω επιχειρήσει να αναπαράγω και στο “Contextual”, θέτοντας το κοντραμπάσο σαν πυρήνα». Η εξαιρετική του μουσική κατάρτιση, οι διάφορες τεχνικές που έχει δουλέψει και οι συνδυασμοί των μουσικών που συμμετέχουν του δίνουν τη δυνατότητα να μετατοπίζει συνεχώς το πλαίσιο αναφοράς, φτιάχνοντας ένα πολύπλευρο αλλά και  συνεκτικό σύνολο. Έτσι το Κυκλαδίτικο «Θαλασσάκι» στέκεται δίπλα στο φιούζον “The Necessary Blonde” του Gary Willis και την αφηγηματική δική του σύνθεση “Lilly’s Promenade”, και τα τρία παιγμένα με συνοδεία κουαρτέτου εγχόρδων, όπως και το “Countdown” του Coltrane πλάι στο “Blackbird” των Beatles, το πρώτο σε ντουέτο με τον κιθαρίστα Paul Bollenback και το δεύτερο σε μια ευρηματική διασκευή με τη σπουδαία βοκαλίστα Gretchen Parlato. Με το δικό του κομμάτι “Mingum”, ρίχνει μια προσωπική ματιά στη μουσική του Charlie Mingus, χρησιμοποιώντας ένα όχι συνηθισμένο (μιλώντας για το μεγάλο τζάζμαν) σχήμα, το ντούο μπάσο – πιάνο, με τον David Berkman στο πιάνο. Την ίδια ποικιλομορφία συναντάμε και στα υπόλοιπα κομμάτια, παιγμένα μόνο με το κοντραμπάσο. Η γνωστή μελωδία του στάνταρντ “Skylark” ακούγεται με ένα σχεδόν εξολοκλήρου σε πρώτο χρόνο σόλο μπάσο, με συνεχείς διαδοχές από λεγκάτα, double stops και αρμονικές. Στις συνθέσεις του “Basscope” και “Blue Cave” με τη βοήθεια των πολλαπλών εγγραφών, μετατρέπει το μπάσο σε μια μικρή ορχήστρα εγχόρδων, ενώ στο “Basscape” πατώντας σε μια λούπα φτιαγμένη κι αυτή απ’ το μπάσο, κάνει το όργανο κρουστό, κρατά το ρυθμό και τα ακόρντα, παίζει τη μελωδία και αυτοσχεδιάζει.

Μετά από ένα τόσο δυνατό διεθνές δισκογραφικό ξεκίνημα, που αναδεικνύει το πλούσιο συνθετικό, εκτελεστικό και ενορχηστρωτικό ταλέντο του, οι προοπτικές για τον έλληνα μουσικό ανοίγουν διάπλατα και οι υποχρεώσεις του πολλαπλασιάζονται. «Προς το παρόν ετοιμάζω τις εμφανίσεις του τρίο μου, με τον κιθαρίστα Gilad Hekselman και τον κρουστό Bodek Janke, για την παρουσίαση του άλμπουμ μου στη Νέα Υόρκη, που είναι προγραμματισμένες το Μάη. Επιπλέον δουλεύω εντατικά για την οργάνωση του Zante Jazz Festival του 2011, μαζί με τους συνεργάτες μου Σπύρο Μάνεση και Διονύση Μπουκουβάλα. Ταυτόχρονα συνεργάζομαι με τη συνθέτη και τραγουδίστρια Μάγδα Γιαννίκου για το άλμπουμ του κοινού μας γκρουπ Banda Magda. Τέλος, ετοιμάζω το βίντεο κλιπ για μια από τις συνθέσεις μου που περιέχεται στο Contextual, με την καλλιτέχνιδα Ελένη Κυρμιζάκη».

Επαφή: www.petrosklampanis.com

Jazz & Tzaz, Απρίλιος 2011

Julie Tippetts – Martin Archer

The Other Side

Το γερμανικό βινύλιο της σειράς Rotation της Polydor, που ξαναπιάνω στα χέρια μου μετά από τόσα χρόνια, φαίνεται πόσο προέρχεται από μια άλλη εποχή. Όχι μόνο για τις δεκαετίες που κουβαλά στην πλάτη του, τις μνήμες και τις μυρωδιές που επαναφέρει, αλλά και για την τεράστια διαφορά που χωρίζει το τραγούδι της εικοσάχρονης Julie Driscoll με το αγορέ μαλλί που εικονίζεται στο γαλάζιο του εξώφυλλο, σε σχέση με το τι κάνει τώρα. Το “Open” του 1967 με την απίθανη διασκευή στο “Season of the Witch” του Donovan, ήταν ο πρώτος από τους δύο δίσκους της Driscoll με τον οργανίστα Brian Auger και τους Trinity, που κινούνταν μεταξύ σόουλ τζαζ και ψυχεδέλειας. Αμέσως μετά προτίμησε να συνεχίσει μόνη της παίρνοντας μια πορεία που την απομάκρυνε όλο και περισσότερο από ό,τι την είχε οδηγήσει τόσο νωρίς στην επιτυχία. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 και μετά, συνεργάστηκε με μουσικούς όπως ο Elton Dean, η Carla Bley, ο Paul Rutherford, ο Robert Wyatt και ο Evan Parker, αλλά τις περισσότερες φορές εμφανιζόταν στο πλευρό του άντρα της, του πιανίστα της τζαζ Keith Tippett, υιοθετώντας και το σωστό του επίθετο (συμπεριλαμβάνοντας δηλαδή και την κατάληξη s). Ο Martin Archer από την άλλη, αφού έπαιξε σαξόφωνο σε διάφορα βρετανικά τζαζ γκρουπ για 15 χρόνια, επικεντρώθηκε στους πειραματισμούς με το συνθεσάιζερ, τα ηλεκτρονικά και την παραγωγή στη δική του ανεξάρτητη εταιρεία Discus. Ο Archer βρέθηκε για πρώτη φορά με την Tippetts στα δύο άλμπουμ που έκανε με την ποιήτρια Geraldine Monk {το “Angel High Wires” του 2001 και το “Fluvium” του 2003) και αργότερα στο “In Stereo Gravity” (2008). Εσχάτως φαίνεται ότι βρίσκουν όλο και περισσότερους κοινούς τόπους που καταλήγουν σε στενότερη συνεργασία.

Μια επιλογή ποιημάτων της Tippetts που γράφτηκαν ανάμεσα στο 1994 και το 2004 έγινε η βάση για το πρώτο τους κοινό CD Ghosts of Gold (Discus 37). “This moonshine, transforming little shadows into monsters darkly hiding in the hedge” την ακούμε να ψιθυρίζει κάπου στο ξεκίνημα και να δίνει το στίγμα των 12 ντουέτων, όπου μισοαφηγείται – μισοτραγουδά τις στοιχειωμένες ιστορίες της, επενδυμένες από τους space κυματισμούς που ξετυλίγει ο Archer. Τη «μαγεία του απροσδόκητου» επικαλείται η τραγουδίστρια -βοκαλίστα να την πούμε καλύτερα- που μπήκε στο στούντιο χωρίς να έχει προηγηθεί καμιά πρόβα. Στα περισσότερα κομμάτια (“Moonshine”, “Run Another Road”, “The Winging”, “The Summons / Brittle Brimstone”, “The Ghostly Apparition”) πίσω από τη φωνή της στήνεται ένα σταθερό, αργά κινούμενο υπόβαθρο, πιο σπάνια (“The Bear That Walks At Night”) η συνοδεία αποκτά ένα πιο έντονο βιομηχανικό μπιτ, ενώ κάπου κάπου (“Parchment Dust”, “Daydreams & Candle-Light”) ο Archer την ακολουθεί κατά βήμα με το σαξόφωνο ή το κλαρινέτο. Παντού όμως η μουσική προσαρμόζεται στο gothic περιεχόμενο των στίχων.

Η καινούρια τους συνεύρεση επεκτείνεται και σε διάρκεια και σε όγκο. Το διπλό Tales of Finin (Discus 39) περιλαμβάνει 17 κομμάτια στα οποία συμμετέχουν άλλοι 8 μουσικοί, φέρνοντας επιπλέον ηλεκτρονικά, πλατό (με σάμπλινγκ από Art Blakey, Herbie Mann, Junior Walker κ.α.) αλλά και βιολιά, τσέλο, κρουστά και ηλεκτρική κιθάρα. Είναι επόμενο λοιπόν ο ήχος να πηγαίνει και προς περισσότερο δομημένες καταστάσεις, αγγίζοντας σε κάποιες περιπτώσεις τη μορφή του τραγουδιού και φτάνοντας στο “The Other Side” να ακούσουμε ακόμη και ένα σόλο κιθάρας (!) από τον Chris Sharkey των Acoustic Ladyland. Εκείνο που δεν αλλάζει είναι η περιήγηση της Tippetts γύρω από τις περιοχές του λυκόφωτος. Οι φωνές που ακούει, τα κελεύσματα του ανέμου και της θάλασσας, τα περάσματα στην άλλη πλευρά και σε άλλο χρόνο, οι μάχες πάνω σε κάστρα ενάντια στους σκοτεινούς της δαίμονες. Έτσι και σε πιάσει στο λεκτικό της ιστό, δε θέλει πολύ να παρεκτραπείς  προς τον αλλόκοτο και μυστηριώδη κόσμο της.

Επαφή: www.discus-music.co.uk

Jazz & Tzaz,  Απρίλιος 2011

Jason Robinson – Joey Sellers – Matt Weston – Ben Miller – Juozas Milasius – Jeff Aug

One is all

Jason Robinson

Η τζαζ ως αυτοσχεδιαζόμενη μουσική στηρίζεται στην αλληλεπίδραση, στο τι ακούει κάθε μουσικός και στο πώς αντιδρά σε ό,τι ακούει. Δεν αρκεί λοιπόν να μιλάμε κάθε φορά για ένα θέμα ή ένα σόλο που παίζεται πάνω στο υπόβαθρο που κρατούν τα άλλα όργανα, αλλά για ένα συλλογικό αποτέλεσμα που χτίζεται από τις ιδέες όλων των συμμετεχόντων. Τι γίνεται όμως όταν ένας μουσικός παίζει εντελώς μόνος και είτε εκμεταλλεύεται την τεχνολογία -οπότε μπορεί και να δίνει την αίσθηση ότι τον συνοδεύει ολόκληρη ορχήστρα- είτε του είναι αρκετό ένα μικρόφωνο, οπότε η αλληλεπίδραση αυτή εκλείπει εκ των πραγμάτων; Όταν ο αυτοσχεδιαστής έχει να κάνει με τις δικές του και μόνο ιδέες που θα πρέπει να αποδειχτούν ικανές να συγκεντρώσουν το ενδιαφέρον του κοινού στη διάρκεια μιας ολόκληρης συναυλίας ή μιας ηχογράφησης; «Δυο λάθος νότες μπορούν να καταστρέψουν τα πάντα» ισχυριζόταν ο Steve Lacy με τη βεβαιότητα της τριαντάχρονης και πλέον εμπειρίας με το σοπράνο του σε αυτού του είδους τις καταστάσεις. «Το ίδιο το υλικό καθορίζει το πώς θα το χειριστείς. Όσο περισσότερο το δουλεύω, τόσο ξεδιπλώνεται και παίρνει μορφή. Εδώ βρίσκεται και αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία: το υλικό έχει σκοπό να γίνει αυτό ακριβώς που θέλει. Εγώ είμαι απλά το μέσο σε αυτή τη διαδικασία».

Για τον καλιφορνέζο Jason Robinson το Cerberus Reigning” (Accretions) είναι ένα από τα τρία άλμπουμ που κυκλοφόρησε σχεδόν μαζί (καθένα από διαφορετική εταιρεία) και το δεύτερο μέρος μιας solo sax τριλογίας που ξεκίνησε με το “Cerberus Rising” το 2009. Εμπνεόμενος αφενός από τις σόλο δουλειές του Roscoe Mitchell, του Evan Parker και του John Butcher και αφετέρου από την ελληνική μυθολογία και την επιστημονική φαντασία, αφηγείται (όπως τουλάχιστον λέει) μια ιστορία με πρωταγωνιστή το εμβληματικό σαξόφωνο Κέρβερο με τις τρεις καμπάνες…  Χωρίς να παίζει με την τεχνική της κυκλικής αναπνοής, όπως κάνει για παράδειγμα ο Evan Parker, αναπτύσσει κάθε γραμμή του μέσα στα περιθώρια ενός φυσήματος, δουλεύει με τις παύσεις, ψάχνει τη μελωδία και μέσα στο θόρυβο. Αντίθετα όμως με το πρώτο μέρος της τριλογίας κάποιες στιγμές αντί για τενόρο παίζει φλάουτο, ενώ κάνει εκτενή χρήση ηλεκτρονικών φτιάχνοντας λούπες και παράλληλα ηχητικά στρώματα, πάντοτε όμως σε παρόντα χρόνο, χωρίς οποιαδήποτε επέμβαση στο στούντιο. Παρόλο λοιπόν που το “Cerberus Reigning” ξεκινά με τη λογική ενός solo sax άλμπουμ, επεκτείνεται πέρα από το όργανο, δεδομένης της επιλογής του Robinson να μην επικεντρώνεται στο ίδιο το σαξόφωνο, αλλά στο ρόλο του ως ερμηνευτή.

Μια ματιά στο βιογραφικό του επίσης καλιφορνέζου Joey Sellers δεν θα προϊδέαζε καθόλου για ένα CD σαν το What the…?” (Circumvention Music), που έρχεται να προστεθεί στην ακολουθία που περιλαμβάνει άλμπουμ για σόλο τρομπόνι μουσικών όπως ο George Lewis (κατά σύμπτωση ήταν δάσκαλος του Jason Robinson), ο Albert Mangelsdorff και ο Paul Rutherford. Κι αυτό γιατί το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς του σχετίζεται με τη μουσική για big band (με Lincoln Center Jazz Orchestra, Kenny Wheeler Large Ensemble, Toshiko Akiyoshi Orchestra μεταξύ πολλών άλλων). Όντως η ηχογράφηση αυτή προέκυψε εντελώς τυχαία. Μετά την απροσδόκητη ματαίωση μιας προγραμματισμένης δουλειάς, ο τρομπονίστας σκέφτηκε να παραμείνει στο στούντιο και να δοκιμάσει μόνος κάποιες ιδέες του. Με τη χαλαρότητα του απρογραμμάτιστου άρχισε να γίνεται όλο και πιο τολμηρός και να το διασκεδάζει. Έτσι προέκυψαν 22 σύντομα κομμάτια (ένα τους μόνο μόλις που ξεπερνά τα τρία λεπτά) γεμάτα πειραματισμούς αλλά και χιούμορ. Παίζει με τα multiphonics (την τεχνική με την οποία ενώ φυσά μια νότα τραγουδά μια άλλη δημιουργώντας συγχορδίες), χρησιμοποιεί κρουστά της στιγμής (π.χ. μια κανάτα), ανάμεσα στους αυτοσχεδιασμούς του λέει αστείες συνήθως φράσεις, ενώ στο “Chilled Green” -ένα από τα ελάχιστα κομμάτια που έχουν υποστεί επεξεργασία- απαγγέλλει το ομώνυμο ποίημα του Bukowski. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν και οι δύο «πειραγμένες» διασκευές του στο “Monk’s Dream” και στο “Stompin’ at the Savoy”, με το δεύτερο να διακωμωδείται.

Αν οι σόλο ηχογραφήσεις ζητούν περισσότερη συγκέντρωση (και υπομονή) από τον ακροατή, γίνονται ακόμη πιο απαιτητικές όταν μιλάμε για τύμπανα. Αυτός προφανώς είναι και ένας από τους λόγους που ο Matt Weston απ’ το Σικάγο επιμένει στις συχνές μικρές δόσεις της δουλειάς του και στην τακτική τού κάν’ το μόνος σου. Κάθε τόσο λοιπόν εμφανίζει και ένα μίνι άλμπουμ διάρκειας 15-20 λεπτών, όπου σύνθεση, παραγωγή, εκτέλεση, εκτύπωση, γίνονται όλα από τον ίδιο και η πώληση φυσικά μέσω της ιστοσελίδας του. Παρεμπιπτόντως στις 30/8/2009, συμβολικά δηλαδή ανήμερα του Αγίου Αλεξάνδρου, ο Weston είχε κυκλοφορήσει ένα CD με τίτλο “For Alexandros Grigoropoulos”. Το καινούριο του EP The Last of the Six-Cylinders” (7272 Music) είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Bill Dixon, που ήταν δάσκαλός του, και καθένα από τα τρία κομμάτια έχει πάρει τον τίτλο του από μια φράση που είχε πει ο σπουδαίος τρομπετίστας: “You’ve got to know how to wear a hat”, “I don’t want success, I want adventure”, “The reward has got to be that this is what you do”. Φράσεις που δίχως άλλο αντιπροσωπεύουν και τον τρόπο με τον οποίο δουλεύει και εκείνος. Στην πραγματικότητα εδώ δεν μιλάμε για σόλο ντραμς, αλλά για ένα ηλεκτροακουστικό σύνολο, που έχει υποστεί πολλαπλή επεξεργασία στο στούντιο. Κρουστά, ηλεκτρονικά και κιθάρες (όλα παιγμένα από τον Weston) ελάχιστα μπορούν να ακουστούν διακριτά μεταξύ τους και πρωταγωνιστής δεν είναι κανένα από αυτά, αλλά ο θόρυβος.

Με την εξερεύνηση του θορύβου καταγίνεται και ο κιθαρίστας Ben Miller, φίλος και συνεργάτης του Matt Weston, πάλαι ποτέ μέλος του γνωστού πανκ γκρουπ Destroy All Monsters και αδελφός του Roger Miller από τους Mission of Burma. Εδώ και μια δεκαετία ο Miller κάνει σόλο εμφανίσεις με το όνομα Ben Miller/degenaration. Στο LIVE Performances and Radio Broadcasts” (Tigerasylum Records) συγκεντρώνει μια σειρά ζωντανών ηχογραφήσεων που έκανε αυτή τη χρονική περίοδο μεταξύ Σικάγο και Νέας Υόρκης, με μόνη εξωτερική βοήθεια ένα σύντομο πέρασμα της κορνέτας του αδελφού του. Δύσκολο να διακρίνεις σε κάποιο κομμάτι συγκεκριμένο θέμα, αρχή – μέση – τέλος και να ξεχωρίσεις έστω και μια στιγμή κατά την οποία να ακούγεται κάποιος συμβατικός ήχος από το άγγιγμα των χορδών με δάκτυλα ή με πένα. Έχοντας την κιθάρα του σε οριζόντια θέση σαν να είναι κίμπορντ, ο Miller τη μετατρέπει σε πολυφωνικό μέσο, χρησιμοποιώντας μεταλλικά αντικείμενα, εργαλεία, τσατσάρες και δοξάρια και περνώντας την μέσα από παραμορφωτές και επεξεργαστές. Με τους βιομηχανικούς ήχους που παράγει υψώνει ένα τείχος που κινείται αργά σαν σύννεφο σκόνης σε ένα απόκοσμο περιβάλλον επιστημονικής φαντασίας.

Η θεωρία περί βραδύτητας βρίσκει εφαρμογή στοSlow” (Nemu Records) του Juozas Milasius. O λιθουανός έχει βάλει σκοπό του να κρατήσει το τέμπο και τους τόνους στο χαμηλότερο σημείο και στο μεγαλύτερο μέρος του CD παίζει όσο το δυνατόν λιγότερες νότες, επιλέγοντας λακωνικά, σαν να ‘ναι λέξεις σε ποίημα, μόνο εκείνες που είναι απολύτως απαραίτητες στο αργόσυρτο μινιμαλιστικό σκηνικό που στήνει με την καλωδιωμένη του κιθάρα. Τα θέματά του, αν και συχνά παίζουν με τις διαφωνίες, έχουν σχεδόν πάντα απτές μελωδικές γραμμές και συνδέονται περισσότερο με τον κινηματογράφο και με την πειραγμένη κάντρι του Bill Frisell, παρά με την τζαζ. Κινούμενες πάνω σε επάλληλα επίπεδα και μέσα σε βαριά ατμόσφαιρα, οι συνθέσεις του εξελίσσονται δραματικά σαν να θέλει να μιλήσει με σοβαρότητα μόνο για την ουσία. Από το σάιτ του, που στην τρέχουσα τουλάχιστον μορφή του δεν δίνει την παραμικρή πληροφορία για τον ίδιο, μπορεί κανείς να ακούσει ολόκληρο το άλμπουμ με τη συνοδεία βίντεο και εικόνων που βοηθούν στην ποιητική ανάγνωση αυτής της μουσικής.

Ακριβώς στον αντίποδα κινείται ο Jeff Aug με το χείμαρρο από νότες που ξεχύνεται από την unplugged ακουστική του. Ο αμερικανός κιθαρίστας (που ζει στη Γερμανία) πιστεύει ότι δικαιούται μια θέση στο βιβλίο Γκίνες για το κατόρθωμά του να εμφανιστεί μέσα σε 24 ώρες σε 6 διαφορετικές χώρες, αφού από τις 7 το απόγευμα της 13ης Μαρτίου 2009 μέχρι τις 5 το απόγευμα της επομένης έπαιξε στο Λιχτενστάιν, την Τσεχία, την Αυστρία, τη Γερμανία, το Βέλγιο και την Ολλανδία. Tο σίγουρο είναι ότι έχει οργώσει την Ευρώπη παίζοντας στο γκρουπ της Anne Clark (με μια στάση και στο Gagarin πριν από δύο χρόνια) και κάνοντας σαπόρτ στους Soft Machine, τον Allan Holdsworth, τους Rush και πολλούς άλλους. Με μοναδική παρέα την ακουστική του κιθάρα ηχογράφησε το τέταρτο προσωπικό του CD με τίτλο Living Room Sessions”. Οι 15 σύντομες συνθέσεις του προέκυψαν, όπως λέει, από υλικό που είχε γράψει για την Anne Clark και δεν μπορούσε να χωρέσει στο τελευταίο της άλμπουμ. Δύσκολο πάντως να φανταστούμε πώς θα έδενε ο σκοτεινός αστικός ήχος της Clark με τη δική του θεματολογία του, που τις περισσότερες φορές πηγάζει από την αμερικάνικη ύπαιθρο, σε κομμάτια όπως το παιχνιδιάρικο southern boogie του “Hoedown On The Chicken Farm” και του “Lousiana Voodoo Boogie” ή το χωρίς ανάσα φανκ του “Boots on Fire” και του “Chemical Funk”. Πληθωρικό παίξιμο, υψηλές ταχύτητες και έμφυτη αίσθηση της μελωδίας ακόμη και όταν χτυπά τις χορδές σαν να παίζει κρουστό είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του πολυτάλαντου κιθαρίστα, που με δύο βίντεο με τα οποία μπορούμε να αποκτήσουμε και εικόνα της fingestyle τεχνικής του, μας αποζημιώνει για τη σχετικά μικρή διάρκεια του CD.

Επαφές: www.jasonrobinson.com, www.circumventionmusic.com, www.mattweston.com, www.tigerasylum.com, www.milasius.com, www.jeffaug.com

Jazz & Tzaz, Μάρτιος 2011

Jon Irabagon

The Infinite Standard


Πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει να παινεύουν την τζαζ λέγοντάς την κλασική μουσική της Αμερικής, λες και της χρειάζεται να ντυθεί με τη σοβαρότητα και την πέραν αμφισβήτησης αξία της κλασικής μουσικής για να αποκτήσει και κείνη ανάλογη καλλιτεχνική βαρύτητα; «Αν και συχνά το διασκεδάζεις όταν παίζεις, η τζαζ είναι πολύ σοβαρή μουσική» έγραφε πριν από χρόνια σε ένα άρθρο του, σαν να όφειλε κάποιο είδος απολογίας, ο γνωστός πιανίστας και ένθερμος υποστηρικτής της «κλασικότητας» της τζαζ Billy Taylor. Αρκετά με τη σοβαροφάνεια και τον ακαδημαϊσμό, μοιάζει να απαντά με κάθε του κίνηση ο σαξοφωνίστας Jon Irabagon, που δεν κρύβει τη διάθεσή του να διασκεδάσει, να παραφράσει, να κάνει χιούμορ, να παίξει με την ιστορία και την παράδοση, υιοθετώντας  μια στάση που συγγενεύει με αυτή των Sex Mob του Steven Bernstein, των Lounge Lizards, του Ray Anderson, των Medeski, Martin & Wood.

Μέσα στα δέκα χρόνια που πέρασαν από τότε που πήγε στη Νέα Υόρκη για να σπουδάσει, ο νεαρός σαξοφωνίστας εκμεταλλεύτηκε κάθε ευκαιρία που του δόθηκε για να αποκτήσει εμπειρίες όχι μόνο στην τζαζ -από τη mainstream ως την πιο πειραματική μορφή της- αλλά και στο ροκ, την ποπ, το λάτιν, την κλασική μουσική. Το 2008 επιλέχτηκε για το πρώτο βραβείο του διαγωνισμού Thelonious Monk Jazz Competition από μια κριτική επιτροπή που αποτελούνταν από τον Wayne Shorter, τον Jimmy Heath, τον Greg Osby, την Jane Ira Bloom και τον David Sanchez. Είναι ιδρυτικό μέλος του κουαρτέτου με το εξωφρενικό όνομα Mostly Other People Do the Killing, που με το μότο “one hundred years of jazz history in every bite”, έχει βάλει σκοπό να ακουμπά ολόκληρη την τζαζ παράδοση, από τον Lewis Armstrong ως τον Evan Parker, με έναν ήχο που μεταμορφώνεται συνεχώς με απίστευτη ευελιξία. Ανάλογα με τις αναφορές που κάνει το γκρουπ στα άλμπουμ του είναι και τα εξώφυλλα που επιλέγει, τα οποία αναπαριστούν –πάντα με όρεξη για πλάκα- το ντιζάιν ιστορικών δίσκων: του “A Night in Tunisia” του Art Blakey στο “Shamokin!!!”, του “This is our music” του Ornette Coleman στο “ This Is Our Moosic”, του “Out of the Afternoon” του Roy Haynes στο “Forty Fort”. Ακόμη και τα κείμενα στα εσώφυλλα των CD, ο μπασίστας και leader του γκρουπ Moppa Elliott τα υπογράφει με το όνομα Leonard Featherweight (!).

Την ίδια γραμμή ακολουθεί και ο σαξοφωνίστας στο καινούριο του άλμπουμ “Foxy”, αφιερωμένο με το δικό του τρόπο στον sax trio ήχο του Sonny Rollins, που είχε αποτυπωθεί στο “Way Out West” του 1957. Κοπέλες με μπικίνι, στολή νοσοκόμας, νυφικό, ζαρτιέρες, εμφάνιση γοργόνας και σταθερά το τενόρο σύμβολο στο χέρι, ποζάρουν σε ένα τοπίο της άγριας δύσης, όπως ακριβώς είχε στηθεί και ο Sonny Rollins, ενώ εδώ το κείμενο υπογράφεται από τον … Roland Barf. Οι τίτλοι των δώδεκα κομματιών του CD είναι ομόηχοοι του κλασικού “Doxy” του Rollins. Αν μπορούμε βέβαια να μιλήσουμε για ξεχωριστά κομμάτια, αφού στην ουσία η μουσική κυλά χωρίς σταμάτημα για 80 σχεδόν λεπτά, με τον Irabagon χωρίς ανάσα να παραλλάσσει φράσεις εις το διηνεκές και τον μπασίστα Peter Brendler με τον βετεράνο ντράμερ Barry Altschul να τον ακολουθούν κατά πόδας.

www.jonirabagon.com

Συνέντευξη με τον Jon Irabagon

Έχεις δουλέψει με καλλιτέχνες τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους όσο ο Billy Joel και ο Ken Vandermark, ή ο Richard Marx και ο Dave Liebman. Πώς επηρεάζεται η δουλειά σου από αυτή τη μεγάλη γκάμα εμπειριών;
Πάντα μου άρεσαν πολλά διαφορετικά είδη μουσικής και όλες αυτές οι εμπειρίες με βοήθησαν να παίζω συγκεκριμένα στιλ με αυθεντικότητα, αφού συνεργαζόμουν με ανθρώπους που ήταν γνώστες τους. Αισθάνομαι πολύ περισσότερο άνετα να κινούμαι ανάμεσα στα διάφορα στιλ όταν έχω τη δυνατότητα να συνευρίσκομαι με ανθρώπους που ζουν και αναπνέουν μέσα σε ένα συγκεκριμένο είδος μουσικής. Με βοηθά να κατανοώ καλύτερα όχι μόνο καθένα από αυτά, αλλά και το τι συμβαίνει συνολικά σήμερα. Εκτός αυτού το να γνωρίζω και να βρίσκομαι μαζί με όλους αυτούς τους ανθρώπους είναι τεράστια βοήθεια, αφού καθένας έχει και τις δικές του απόψεις για τη μουσική, για την αλληλεπίδραση με τους άλλους μουσικούς. Όλα αυτά μου δίνουν τη δυνατότητα να επιλέξω διαφορετικές γνώμες και να διαμορφώσω τη δική μου.

Πώς σε βοήθησε το βραβείο που κέρδισες το 2008 στο Thelonious Monk Jazz Competition;
Το διαγωνισμό αυτό μπορεί να τον δει κανείς σαν μια ένδειξη επιδοκιμασίας από ένα ειδικό δίκτυο μουσικών. Θα ήταν τιμή αλλά και έκπληξη ακόμη κι αν έφτανα στα ημιτελικά. Το πιο σημαντικό από αυτό το Σαββατοκύριακο στο Λος Άντζελες ήταν το ότι μπόρεσα να γνωρίσω πολλούς από τους παλαιότερους μουσικούς με τους οποίους δεν είχα ξαναέλθει σε επαφή. Ανθρώπους όπως ο Greg Osby, ο Jimmy Heath και ο Wayne Shorter, που όλοι τους με έχουν επηρεάσει πολύ στις απόψεις μου για τον αυτοσχεδιασμό. Το ότι μπόρεσα να ανταλλάξω απόψεις μαζί τους για τρεις μέρες ήταν ό,τι σπουδαιότερο για μένα. Παραμένω σε επαφή μαζί τους. Όλοι τους με βοήθησαν να προσδιορίσω από πού προέρχομαι και τι κάνω με τη μουσική μου.

Στην προσωπική σου δουλειά αλλά και με στα άλμπουμ με τους MOPDTK φαίνεται ότι έχεις μια κλίση προς τον ήχο και το ντιζάιν της δεκαετίας του ’50 και των αρχών της δεκαετίας του ’60 και ότι προσπαθείς να συνεχίσεις αυτή την παράδοση.
Σίγουρα η τζαζ εκείνης της εποχής με επηρεάζει και είναι πηγή έμπνευσης για αυτοσχεδιασμό, αλλά αν και τα εξώφυλλα παραπέμπουν σε εκείνες τις ηχογραφήσεις, η ίδια η μουσική χρησιμοποιεί αυτή την περίοδο σαν σημείο εκκίνησης. Προφανώς και υπάρχει αγάπη για αυτή τη μουσική, αλλά μου αρέσουν και η παλιότερη τζαζ και η νεότερη, όπως και μουσική που δεν είναι τζαζ. Όμως οι δεκαετίες του ’50 και του ’60 είναι η περίοδος που έρχεται στο μυαλό των περισσότερων όταν σκέφτονται την τζαζ και συνεπώς αποτελούν ένα καλό σημείο εκκίνησης για τους MOPDTK.

Πάντως ο τρόπος που την αντιμετωπίζεις είναι αρκετά «βρώμικος» και γεμάτος χιούμορ.
Όλοι οι μουσικοί που αγαπώ περισσότερο είχαν παιχνιδιάρικη διάθεση και μια αστεία πλευρά στο παίξιμό τους. Υπάρχει αρκετό ψάξιμο μέσα σε αυτό το χιούμορ. Αυτά τα στοιχεία, η ικανότητα να δουλεύεις με κάτι παραπάνω από τις νότες, τις συγχορδίες, τις σταθερές διαδικασίες και τις φόρμες των τραγουδιών όταν αυτοσχεδιάζεις, είναι ό,τι με εξάπτει περισσότερο όταν ακούω ή όταν παίζω. Το χιούμορ είναι ένας τρόπος που σε βοηθά να σκέφτεσαι έξω από την πεπατημένη και να προσπαθείς να αναπτύξεις κάτι δικό σου.

Οι ακροατές και οι κριτικοί συνήθως κατατάσσουν τους μουσικούς της τζαζ είτε στο mainstream είτε στο αποκαλούμενο avant guard. Αισθάνεσαι ποτέ ενοχλημένος ή περιορισμένος από τέτοιου είδους κατηγοριοποιήσεις;
Οι κατηγοριοποιήσεις προσβάλλουν και τους μουσικούς αλλά και τους ακροατές. Δημιουργούνται μόνο και μόνο για να επιτρέπουν στους δημοσιογράφους να περιγράφουν τη μουσική που ακούνε. Όσο πιο εφοδιασμένος είναι ένας δημοσιογράφος, δηλαδή όσο περισσότερο ψαγμένος και μελετημένος είναι, και όσο περισσότερο γνώστης είναι του πώς γίνεται η μουσική, τόσο καλύτερες είναι οι περιγραφές του. Τελικά το ακροατήριο θα σχηματίσει από μόνο του άποψη για την ταυτότητα ενός μουσικού. Έχω δει κριτικούς που δεν το έχουν αυτό στο μυαλό τους με αποτέλεσμα να κάνουν κακό στη μουσική. Καλλιτέχνες που βάζουν όλη τους την καρδιά και το μυαλό σε αυτό που κάνουν μπορεί να γίνουν κομμάτια και να χάσουν ακροατήριο με μιας, αν σε έναν κριτικό αρέσουν συγκεκριμένα πράγματα και δεν ακούει με κατανόηση και ανοιχτά αυτιά. Το σημαντικότερο είναι ότι ο αδαής δημοσιογράφος μπορεί να αποτρέψει ένα δυνητικό ακροατήριο, κάτι που κάνει κακό και στην κριτική και στους μουσικούς.

Οι αυτοσχεδιαστές αντίθετα με άλλους καλλιτέχνες δημιουργούν σε παρόντα χρόνο. Εσύ πότε έχεις την αίσθηση ότι όλα πάνε καλά όταν βρίσκεσαι πάνω στη σκηνή;
Όσο νιώθω ότι και οι υπόλοιποι στο γκρουπ βρίσκονται στο ίδιο μήκος κύματος, αυξάνονται οι πιθανότητες να πάνε όλα καλά εκείνη τη φορά. Μου αρέσει το παίξιμο χωρίς ατομισμό που συνδυάζεται με δημιουργία ενέργειας και μελετημένες αποχρώσεις. Προσπαθώ να παίζω μόνο σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν αυτές οι προϋποθέσεις και όταν τα καταφέρνουμε να παίξουμε έτσι νιώθουμε ότι αυτός είναι ο σκοπός της ζωής μας.

Πώς προέκυψε η συνεργασία με τον Barry Altschul;
Ο μπασίστας Moppa Elliott και εγώ παίζαμε σαν τρίο με τον Barry το Δεκέμβριο του 2009 στο Stone, το κλαμπ του John Zorn στο Μανχάταν. Ήταν φοβερά διδακτική η εμπειρία να βρισκόμαστε μαζί, να συζητάμε, να κάνουμε πρόβες και να παίζουμε με εκείνον. Ήθελα να συνεργαστώ μαζί του και καθώς είχα ένα τρίο που κινούνταν σε αυτό το ανοιχτό αλλά γεμάτο σουίνγκ στιλ, ταίριαζε απόλυτα για να παίξει σε αυτό.

Κάθε κομμάτι του “Foxy” ακούγεται σαν να μην έχει αρχή και τέλος. Σαν να είναι απόσπασμα μιας ηχογράφησης που κρατά ώρες. Είναι γιατί όπως λέει και ο Roland Barf (!) στο εξώφυλλο του CD “το φάσμα όσων ακούμε είναι πεπερασμένο, ενώ το στάνταρντ είναι ατέλειωτο;”
Ναι έτσι ακριβώς συνέβη. Ηχογραφήσαμε ένα συνεχές κομμάτι που κράτησε 90 λεπτά. Περίπου κάθε δέκα λεπτά χαμηλώναμε την ένταση της ηχογράφησης. Συνεχίσαμε να παίζουμε και αφού είχε τελειώσει η διάρκεια του CD. Εκείνη την εποχή διάβαζα πολύ Μπόρχες και επηρεάστηκα πολύ στον τρόπο που συνέλαβα τη μουσική από τις ιδέες του.

Γιατί επέλεξες να παίζετε συνεχώς χωρίς να χαμηλώσετε καθόλου τους τόνους και να χαλαρώσετε έστω και για λίγο την ένταση;
Δουλεύαμε πάνω σε αυτό το κόνσεπτ για περίπου δώδεκα γκιγκ πριν κάνουμε την ηχογράφηση και η ιδέα ήταν να συνεχίζουμε σε αυτό το ασταμάτητο, διαρκώς εξελισσόμενο κομμάτι που ενσωμάτωνε περισσότερο σουίνγκ παρά ελεύθερο παίξιμο. Όταν βρεθήκαμε στο στούντιο το τρίο ήταν σε αυτή τη ζώνη και ήθελα να είμαι σίγουρος ότι η ηχογράφηση θα την κατέγραφε αυτή ακριβώς τη φάση. Έχουμε ξαναπαίξει μια – δυο φορές από τότε και παρατηρούμε ότι κάθε φορά η μουσική εξελίσσεται και επεκτείνεται. Ανυπομονούμε να καταγράψουμε αυτή την εξέλιξη.

Τι ετοιμάζεις αυτό τον καιρό;
Σχεδιάζουμε με το τρίο μια σύντομη ευρωπαϊκή περιοδεία το καλοκαίρι. Ακόμη επαναφέρω για μερικά γκιγκ και ελπίζω και μια ηχογράφηση το γκρουπ μου Outright!. Επίσης συνεχίζω να παίζω με το ντούο που έχω με τον ντράμερ Mike Pride, αλλά και με τους MOPDTK. Με το κουιντέτο της Mary Halvorson θα συνεχίσουμε να παίζουμε και να ηχογραφούμε και αυτή τη χρονιά. Είμαι πολύ χαρούμενος για όλη αυτή τη μουσική που με διασκεδάζει.

Jazz & Tzaz, Φεβρουάριος 2011

Peter Brendler, Barry Altschul, Jon Irabagon

Big Band Anima


Fred Ho and the Green Monster Big Band – Blood, Sweat, Drum ’n’ Bass Big Band – Fat Cat Big Band

Το πρώτο κομμάτι για big band που έγραψε ο βαρυτονο-σαξοφωνίστας, συγγραφέας και ακτιβιστής Fred Ho ήταν ένα μπλουζ εμπνευσμένο από τη νίκη του Βιετναμέζικου απελευθερωτικού αγώνα εναντίον της αμερικάνικης κατοχής την άνοιξη του 1974. Με πολύ πιο παραδοσιακό ήχο αλλά επίσης πολιτικοποιημένος και μαχητικός ο κιθαρίστας Jade Synstelien, στο “Fuck the man” χλευάζει “boo George Bush, boo nazi fascist supremacist, boo Ku Klux Klan” σε ένα από τα τρία άλμπουμ που έχει κυκλοφορήσει με την Fat Cat Big Band, το υλικό των οποίων προέκυψε εξολοκλήρου από ηχογραφήσεις που έγιναν μέσα σε ένα διήμερο. H 27μελής (!) Blood Sweat Drum ‘n’ Bass Big Band από την άλλη, έχει την αφετηρία της σε μια σουίτα βασισμένη στο drum‘n‘bass, που έγραψε ο ενορχηστρωτής και ηγέτης της Jens Chr. ”Chappe” Jensen, ο οποίος μόλις ολοκλήρωσε μια δουλειά εμπνευσμένη από τη μουσική της Συρίας. Στοιχεία που μας προϊδεάζουν για το ποιόν τριών εντελώς ασυνήθιστων μεγάλων συνόλων, με έδρα τη Νέα Υόρκη τα δύο πρώτα και το Άαρχους της Δανίας το τρίτο, που φέρνουν την big band jazz σε απόσταση ετών φωτός από το φημισμένο Lincoln Center.

Fred Ho

 

Λόγω της κινέζικης καταγωγής του ο Fred Ho βίωσε από μικρός την απόρριψη και την περιθωριοποίηση. Στην προσπάθειά του να ενταχθεί και να αφομοιωθεί στο περιβάλλον του ένοιωθε να καταπιέζεται και να χάνει την αυτοεκτίμησή του. Φτάνοντας στην εφηβεία προσπάθησε να μετατρέψει αυτά τα συναισθήματα σε αυτογνωσία, θετική ενέργεια και δράση. Άρχισε να μελετά βαρύτονο σαξόφωνο, μυήθηκε στις ιδέες των Αφροαμερικάνων ακτιβιστών, ασπαζόμενος για ένα διάστημα και το μουσουλμανισμό, και πήρε πτυχίο κοινωνιολογίας. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, αφού εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη και παρά την έντονη αντίδραση που συνάντησε από το σπίτι του κατέληξε ότι ήθελε να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη μουσική. Ξεκινώντας με το Afro Asian Music Ensemble το 1982 δημιούργησε πολλά δικά του σχήματα με τα οποία κυκλοφόρησε πάνω από 15 άλμπουμ στα οποία συνυπάρχουν η παραδοσιακή τζαζ (αν και αποφεύγει να χρησιμοποιεί τον όρο τζαζ, γιατί θεωρεί ότι έχει χρησιμοποιηθεί από τους λευκούς δυσφημιστικά για την αφρο-αμερικάνικη μουσική) με το αβάν γκαρντ και τις επιρροές από τις ασιατικές ρίζες του, με πολύ χιούμορ αλλά και ξεκάθαρα μηνύματα για τις πολιτικές του θέσεις. Θέσεις που αναλύει εμπεριστατωμένα στα βιβλία που έχει γράψει, όπως το “Legacy to Liberation” και το “Sounding Off! Music as Subversion / Resistance / Revolution”.

Παρά το σοβαρό πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει εδώ και τρία χρόνια δε χάνει την όρεξη για δουλειά και εμφανίζεται μάχιμος και γεμάτος χιούμορ με τη δεκαοκταμελή Green Monster Orchestra, ποζάροντας στο εξώφυλλο του Celestial Green Monster” καταπράσινος και σφριγηλός καθ’ ομοίωση του Σρεκ. Η διασκευή του “Spiderman Theme” και η μετατροπή του “In-A-Gadda-Da-Vida” των Iron Butterfly σε μια ευφάνταστη -κάπου κάπου μέχρις υπερβολής- σουίτα με 5 μέρη, φέρνουν στο προσκήνιο τα αγαπημένα ακούσματα του Ho καθώς μεγάλωνε τη δεκαετία του ’60. Από τα δικά του κομμάτια τα δύο είναι οι πρώτες του συνθέσεις για big band (“Blues for Freedom Fighters” και “Liberation Genesis”), ενώ το τρίτο το “The Struggle for a New World Suite”, άλλη μια σπονδυλωτή σύνθεση, είναι ένα δαιδαλώδες φανκ, με σουίνγκ και επικές στροφές και στα 38 λεπτά του διαγράφει από πολλές όψεις αυτή την πληθωρική προσωπικότητα που έτσι και έλθεις σε επαφή μαζί της είναι δύσκολο να μην την προσέξεις.

Fat Cat Big Band

 

Ο τριανταεξάχρονος κιθαρίστας Jade Synstelien, ονειρευόταν από παιδί να δημιουργήσει μια big band. «Ήθελα να μοιάσω στον Duke, τον Mingus, τον Basie, από τότε που ήμουν παιδί και το καλοκαίρι του 2001 μετακόμισα από το Νέο Μεξικό στη Νέα Υόρκη για να πάω στο τζαζ κλαμπ Smalls και να φτιάξω την ορχήστρα μου», μας είπε σε μια σύντομη συνομιλία που είχαμε μαζί του. Η Fat Cat Big Band, ξεκίνησε όμως όχι από το Smalls αλλά από το παραπάνω από ευρύχωρο Fat Cat Jazz Club που άνοιξε στο Greenwich Village υπό την ίδια διεύθυνση. Οι τρεις μεγάλοι leader που αναφέρει ο κιθαρίστας και περισσότερο από όλους ο Mingus ακούγονται καθαρά στα δύο άλμπουμ της ορχήστρας (Angels Praying for Freedom” και Meditations on the War for Whose Great God is the Most High You are God”), αν και ταυτόχρονα εξωτερικεύονται και οι πλούσιες επί σκηνής εμπειρίες του Synstelien. «Είμαι επαγγελματίας μουσικός από τα δεκαπέντε μου και μέσα στο συνήθως ασταμάτητο αγώνα της μουσικής επιβίωσης, πάντα έψαχνα για σταθερή δουλειά με καλούς τραγουδιστές που έχουν εξασφαλισμένα γκιγκ. Έτσι αφού απέκτησα αρκετή εμπειρία σε όλα τα στιλ, συνέχισα να εξασκούμαι για να βελτιώνομαι σαν μουσικός και το πιο σπουδαίο μαθαίνοντας να συνοδεύω άλλους εξοικειώθηκα με το να κάνω όλες τις διαφορετικές μουσικές να γίνονται μία».

Πάνω σ’ όλες αυτές τις μουσικές προσθέτει συχνά και μια πολιτική διάσταση, γιατί πιστεύει ότι οι καλλιτέχνες οφείλουν να βγάζουν όσα πιστεύουν μέσα από την τέχνη τους. «Η μουσική μου σχετίζεται με τη γνώση της αρετής και της πραγματικότητας, του κάρμα και της ματαιότητας, της σωτηρίας όλων των όντων από τα βάσανα και το θάνατο, με το πώς θα γίνουμε πιο φωτισμένοι. Έχω γράψει για την ορχήστρα μου 132 συνθέσεις. Από αυτές μερικές έχουν πολιτικό χαρακτήρα, αφού πιστεύω ότι δουλειά του καλλιτέχνη είναι να μοιράζεται την αλήθεια όπως τη βλέπει με το κοινό. Ένα από αυτά τα κομμάτια λέγεται “Fuck the Man”, γιατί αυτή είναι η αλήθεια για την εξουσία ανεξαρτήτως προσώπων». Μ’ αυτή τη λογική αν και καταφέρθηκε με σφοδρότητα εναντίον του George Bush και προέτρεπε τον κόσμο να τον καταψηφίσει, δεν δείχνει καμιά εκτίμηση και στο πρόσωπο του Barrack Obama. «Όλοι οι πρόεδροι είναι ανδρείκελα. Αυτοί που ελέγχουν το χρήμα ελέγχουν όλους του μεγάλους οργανισμούς και τις κυβερνήσεις του κόσμου και είναι εύκολο γι αυτούς να χειριστούν οποιαδήποτε διαδικασία είτε πρόκειται για εκλογές είτε για ο,τιδήποτε άλλο, ώστε να επωφεληθούν οι λίγοι. Δεν μιλώ για συνομωσίες, εννοώ ότι αν κατέχεις το χρήμα αγοράζεις τα πάντα. Η απάντηση σε όλα τα προβλήματα είναι η αγάπη και η συμπόνια. Για να σταματήσει η βία η επανάσταση πρέπει να είναι μη βίαιη. Επανάσταση είναι η αγάπη. Ο “μεγάλος θεός” που φοβόμαστε είμαστε εμείς οι ίδιοi, γι αυτό πρέπει να είμαστε καλοί με τους άλλους».

Blood, Sweat, Drum & Bass Big Band

 

Ο Jens Chr. ”Chappe” Jensen, έμπειρος σαξοφωνίστας, ενορχηστρωτής και καθηγητής στη μουσική ακαδημία του Άαρχους, πήρε την ιδέα να σχηματίσει την ορχήστρα του από τη δουλειά που έκανε με τους μαθητές του. Η Blood, Sweat, Drum ’n’ Bass Big Band έχει πολύ χαμηλό μέσο όρο ηλικίας, με συνέπεια τα μέλη της να φέρνουν φρέσκιες ιδέες και νεανικά ακούσματα σε αυτή την επιβλητική ορχήστρα που αποτελείται από 3 φωνές, 14 πνευστά, 2 κιθάρες και ένα ογκώδες ρυθμικό τμήμα με 2 κιμπορντίστες, 2 κοντραμπασίστες και 3 ντράμερ. «Πάντοτε εμπνέομαι από τους συντελεστές της ορχήστρας μου», λέει ο δανός leader. «Όλα τα κομμάτια του καινούριου άλμπουμ έχουν γραφτεί από εκείνους και μεταφέρουν τις επιρροές τους. Μου αρέσει να πειραματίζομαι με όλα τα στιλ και τις εκφράσεις που βρίσκω ότι έχουν ενδιαφέρον για μια big band με τόσο ευέλικτο rhythm section». Παρά το μέγεθός της ο Jensen καταφέρνει να κρατά ενεργή την ορχήστρα σχεδόν δέκα χρόνια τώρα, με αρκετές εμφανίσεις κάθε χρόνο. «Παίρνουμε επιχορήγηση και από την κεντρική διοίκηση και από την πόλη του Άαρχους, μετά από αιτήσεις για χρηματοδότηση που κάνουμε κάθε χρόνο. Για φέτος έχουμε εξασφαλίσει περίπου 40.000 ευρώ από το κράτος και 13.000 ευρώ από το Άαρχους. Πολλοί χώροι στη Δανία που επιχορηγούνται και αυτοί από το κράτος, μπορούν και πληρώνουν από 3.000 έως 6.000 ευρώ για κάθε γκιγκ. Κάνουμε ετησίως περίπου 10-15 συναυλίες στη Δανία και άλλες 3-5 στην υπόλοιπη Ευρώπη».

Επιβλητικό το τέταρτο άλμπουμ της BSDBBB Asa Nisi Masa” σε όλες τις πτυχές του, από τα μέταλ ριφ του σημαντικού νορβηγού κιθαρίστα και σαξοφωνίστα Jørgen Munkeby (Jaga Jazzist) και τα φωνητικά που θυμίζουν τους Yes στο κομμάτι με τον ίδιο τίτλο, ως τον ονειρικό κόσμο της Bjork (“Stay On The Surface”) και το drum & bass (“Ev’rything Is Good”). Το CD πήρε τον τίτλο του από την αινιγματική φράση που συνόδευε τον πρωταγωνιστή Μαρτσέλο Μαστρογιάνι από τα παιδικά του χρόνια στην ταινία 8½ του Φελίνι. «Τον διάλεξε ο rgen Munkeby που συνέθεσε και το κομμάτι. Ο λόγος που ήθελα να πάρει αυτόν τον τίτλο το άλμπουμ είναι η σημασία πίσω από τη φράση, που προφανώς σχηματίστηκε προσθέτοντας τις συλλαβές “sa”, “si” και “sa” πίσω από τις συλλαβές της λέξης anima. Η λέξη anima σημαίνει ψυχή, δύναμη ζωής και σχετίζεται επίσης με τα καταπιεσμένα θηλυκά χαρακτηριστικά των ανδρών. Θέλω να πιστεύω ότι και οι ακροατές θα βρουν το άλμπουμ γεμάτο ψυχή». Με το επόμενο ακόμη  πιο φιλόδοξο πρότζεκτ του Jensen, η ορχήστρα ανοίγεται και στη μουσική της ανατολής. Το λάιβ “On the Road to Damscus”, όπου πρωταγωνιστικό ρόλο έχουν το ούτι και το νέι, παιγμένα από δύο ντόπιους μουσικούς (Essam Rafae και Moslem Rahal αντίστοιχα) προγραμματίζεται να κυκλοφορήσει την άνοιξη.

www.bigredmediainc.com

www.mutablemusic.com

www.bloodsweatdrumnbass.com

www.fatcatbigband.com

Jazz & Tzaz, Ιανουάριος 2011

Simona Premazzi

Simona Premazzi: “Inside In” (self-published)

Γεννημένη στο Μιλάνο και με σπουδές στο κλασικό πιάνο, η Simona Premazzi έχει ενταχθεί πλήρως στη τζαζ σκηνή της Νέας Υόρκης, όπου ζει εδώ και μερικά χρόνια καταφέρνοντας να πλαισιώνεται μόνιμα από μουσικούς πρώτης γραμμής. Στο “Inside In”, το δεύτερο CD της, τη βρίσκουμε με τον Stacy Dillard (Fat Cat Big Band, Wycliffe Gordon) στο σαξόφωνο, τον Ryan Berg (Anthony Woonsey, Lenny White) στο μπάσο και τον Rudy Royston (Bill Frisell, Ben Allison) στα τύμπανα.

Έχοντας ακούσει και το πρώτο της άλμπουμ, το πιάνο τρίο “Looking for an Exit”, εντοπίζουμε κάποια στοιχεία χαρακτηριστικά της δουλειάς της, που με τους τίτλους τουλάχιστον που έχουν τα δύο CD, δείχνει πως τη διαπερνά μια αγωνία να εξωτερικευτούν όσα «ακούει» μέσα της η πιανίστα. Στο γράψιμό της υπάρχει έντονος λυρισμός αλλά και χαλαρότερες στιγμές με λάτιν επιρροές, ενώ όποτε παίζει στάνταρντς της αρέσει να τα μεταμορφώνει με πρωτότυπες εισαγωγές και ριζικές ρυθμικές αλλαγές. Ακόμη και στις περιπτώσεις που τα θέματα έχουν «ευρωπαϊκή» χροιά, η ανάπτυξη και οι αυτοσχεδιασμοί της έχουν τη βάση τους στο μποπ και το ποστ μποπ, με μια πλούσια και ευρηματική φρασεολογία. Γι αυτό και της πάει το συγκεκριμένο γκρουπ που σουινγκάρει δυνατά και ιδιαίτερα ο Dillard με τον πεντακάθαρο τόνο και τις συναρπαστικές αφηγήσεις του τενόρου του. Σε δυο περιπτώσεις η Premazzi επεκτείνεται σε νέο για εκείνη έδαφος με ηλεκτρικό ήχο, ραπ φωνητικά από τον Baba Israel Mcee, αλλά και φωνητικά εν είδει απαγγελίας από την ίδια. Συνολικά άλλη μια πολύ καλή δουλειά από μια δημιουργό που η πορεία της έχει πάρει την ανιούσα.

www.simonapremazzi.com

Jazz & Tzaz, Ιανουάριος 2011


Daniel Bennett

Folk jazz stories

Με αφορμή ένα κείμενο του Φώντα Τρούσα για το γνωστό καρτουνίστα Robert Crumb θυμήθηκα δύο άλμπουμ του Daniel Bennett που άκουσα πρόσφατα, μια και τα εξώφυλλα και των δύο δείχνουν την ασυνήθιστη εμμονή του νεαρού σαξοφωνίστα με τα καρτούν. Οι χαρακτήρες και τα σκίτσα που υπάρχουν σε αυτά συνδέονται άμεσα με τους τίτλους και το περιεχόμενο των συνθέσεών του, ενώ το ένα από τα CD (το άλλο είναι λάιβ), το “Legend of Bear Thompson” είναι το δεύτερο μέρος μιας τριλογίας όπου πρωταγωνιστούν τα αγαπημένα του ζώα, οι αρκούδες… Πέρα από αυτά, μια άλλη ιδιαίτερη προτίμηση του Bennett είναι αυτή για την αμερικάνικη φολκ, η οποία επηρεάζει σε τέτοιο βαθμό τις μελωδίες του και τον τρόπο που παίζει σαξόφωνο, φλάουτο και κλαρινέτο, που συνηθίζει να αποκαλεί τη μουσική του φολκ τζαζ.

Όταν o Bennett ήταν μαθητής ο διευθυντής της σχολικής μπάντας τού είχε πει ότι τα χείλη του ήταν πιο κατάλληλα για τρομπέτα, εκείνος όμως είχε επιλέξει εξαρχής το σαξόφωνο, όχι γιατί είχε από τόσο νωρίς κατασταλάξει ότι θα ασχολούνταν με την τζαζ -άκουγε άλλωστε παράλληλα κλασική, μινιμαλισμό, ποπ και φολκ- αλλά γιατί του φαινόταν ότι είναι το πιο εντυπωσιακό όργανο. Ο δρόμος που θα ακολουθούσε ξεκαθάρισε όταν στις αρχές της δεκαετίας πήγε στη Βοστόνη για να συνεχίσει τις σπουδές του στο New England Conservatory με δασκάλους όπως ο Jerry Bergonzi και ο George Garzone. Τότε περίπου έφτιαξε και το γκρουπ του. Ο ντράμερ Bob Moses ήταν εκείνος που εντόπισε στο παίξιμο του τις συνεχείς αναφορές στη φολκ και τον ώθησε να ψάξει εκεί τον ήχο του. Έτσι βρήκε την ταυτότητά του το Daniel Bennett Group, αρχικά ως τρίο με σαξόφωνο/φλάουτο, κιθάρα και κοντραμπάσο, ταιριάζοντας την αυτοσχεδιαστική ελευθερία του Ornette Coleman με τις λιτές φόρμες του Steve Reich και τις μελωδίες Nick Drake. Αυτά σε συνδυασμό με το ότι ο Bennett συνθέτει πάντα όχι με το πιάνο αλλά με μια κιθάρα και ότι του αρέσει να γράφει θέματα που τραγουδιούνται εύκολα, διαμόρφωσαν ένα λιτό στιλ που επικεντρώνεται πάντα γύρω από τη μελωδία και που συνήθως χρησιμοποιεί επαναλαμβανόμενες και απλές αρμονικές δομές. Το “A Nation of Bears” και το “Legend of Bear Thompson” ξεκίνησαν την τριλογία των αρκούδων που αναμένεται να συμπληρωθεί στις αρχές του 2011, ενώ πριν από λίγους μήνες ως κουαρτέτο πλέον, το Daniel Bennett Group κυκλοφόρησε το “Live at the Theatre”.

www.danielbennettgroup.com

Συνέντευξη με τον Daniel Bennett

Θα ‘θελες να μας πεις δυο λόγια για την τριλογία που έχει σχέση με τις αρκούδες;

Έχω μεγάλη μανία με τις αρκούδες. Συχνά μοιάζουν και συμπεριφέρονται σαν τους ανθρώπους. Τους αρέσει να τρώνε το φαγητό μας και μοιάζουν να εκδηλώνουν μια αίσθηση του χιούμορ που με αγγίζει. Το 2004 αποφάσισα να ηχογραφήσω τρία ξεχωριστά άλμπουμ που θα ακολουθούσαν μια ιστορία με χαλαρό περίγραμμα στην οποία θα πρωταγωνιστούσε ένας χαρακτήρας με το όνομα Bear Thompson. Το πρώτο από αυτά, το “A Nation of Bears” κυκλοφόρησε το 2004, ενώ το επόμενο ήταν το “The Legend of Bear Thompson” το 2007. Είμαι στην ευχάριστη θέση να αναγγείλω ότι ηχογραφούμε το τρίτο αυτό το φθινόπωρο και η παγκόσμια κυκλοφορία του θα γίνει τον Ιανουάριο του 2011.

Συνήθως δουλεύεις έχοντας στο μυαλό μια ιστορία που συνδέει τα κομμάτια μεταξύ τους;

Για να πω την αλήθεια τα τραγούδια συνδέονται πολύ χαλαρά με την ιστορία. Δεν θέλω η μουσική μου να ακολουθεί πιστά μια γραμμή. Αν όμως βρεθεί κάποιος στην κατάλληλη διάθεση μπορεί να βρει ότι υπάρχει μια σύνδεση ανάμεσα στα τραγούδια.

Πώς προέκυψε το ενδιαφέρον σου να σχετίζεις τη μουσική σου με καρτούν;

Τα λατρεύω τα καρτούν! Μου αρέσει να βλέπω όλες αυτές τις παλιές ιστορίες του Ντόναλντ Ντακ. Μεγάλωσα βλέποντας τον GI Joe και τον He-Man. Ακόμη και τώρα έχω πάνω από 300 φιγούρες του GI Joe. Η γυναίκα μου λέει ότι είμαι τρελός… Σκέψου ότι έχω όλες αυτές τις φιγούρες στολισμένες στο διαμέρισμά μας στο Μανχάταν… Είχα πάντα την αίσθηση ότι οι εικαστικές τέχνες και οι μουσική σχετίζονται στενά μεταξύ τους με πολλούς τρόπους.

Με ποιο τρόπο συνεργάζεσαι με τους καλλιτέχνες που φτιάχνουν τα καρτούν για τα CD σου;

Είχα την τύχη να συνεργαστώ με τον Timothy Banks που σκιτσάρισε το “A Nation of Bears” και το “Live at the Theatre”. Ο  Timothy –που είναι ετεροθαλής αδελφός μου- έχει δουλέψει στο Cartoon Network και σε πολλές γνωστές εταιρείες. Στο “The Legend of Bear Thompson” συνεργάστηκα με τον Peter Lazarski που είναι πολύ γνωστός καρτουνίστας. Γράφει και σκιτσάρει στο ίντερνετ μια καταπληκτική σειρά κόμικς που λέγεται Imaginary Monsters (www.imaginarymonsters.com). Κάθε φορά που συνεργάζομαι με κάποιον του δίνω μια γενική ιδέα για το περιεχόμενο του άλμπουμ κι από κει και πέρα είναι ελεύθερος να φτιάξει ό,τι θέλει εκείνος.

Εκτός από την ιδέα με το χαρακτήρα που πρωταγωνιστεί στο άλμπουμ, τόσο τα θέματα όσο και οι τίτλοι των κομματιών δείχνουν κι αυτά μια δυνατή σχέση με τη φύση.

Ναι, μου το λένε συχνά αυτό. Δεν προσπαθώ να το κάνω με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο, αλλά οι φολκ επιρροές που υπάρχουν στη μουσική μου φαίνεται ότι παραπέμπουν σε εικόνες από τη φύση.

Πολλοί αποκαλούν τη μουσική σου φολκ τζαζ. Υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο γεγονός που σε έκανε να αρχίζεις να συνδυάζεις τα δύο αυτά είδη;

Ναι. Το 2002 που ζούσα στη Βοστόνη και σπούδαζα στο New England Conservatory, είχα την τύχη να τζαμάρω κάμποσες φορές με τον ντράμερ Bob Moses. Ο Bob μου είπε ότι ακούγοντάς με να παίζω σαξόφωνο διέκρινε ότι ήμουν επηρεασμένος από την αμερικάνικη φολκ και με παρότρυνε να αναπτύξω το δικό μου ήχο. Εκείνη την εποχή επίσης είχα αρχίσει να γράφω δικά μου κομμάτια όπου υπήρχαν φολκ μελωδίες παιγμένες πάνω σε ασυνήθιστο μέτρημα. Πάντα αισθανόμουν ότι οι μελωδίες αυτές ταίριαζαν απόλυτα με το σαξόφωνο. Τότε περίπου ξεκίνησα να παίζω και φλάουτο. Όλα αυτά με οδήγησαν στη φολκ τζαζ.

Ποιες θα ‘λεγες ότι είναι οι κυριότερες επιρροές σου;

Μου αρέσουν όλα τα είδη της μουσικής αρκεί να υπάρχει μια δυνατή μελωδία. Για μένα αυτό είναι που μετρά περισσότερο. Αισθάνομαι περισσότερο συνδεδεμένος με τους καλλιτέχνες με τους οποίους έχω συνεργαστεί ή έχω μοιραστεί τη σκηνή. Είχα την ευκαιρία να παίξω με το Charlie Hunter Trio, τον Bill Frisell, τον Billy Martin (των Medeski, Martin & Wood), το James Carter Organ Trio, τον David Fiuzcynski, τον Jerry Bergonzi, τον Denison Witmer και τους Joy Electric. Καθένας τους με έχει επηρεάσει με τον τρόπο του. Ακούω επίσης Steve Reich, Philip Glass και John Adams και υπάρχουν πολλά μινιμαλιστικά στοιχεία στη μουσική μου.

Έχεις πει ότι συνθέτεις πάνω στην κιθάρα και ότι παίζεις το σαξόφωνο σαν να πρόκειται για ένα όργανο της φολκ. Πώς επιδρούν όλα αυτά στη μελωδική και την αρμονική σου προσέγγιση;

Αφήνω πάντοτε τη μελωδία να έχει το πάνω χέρι στα τραγούδια μου. Το ότι γράφω με την κιθάρα μού δίνει τη δυνατότητα να τραγουδώ δυνατά όσο συνθέτω. Αφού γρατσουνίσω για λίγη ώρα μπορεί να προκύψει μια καλή μελωδία. Βέβαια είναι μια διαδικασία που κρατά πολλή ώρα και κάνω πολλές δοκιμές και διορθώσεις. Συνήθως γράφω τη μελωδία και τα ακόρντα ταυτόχρονα και φέρνω το τραγούδι στο συγκρότημα. Υπάρχει πάντοτε μια «περίοδος κύησης» πριν το τραγούδι πάρει την τελική του μορφή. Μέσα σε αυτήν περιλαμβάνονται και οι ζωντανές εκτελέσεις που κάνουμε στις οποίες παρακολουθούμε την εξέλιξη του κομματιού. Παίζουμε σε πάνω από 100 συναυλίες κάθε χρόνο και έτσι είναι εύκολο για μας να κάνουμε το υλικό μας να εξελιχθεί.

Με τις συνθέσεις να έχουν επίκεντρο τη μελωδία η μουσική σου γίνεται πολύ προσιτή. Πώς αντιδρά συνήθως στις συναυλίες σας το κοινό που δεν ξέρει πολλά πράγματα για τη τζαζ;

Έχουμε την τύχη να προσελκύουμε τους λάτρεις της φολκ, αλλά και φίλους του ροκ και νομίζω μια καλή μελωδία μπορεί να τραβήξει οποιονδήποτε. Αυτός άλλωστε είναι και ο στόχος μας. Δεν προσπαθούμε συνειδητά να καταταγούμε σε μια συγκεκριμένη μουσική σκηνή. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι η μουσική μου να είναι ειλικρινής και αυτό προσελκύει τον κόσμο.

Τι σχεδιάζεις για το επόμενο διάστημα;

Όπως είπα τον Ιανουάριο κυκλοφορούμε το τρίτο μέρος της τριλογίας και θα περιοδεύσουμε για μεγάλο διάστημα για να το προωθήσουμε, κάτι που συνεχίζουμε να κάνουμε και για το ζωντανό μας άλμπουμ “Live at the Theatre”, που είναι διαθέσιμο παντού. Στο άλμπουμ αυτό, που  ηχογραφήθηκε κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας στην οποία μοιραζόμαστε τη σκηνή με το τρίο του Charlie Hunter, υπάρχει η διαφορετική ενέργεια που έχουμε όταν παίζουμε ζωντανά. Η βάση μας είναι η Νέα Υόρκη αλλά θα ήθελα να κάνουμε περισσότερες εμφανίσεις στην Ευρώπη για να επεκτείνουμε το ακροατήριό μας. Πρόσφατα περιοδεύσαμε στην Ιταλία και την Ελβετία μαζί με ένα γνωστό world music συγκρότημα, τους Musaner, στους οποίους έπαιζα τενόρο. Ελπίζω να τα καταφέρουμε να ξανάρθουμε στην Ευρώπη και τον επόμενο χρόνο.

Jazz & Tzaz, Δεκέμβριος 2010

Asaf Sirkis

Asaf Sirkis Trio: “Letting Go” (Stonedbird Productions)
Αρκετά αλλαγμένος εμφανίζεται στο “Letting Go” ο Ισραηλινός ντράμερ Asaf Sirkis, σε σχέση τουλάχιστον με το προηγούμενο πρώτο CD με το συγκεκριμένο λονδρέζικο τρίο του, όπου συμμετέχουν ο συμπατριώτης του μπασίστας Yaron Stavi και ο χαρισματικός κιθαρίστας Τάσσος Σπηλιωτόπουλος.

Χωρίς να του λείπουν οι «κλασικές» φιούζον στιγμές, ο ήχος είναι λιγότερο ηλεκτρισμένος και πιο φωτεινός και δεν παραλείπει -πώς θα μπορούσε άλλωστε λόγω καταγωγής και των τριών μουσικών- τα περάσματα από τη μεσόγειο και τη μέση ανατολή, κάνοντας και μια στάση στην πόλη που έχει συνδέσει με τα παιδικά του χρόνια ο ντράμερ με το “Waltz for Rehovot”. Ακόμη ανατολικότερα και δη προς Ινδία επιχειρεί να κατευθυνθεί με το “Chennai Dream” ο Sirkis, αν και η κιθάρα κάνει διαρκώς νύξεις τύπου Bill Frisell προς την κάντρι. Η φυσαρμόνικα του βιρτουόζου Patrick Bettison πλουτίζει με όμορφους νοσταλγικούς χρωματισμούς το “Other Stars and Planets” και το “Ima”, ενώ Σπηλιωτόπουλος και Stavi εναλλάσσονται στη μελωδία του “Lady of the Lake” σε μια επίδειξη λακωνικότητας. Ο έλληνας κιθαρίστας χειρίζεται με χαρακτηριστική άνεση τις υψηλές ταχύτητες, στις λίγες περιπτώσεις που βρίσκει την ευκαιρία (“Letting Go”, “Full Moon”) σε αυτό το ουσιαστικό και χωρίς ακροβατικά φιούζον.
www.asafsirkis.co.uk

Jazz & Tzaz, Δεκέμβριος 2010

Επόμενη σελίδα: »


Κατηγορίες

Email me:

vagarag at freemail.gr

Blog Stats

  • 20,496 hits
Watch videos at Vodpod and other videos from this collection.

 

Ιανουαρίου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Δεκ    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031  

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.