Clarinet Things

Το κουαρτέτο σαξοφώνων, με τη δυνατότητά του να καλύπτει επαρκώς τις αρμονικές και ρυθμικές λειτουργίες και τις δυναμικές ενός γκρουπ ακόμη και χωρίς ηλεκτρική ενίσχυση, είναι το πιο διαδεδομένο μικρό, αμιγές σχήμα πνευστών στην τζαζ. Το World Saxophone Quartet, που έχει μπει στην πέμπτη δεκαετία διαρκούς και δημιουργικής παρουσίας, είναι φυσικά ο γνωστότερος εκπρόσωπος του είδους. Αντίστοιχα γκρουπ με κλαρινέτα, χωρίς να είναι σπάνια, δεν είναι το ίδιο συχνά. Το Clarinet Summit, στο οποίο συμμετείχαν ο John Carter, ο Alvin Batiste, ο Jimmy Hamilton και ο David Murray, ήταν μια από τις πιο ενδιαφέρουσες συνευρέσεις βιρτουόζων, με περιορισμένη όμως χρονική διάρκεια. Αντίθετα, δύο πολυπράγμονες μουσικοί, γερμανός ο ένας, καλιφορνέζα η άλλη, εδώ και αρκετά χρόνια επανέρχονται σταθερά στα all clarinet συγκροτήματά τους.

Ο 55χρονος Gebhard Ullmann μοιράζει το χρόνο του μεταξύ Βερολίνου και Νέας Υόρκης και μεταξύ των πολλών γκρουπ στα οποία συμμετέχει παίζοντας σαξόφωνο, φλάουτο και μπάσο κλαρινέτο. Από τα γκρουπ αυτά ξεχωρίζουμε το κουαρτέτο Conference Call (με τον πιανίστα Michael Jefry Stevens, τον μπασίστα Joe Fonda και τον ντράμερ George Schuller), το κουαρτέτο του με τον τρομπονίστα Steve Swell, το σταθερό του γκρουπ Basement Research (κι αυτό με τον Steve Swell) και το πιάνο τρίο με τον Art Lande και τον Chris Dahlgren.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 δημιούργησε το The Clarinet Trio, το οποίο όπως λέει ο ίδιος είναι σαν ένας μικρόκοσμος όλης της υπόλοιπης δουλειάς του. Τα δύο άλλα μέλη του τρίο, επίσης γερμανοί, είναι ο Juergen Kupke και ο Michael Thieke, που αντικατέστησε τον Theo Nabicht. Το ρεπερτόριό τους βασίζεται συνήθως σε συλλογικά κομμάτια που προκύπτουν από αυτοσχεδιασμούς, σε σποραδικές διασκευές και κατά κύριο λόγο σε συνθέσεις του Ullmann. Σε αυτές τις τελευταίες εστιάζει και το “4” (Leo Records), τέταρτο προφανώς άλμπουμ του τρίο, με μία μόνο κοινή σύνθεση και ένα σύντομο πέρασμα από το “Homogenous Emotion” του Ornette Coleman. O Ullmann οδηγεί το τρίο να πειραματιστεί σε διάφορους χώρους και καταστάσεις, διασχίζοντας την κεντρική Ευρώπη, τα Βαλκάνια και την Αμερική. Στο “May 5” που αναπτύσσεται πάνω σε ένα ανατολίτικο θέμα, στο χαλαρό μπλουζ “Blaues Viertel”, που παίζει με τις διαφωνίες τύπου Monk, στο “Catwalk  Münzstrasse” που προσπαθεί να πιάσει το σφυγμό ενός πολυσύχναστου βερολινέζικου δρόμου, αλλά και στα γαληνεμένα νερά του “Waters”, τα τρία κλαρινέτα παίρνουν άφθονο χρόνο να εξερευνήσουν μυστήρια και διαθέσεις. Το “News? No News!” που το θέμα του θυμίζει έντονα Mingus, μετά το οργανωμένο ομαδικό χάος και τη ροπή προς την κακοφωνία, καταλήγει με ένα εντυπωσιακό ξέσπασμα από το μπάσο κλαρινέτο του Ullmann. Από την άλλη το μινιμαλιστικό “Geringe Abweichungen Von Der Normτο”, που κυλά αργά πάνω στις συγχορδίες που σχηματίζουν τα τρία πνευστά και το “Kleine Figuren”, με τα δύο μέρη και την παραλλαγή του, αντιπροσωπεύουν το πιο «ελεγχόμενο» πρόσωπο του τρίο, το ελεγχόμενο σε εισαγωγικά όμως, γιατί εντάσεις και εξάρσεις δε λείπουν ούτε εδώ.

Το Clarinet Thing, με leader την Beth Custer, είναι αρκετά πιο κοντά στην παρτιτούρα σε σχέση με το Clarinet Trio, αν και δεν είναι λίγες οι φορές που αφήνεται κι αυτό να παρασυρθεί μακριά. Ξεκινώντας με την Club Foot Orchestra, μια ορχήστρα που γράφει και ερμηνεύει πρωτότυπη μουσική για βουβές ταινίες, είκοσι πέντε περίπου χρόνια τώρα, η κλαρινετίστα με έδρα το Σαν Φρανσίσκο παίζει με διάφορα δικά της γκρουπ, αλλά και πολλά γνωστά ονόματα (Fred Frith, Sex Mob, Chris Cutler, Mark Eitzel, Snakefinger, Violent Femmes). Μια από τις πιο αξιόλογες δουλειές της ήταν η μουσική επένδυση για το “My Grandmother” (ο αυθεντικός τίτλος ήταν «Τσέμι Μπέμπια»), μια βουβή ταινία του 1929 του γεωργιανού σκηνοθέτη Κότε Μικαμπερίτζε (Jazz & Tzaz 160/161).

Αν και σχηματίστηκε το 1989, το Clarinet Thing έχει κυκλοφορήσει μόλις δύο CD, το λάιβ “Agony Pipes and Misery Sticks” (2005) με τη μορφή κουιντέτου και πιο πρόσφατα ως κουαρτέτο το “Cry, Want”. Οι υπόλοιποι συντελεστές του είναι ο Ben Goldberg, ο Harvey Wainapel, και ο Sheldon Brown. Όπως και το προηγούμενο, το δεύτερο αυτό άλμπουμ είναι ένα μίγμα original και διασκευών. Τρεις από τις διασκευές προέρχονται από το “Fusion” του Jimmy Giuffre και μια από αυτές δίνει τον τίτλο της και στο CD. Με ελάχιστες εξαιρέσεις τα κομμάτια είναι πλήρως ενορχηστρωμένα και κινούνται εντός φόρμας. Πίσω από το όργανο που κάθε φορά παίζει το θέμα ή αυτοσχεδιάζει, τα υπόλοιπα φτιάχνουν μια πολυφωνική υπόκρουση και η γκάμα που καλύπτουν γίνεται πολύ ευρεία με τον βαθύ και ιδιαίτερο ήχο του κόντρα άλτο κλαρινέτου, που χειρίζεται με μεγάλη δεξιοτεχνία ο Goldberg. Ακριβώς αυτός είναι ο τρόπος που ακούγεται σε πρώτη εκτέλεση το “Cry, Want”, ενώ αντίθετα στην παραλλαγή του τα τέσσερα κλαρινέτα αναπτύσσουν μαζί το περίπλοκο θέμα του Giuffre. Αντίστοιχα η όμορφη διασκευή του γαλήνιου “Jesus Maria” της Carla Bley δίνει την αφορμή για μια ελεύθερη παραλλαγή του στον ομαδικό αυτοσχεδιασμό του “Nimbus”. Την απρόσμενη επιλογή της εξωτικής χορευτικής μελωδίας “Ah! Gade Chabin La” (που έπαιζε τη δεκαετία του ’30 η ορχήστρα του Alexandre Stellio από τις Αντίλλες), διαδέχεται ένας ελεύθερος διάλογος ανάμεσα στον Wainapel και τον Sheldon Brown στο “Early Birds”. Στο κλείσιμο του CD το “Night in Tunisia” που το μεγαλύτερο μέρος του παίζεται σε ιδιαίτερα αργό τέμπο και με πλούσια αρμονική στήριξη από τη χορωδία των κλαρινέτων, ακούγεται πολύ ταιριαστό με τη γνωστή μπαλάντα του Monk “Crepuscule with Nellie”. Έξυπνες επιλογές, δουλεμένες ενορχηστρώσεις και εφευρετικό παίξιμο που κάνουν προσιτό αυτό το αντισυμβατικό μουσικό σχήμα.

επαφές: www.bethcuster.com, www.gebhard-ullmann.com

Jazz & Tzaz, Απρίλιος 2012

Peeping Tom

Peeping Tom: “Boperation” (Umlaut Records)

Η εταιρεία Umlaut Records δημιουργήθηκε το 2004 από το σουηδό μπασίστα Joel Grip. Πυρήνας της είμαι μια μικρή ομάδα μουσικών της δημιουργικής σκηνής, με βάση της τη Στοκχόλμη, το Βερολίνο και το Παρίσι. Από τις τρεις αυτές πόλεις προέρχονται ο Grip, ο τρομπετίστας Axel Dörner, ο σαξοφωνίστας Pierre Antoine Badaroux και ο ντράμερ Antonine Gerbal που αποτελούν τους Peeping Tom. Η ιδέα πίσω από τη δημιουργία του κουαρτέτου είναι η εντελώς ελεύθερη προσέγγιση και επεξεργασία του bebop.

Στο “Boperation”, που είναι το δεύτερο CD τους, επικεντρώνονται σε κομμάτια που έγραψαν μερικοί από τους μεγαλύτερους πιανίστες του είδους. Αν εξαιρέσουμε λοιπόν την ομώνυμη σύνθεση του Fats Navarro και το “Snakes” του Jackie McLean, τα υπόλοιπα οκτώ κομμάτια είναι του Herbie Nichols, του George Wallington, του Bud Powell, του Dodo Marmarosa και του Elmo Hope. Το ενδιαφέρον σε αυτή την επιλογή είναι ο τρόπος ανάπτυξης των κομματιών, που έχοντας γραφτεί από πιανίστες έχουν αρκετά σύνθετες αρμονίες, τη στιγμή που το κουαρτέτο στερείται κάποιου πολυφωνικού οργάνου. Παράλληλα παρακολουθούμε τους τέσσερις αυτοσχεδιαστές σε ένα διαρκές, διασκεδαστικό  παιχνίδι κίνησης μέσα-έξω, αποδόμησης-επανασύνθεσης. Έτσι για παράδειγμα το “Mo is On” του Elmo Hope και το “Boperation”, παρόλο που στο πρώτο το κοντραμπάσο του Grip επαναφέρει κάθε τόσο το εισαγωγικό χρωματικό ριφ του πιάνου, ξεφεύγουν εντελώς και αρμονικά και ρυθμικά, με τα πνευστά να αυτοσχεδιάζουν ταυτόχρονα. Σχετικά πιο κοντά στα original του Herbie Nichols μένουν το “House Party Starting”, που διατηρεί ένα σουίνγκ σε αρκετά πιο αργό τέμπο, και στη μεγαλύτερή του διάρκεια το “The Gig”, πριν ο ρυθμός χαλαρώσει με τις άρκο γραμμές του Grip και τα πνευστά αφεθούν σε αφηρημένους διαλόγους.

www.umlautrecords.com

Jazz & Tzaz, Μάρτιος 2012

Yuri Honing Wired Paradise

Ο Οργανισμός Πολιτισμού Αθλητισμού Σύρου με την υποστήριξη της Βασιλικής Ολλανδικής Πρεσβείας διοργανώνει συναυλία τζαζ με το συγκρότημα Yuri Honing Wired Paradise, που θα γίνει την Τετάρτη 23 Μαΐου στο Θέατρο Απόλλων.

Τη συναυλία θα ανοίξει το ντούο της Έλσας Χαραλάμπους με τον κιθαρίστα Δημήτρη Λαζαρίδη.

Ο Yuri Honing γεννήθηκε στο Hilversum το 1965. Ξεκίνησε να  παίζει πιάνο από πέντε ετών. Από τα δεκατρία του άρχισε να μελετά σαξόφωνο και να αφοσιώνεται σιγά σιγά στην τζαζ. Το 1990 σχημάτισε το πρώτο του γκρουπ, ένα τρίο με τον μπασίστα Tony Overwater και τον ντράμερ Joost Lijbaart, με το οποίο κυκλοφόρησε και το πρώτο του άλμπουμ.

Από τότε έχει περιοδεύσει σε περισσότερες από 70 χώρες και έχει συνεργαστεί με πολλούς γνωστούς μουσικούς σε Ευρώπη και Αμερική, όπως τον Misha Mengelberg, τον Pat Metheny, τον Charlie Haden, τον Gary Peacock και τον Paul Motian.

Στις αρχές του χρόνου τιμήθηκε με το Βραβείο Boy Edgar, το σημαντικότερο Ολλανδικό βραβείο για καλλιτέχνη της τζαζ.

Αυτή τη στιγμή τα βασικά τα σχήματα με τα οποία δουλεύει είναι το Yuri Honing Acoustic Quartet και οι Yuri Honing Wired Paradise. Με τους Wired Paradise, με τους οποίους ξαναέπαιξε στο Θέατρο Απόλλων πριν από τρία χρόνια, έχει κυκλοφορήσει το “Temptation” (2006) και το “Meet your demons” (2008), με συνθέσεις εμπνευσμένες κυρίως από γνωστές ταινίες όπως το “Kill Bill”, το “Usual Suspects” και το “L.A. Confidential”.

Yuri Honing (σαξόφωνο), Stef Van Es (κιθάρα), Mark Haanstra (μπάσο), Joost Lijbaart (τύμπανα).

Το ντούο της Έλσας Χαραλάμπους και του Δημήτρη Λαζαρίδη σχηματίστηκε τον Ιούλιο του 2011. Στο ρεπερτόριό του περιλαμβάνει τζαζ στάνταρντ (Nat King Cole, Duke Ellington, Horace Silver, Richard Rodgers), αλλά και διασκευές γνωστών τραγουδιών του Tom Waits, της Norah Jones, του Ben E. King, της Cyndi Lauper, της Hindi Sahra και του Leonard Cohen, με ενορχηστρώσεις που καταφέρνουν να κρατήσουν ενδιαφέρουσες ισορροπίες, ανάμεσα στον κλασικό και το μοντέρνο ήχο.

Η Έλσα Χαραλάμπους έχει συνεργαστεί με πολλούς συνθέτες και στιχουργούς (Ν.Κυπουργό, Γ.Ζήκα, Τ.Μπουρμά, Ν.Ζούδιαρη, Β.Βασιλάτο, Λ.Παπαδόπουλο, E.Riva, Μ. Στρόφαλη). Είναι ζωγράφος, απόφοιτη της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών, και έχει στο ενεργητικό της πολλές ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Διδάσκει σχέδιο στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου.

Ο Δημήτρης Λαζαρίδης σπούδασε με υποτροφία, performance  και jazz composition στο Berklee College of Music της Βοστώνης. Έχει συμμετοχές σε πολυάριθμα φεστιβάλ και συναυλίες στην Ελλάδα και στην Αμερική.

Έλσα Χαραλάμπους (φωνή), Δημήτρης Λαζαρίδης (κιθάρα).

Πέτρος Κλαμπάνης

Με το τρίο του ανά την Ελλάδα

Είναι ευχάριστο που όλο και περισσότεροι έλληνες μουσικούς της τζαζ καταφέρνουν να κάνουν αξιόλογη καριέρα στο εξωτερικό. Για να αναφέρω μόνο μερικούς: Δημήτρης Βασιλάκης, Γιώργος Κοντραφούρης, Παντελής Καραγιώργης, Σπύρος Εξάρας, Χρήστος Ραφαηλίδης, Αντώνης Ανισέγκος, Τάσσος Σπηλιοτόπουλος, Λευτέρης Κορδής. Οι διεθνείς διακρίσεις για τον Πέτρο Κλαμπάνη ήρθαν από τότε που πήγε στο Άμστερνταμ για να συνεχίσει τις σπουδές του. Όμως από το 2008 που εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη η εξέλιξή του είναι ραγδαία. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του με ένα μάστερ από το Aaron Copland School of Music, άρχισε να εμφανίζεται σε αρκετά από τα καλύτερα στέκια της πόλης, παρέα με μουσικούς όπως ο Paul Bollenback, η Gretchen Parlato, ο Antonio Hart, ο Michael Mossman και ο David Berkman και κυκλοφόρησε το πρώτο του άλμπουμ στην εταιρεία Inner Circle Music του  Greg Osby, αποσπώντας δίκαια τα καλύτερα σχόλια από το διεθνή τύπο.

Στο επίκεντρο του “Contextual” βρίσκεται πάντοτε το κοντραμπάσο ως ρυθμικό αλλά και μελωδικό όργανο. Ως όργανο που μπορεί να καλύψει επαρκώς τις αρμονικές, μελωδικές και ρυθμικές λειτουργίες ενός σύνθετου κομματιού είτε σε πρώτο χρόνο (στο στάνταρντ “Skylark”), είτε χρησιμοποιώντας λούπες και πολλαπλές εγγραφές, με τη βοήθεια των οποίων μετατρέπεται σε πλήρη ορχήστρα (στις δικές του συνθέσεις “Basscope”, “Basscape” και “Blue Cave”). Ως όργανο που μπορεί να εξασφαλίσει σε μια φωνή όλο το απαραίτητο background, μαζί με μια εξαιρετικά μεγάλη γκάμα από ηχοχρώματα (στο “Blackbird” των Beatles που ερμηνεύει η βοκαλίστα Gretchen Parlato), ή και να γίνει εκείνο η πρώτη φωνή μπροστά από ένα κουαρτέτο εγχόρδων. Ο μπασίστας αντλεί υλικό και έμπνευση από πολλές πλευρές: εξερευνά με το δικό του τρόπο τη μουσική του Mingus (“Mingum”), μεταφέρει το φιούζον του Gary Willis σε περιβάλλον μουσικής δωματίου (“The Necessary Blonde”), διασκευάζει το γνωστό «Θαλασσάκι» με τη βοήθεια κουαρτέτου εγχόρδων, χωρίς να καταλήγει στο άνοστο ανακάτεμα παράδοσης, τζαζ και κλασικής που ακούμε πολύ συχνά. Πίσω από όλα αυτά διαγράφεται καθαρά ένα πληθωρικό συνθετικό, εκτελεστικό και ενορχηστρωτικό ταλέντο που έχει ανοιχτεί σε πολλαπλές κατευθύνσεις.

Αυτό το μήνα ο Πέτρος Κλαμπάνης φέρνει στην Ελλάδα το Contextual Group, το τρίο του δηλαδή που είναι το βασικό σχήμα με το οποίο δουλεύει, για μια σειρά συναυλιών στην Πάτρα, τα Χανιά, τη Θεσσαλονίκη, τη Ζάκυνθο και την Αθήνα. Το ρεπερτόριό τους θα βασίζεται σε υλικό από το “Contextual”, μερικές νέες συνθέσεις του μπασίστα αλλά και standards σε πρωτότυπες διασκευές.

Οι δύο άλλοι συντελεστές του τρίο είναι ο κιθαρίστας Gilad Hekselman και ο ντράμερ Bodek Janke. Ο 29χρονος Gilad Hekselman γεννήθηκε στο Ισραήλ και είναι ένα από τα ανερχόμενα ταλέντα της κιθάρας. Έχει παίξει με πολύ μεγάλα ονόματα (όπως Chris Potter, John Scofield, Jeff “Tain” Watts, Eric McPherson, Jeff Ballard) και έχει κυκλοφορήσει τρία δικά του CD. Ο Bodek Janke γεννημένος στην Πολωνία και μεγαλωμένος στη Γερμανία, έχει κι αυτός στο ενεργητικό του σημαντικές συνεργασίες (με David Liebman, Billy Harper, Ben Monder, Dave Binney) και δύο προσωπικά CD.

Μετά την ολοκλήρωση αυτής της μίνι περιοδείας ο Πέτρος θα επιστρέψει στη Νέα Υόρκη, για να συνεχίσει τις εμφανίσεις του και θα ολοκληρώσει την ηχογράφηση ενός νέου άλμπουμ με τίτλο “Point 2″, το οποίο είναι ένα duet project με το βιμπραφωνίστα Χρήστο Ραφαηλίδη. Παρακολουθώντας ανελλιπώς τις κινήσεις του (στο μέτρο φυσικά που μου επιτρέπει το δίκτυο) και κρίνοντας από τη ζέση και τον προγραμματισμό με τον οποίο δουλεύει, την άρτια τεχνική του, τον προσωπικό ήχο που διαμορφώνει και τα δείγματα της συνθετικής του ικανότητας, είμαι πεπεισμένος ότι δεν είναι παρά στην αρχή μιας πορείας που μας επιφυλάσσει πολλές ομορφιές και συγκινήσεις.

Επαφή: www.petrosklampanis.com

 

George Lernis

The George Lernis Jazz Quartet: “Shapes of Nature” (self published)

Ο κύπριος ντράμερ Γιώργος Λέρνης, κάτοικος Βοστόνης την τελευταία δεκαετία, είναι απόφοιτος του Berklee και προσφάτως κάτοχος μάστερ στη σύγχρονη αμερικάνικη μουσική από το Longy School of Music. Το “Shapes of Nature” είναι η πρώτη του δουλειά και περιλαμβάνει επτά δικές του συνθέσεις. Όπως μας πληροφορεί στο σημείωμα του CD και τα επτά κομμάτια είναι αποτέλεσμα των μαθημάτων που έκανε με το γνωστό έλληνα πιανίστα Λευτέρη Κορδή – που συμμετέχει στο κουαρτέτο του – και τα περισσότερα από αυτά βασίζονται σε φόρμες από γνωστά στάνταρντ που τα χρησιμοποιούσε στη μελέτη του σαν συνθετικά μοντέλα. Δεν είναι εύκολο να εντοπίσει κανείς αυτά τα στάνταρντ, πέρα από το “Anthropology” του Charlie Parker, που το θέμα του διακρίνεται  παραλλαγμένο στην εισαγωγή του “Early Spring” ή το “Iris” του Wayne Shorter, που πάνω του μάλλον έχει στηριχθεί το “Canvas”. Όμως από την πρώτη στιγμή  γίνεται αισθητό πόσο έχει επεξεργαστεί ο ντράμερ κάθε κομμάτι, πόση σημασία δίνει στις λεπτομέρειες και πόσο έχει ταιριάξει με τον πιανίστα, αλλά και με τα δύο άλλα μέλη του γκρουπ, το σαξοφωνίστα Scott Boni και τον μπασίστα Mark Zaleski, φτιάχνοντας ένα καλοδουλεμένο σύνολο. Η σοφιστικέ γραφή του δεν καθιστά προφανές πού θα κατευθυνθεί η μελωδία ακόμη και στα πιο στρέιτ τζαζ κομμάτια του όπως το “Rhythm Portals” και το “Walking In Rhythm”, με μόνη ίσως εξαίρεση το “Feeling Groovy” που κυλά πάνω σε μια κλασική μπλουζ φόρμα. Ο μεγάλος αρμονικός πλούτος των πλήκτρων του Κορδή δίνει πληθώρα επιλογών στον Boni που το χαρακτηριστικό βιμπράτο και ο πεντακάθαρος ήχος στο άλτο του δείχνουν ότι είναι ένας σαξοφωνίστας που αξίζει να παρακολουθήσουμε, ενώ ο Λέρνης και ο Zaleski τις λίγες φορές που σολάρουν είναι μετρημένοι και ουσιαστικοί.

επαφή: www.georgelernis.com

Jazz & Tzaz, Μάρτιος 2012

Bryan & the Haggards

Jazz Outlaws

Δεν είναι υπερβολή ότι από τη νεοϋρκέζικη εταιρεία Hot Cup έχουμε ακούσει μερικά από τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα εδώ και δυο-τρία χρόνια. Στην ουσία πρόκειται για μια παρέα δέκα περίπου μουσικών που τους συναντάμε σε διάφορους συνδυασμούς, κάθε φορά με κάποιον τους στο ρόλο του leader: τους εκρηκτικούς Mostly Other People Do the Killing του μπασίστα και ιδρυτή της εταιρίας Moppa Elliott, το τρίο του σαξοφωνίστα Jon Irabagon, τους Big Five Chord του κιθαρίστα Jon Lundbom, ή το ίδιο ακριβώς κουιντέτο, μεταμορφωμένο σε Bryan & the Haggards, υπό την καθοδήγηση του σαξοφωνίστα Bryan Murray. Το τελευταίο αυτό γκρουπ είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση tribute band, όχι εφήμερου χαρακτήρα – έχει ήδη προγραμματίσει το τρίτο του άλμπουμ – που στήθηκε για να ερμηνεύει τα τραγούδια του μεγάλου δημιουργού της κάντρι Merle Haggard.

Ο Biff Adam, ντράμερ στους Strangers του Merle Haggard από τη δεκαετία του ’60, έχει πει ότι όταν βρίσκονταν στη σκηνή δεν παρουσίαζαν ποτέ δυο φορές το ίδιο πρόγραμμα. Δεν έπαιζαν καν τα κομμάτια στο ίδιο κλειδί ή στο ίδιο τέμπο. Όπως ακριβώς συμβαίνει με την τζαζ, ο Haggard κρατά τους μουσικούς σε επιφυλακή, γιατί δεν έχουν ιδέα τι πρόκειται να προκύψει. Στη μουσική του αντλούσε πάντα στοιχεία από την τζαζ και έδινε έμφαση στον αυτοσχεδιασμό, γι αυτό και κάποιες φορές την αναφέρουν σαν κάντρι-τζαζ. Όλα αυτά μάλλον δεν τα είχε υπόψη του ο Bryan Murray, τενορίστας στους Big Five Chord, που ανακάλυψε τυχαία τα τραγούδια του Haggard και κόλλησε αμέσως σ’ αυτά. Ενθουσιασμένος από τις όμορφες μελωδίες, την απλή τους δομή και φυσικά την ερμηνεία του Haggard, πρότεινε στον Jon Lundbom να δοκιμάσουν με το γκρουπ μερικά από αυτά. Παίζοντάς τα ελεύθερα και ανοίγοντας συνεχώς νέους διαδρόμους για ξεσπάσματα και αυτοσχεδιασμούς, χωρίς όμως να χάνουν τη μελωδική αίσθηση των τραγουδιών, άρχισαν να κλείνουν εμφανίσεις ως Bryan & the Haggards και στα μέσα του 2010 είχαν έτοιμο το πρώτο τους CD “Pretend It’s The End Of The World”. Τον περασμένο Δεκέμβριο κυκλοφόρησαν και το “Still Alive And Kickin’ Down The Walls”. Σε αυτό το άλμπουμ ακούγονται να διασκεδάζουν και να απολαμβάνουν ακόμη περισσότερο αυτό που κάνουν και να έχουν αγκαλιάσει πλήρως το αίσθημα και την απλότητα της κάντρι. Στα περισσότερα κομμάτια, κιθάρα, μπάσο και ντραμς μοιάζουν να αρκούνται στο ρόλο της λιτότερης δυνατής ρυθμικής συνοδείας και να μη θέλουν να παίξουν ούτε μια νότα παραπάνω απ’ ότι αν βρισκόταν στη θέση τους ένα παραδοσιακό rhythm section της κάντρι. Αυτό δεν εμποδίζει τον Lundbom να κάνει ένα παραμορφωμένο και θορυβώδες σόλο στο “Seeing Eye Dog”, ή τον Moppa Elliott να σκαρώσει ένα ελεύθερο παιχνίδι με το δοξάρι με τη συνοδεία της φωνής του σε ένα διασκεδαστικό σκατ στο “San Antonio Rose” και μαζί με τον ντράμερ Danny Fisher να ξεχειλώσουν και να αποδομήσουν ρυθμικά το “If We Make It Through December”. Τα σαξόφωνα του Murray και του Jon Irabagon αναλαμβάνουν να ακολουθήσουν τους δρόμους που έχει χαράξει η φωνή του Haggard, κάποιες φορές με αρκετό χιούμορ, με το τενόρο του πρώτου να μένει πιο κοντά στη μελωδία και το άλτο και το σοπράνο του δεύτερου να τραβιούνται όλο και συχνότερα ελεύθερα προς τα έξω.

επαφή: http://www.bryanmurray.net

Συνέντευξη με τον Bryan Murray

Τα ίδια ακριβώς άτομα παίζετε στους Big Five Chord του Jon Lundbom από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας. Πώς προέκυψε η ιδέα των Bryan & the Haggards;

Του Jon του αρέσει να μου δίνει διάφορα CD να ακούσω. Ένα από αυτά ήταν και μια συλλογή τραγουδιών του Merle Haggard με τους Strangers. Όταν το άκουσα έπαθα πλάκα. Βρισκόμουν σε μια περίοδο που είχα βαρεθεί το υπερπολύπλοκο τζαζ παίξιμο και αναζητούσα κάτι αγνό, απλό και με ψυχή. Το βρήκα ακούγοντας τον Merle. Είχαμε ένα gig στο Knitting Factory και καθώς πίναμε μπύρα με τον Lundbom του είπα ότι θα ήταν ωραίο να δοκιμάσουμε μερικά τραγούδια του Merle Haggard. «Εντάξει», μου λέει, «αρκεί να γράψεις εσύ τις παρτιτούρες…». Το έκανα με χαρά. Κάναμε αυτό το gig και ήταν ένα από τα πιο διασκεδαστικά στα οποία έχω παίξει. Απλά κάτι μου έκανε κλικ. Μετά ο Jon έκανε ένα διάλειμμα με τους Big Five Chord και άρχισα να κλείνω συναυλίες σαν Bryan and the Haggards.

Τα τραγούδια του Merle Haggard έχουν πολύ απλή δομή και πολλά από αυτά αποτελούνται από τρία ακόρντα μόνο. Αυτή η απλότητα σας ωθεί να είσαστε πιο ελεύθεροι και πιο ανοικτοί σε πειραματισμούς;

Ακριβώς! Αυτός είναι ο λόγος που λατρεύω αυτά τα κομμάτια. Μας επιτρέπουν να πάμε οπουδήποτε θέλουμε. Μερικές φορές ο Danny (Fisher) και ο Moppa (Elliott) παίζουν σαν να συνοδεύουν ένα κανονικό κάντρι συγκρότημα και άλλοτε παίζουν σαν τρελαμένοι. Εξαρτάται σε τι διάθεση βρίσκονται. Όποτε παίζουμε όμως είναι σαν έκρηξη. Όλοι χαμογελούν και νιώθω ευτυχισμένος. Ναι, πράγματι, επειδή έχουμε να κάνουμε με τρία-τέσσερα ακόρντα μόνο, ολοένα και ανοιγόμαστε και συνεχίζουμε έτσι. Μου αρέσει η ένταση που δημιουργείται όταν ο σολίστας απλώνεται έξω τη στιγμή που το rhythm section παίζει μέσα στη φόρμα. Άλλοτε όμως κάνει το ίδιο και το rhythm section. Λόγω του ότι παίζουμε μαζί τόσο καιρό, όλα αυτά συμβαίνουν με φυσικό τρόπο.

Το δεύτερο CD σας ακούγεται κάπως λιγότερο ελεύθερο και πιο κοντά στην κάντρι σε σχέση με το πρώτο. Αισθάνεσαι ότι σταδιακά μπαίνετε πιο βαθιά στον κάντρι ήχο;

Έχω γίνει στ’ αλήθεια οπαδός της κάντρι. Από τότε που ασχολήθηκα με τον Merle Haggard, ακούω πολύ Bob Wills, Johnny Cash, Dolly Parton, Jimmie Rodgers, Waylon Jennings και αρκετούς ακόμη. Ακούω βέβαια ακόμη Keith Jarrett (με τον Dewey Redman), Coleman Hawkins ή κάποιους παλιούς τενορίστες από καιρό σε καιρό, αλλά όλο και πιο συχνά μου αρέσει να κάθομαι με ένα ποτήρι μπέρμπον στα χέρια και να ακούω κάντρι. Ίσως κάποια στιγμή αυτό να αλλάξει, αλλά όσο μεγαλώνω έχω την αίσθηση ότι μου αρέσει ο ήχος και οι ιστορίες που διηγείται η κλασική κάντρι. Μεγάλωσα στη Δυτική Βιρτζίνια και η μουσική αυτή με κάνει να αισθάνομαι νοσταλγικά για τη ζωή στις μικρές πόλεις, αν και δεν σκοπεύω να εγκαταλείψω ποτέ το Μπρούκλιν.

Οι στίχοι των τραγουδιών επηρεάζουν τον τρόπο που τα παίζετε;

Κάποιες φορές, όχι όμως πάντα. Διασκευάσαμε το “Silver Wings”, ένα όμορφο τραγούδι σε ένα παραμορφωμένο, επιθετικό ροκ κομμάτι. Αλλά στο “Sing a Sad Song,” που είναι ένα από τα αγαπημένα μου κομμάτια του Merle, μου αρέσει να το παίζουμε απλά και να μένουμε κοντά στο πρωτότυπο. Είναι τόσο όμορφο! Το “If We Make it Through December” είναι το πιο λυπημένο Χριστουγεννιάτικο τραγούδι που έχω ακούσει και πιστεύω ότι αυτό φαίνεται και στη δική μας εκτέλεση.

Σε μερικά σας βίντεο στο youtube εμφανίζεται μαζί σας και τραγουδιστής όταν παίζετε ζωντανά. Σκοπεύετε να κάνετε και κάποια ηχογράφηση με τραγουδιστή;

Περάσαμε πολύ καλά σε εκείνη η συναυλία! Ο Robbie Fulks, ένας σπουδαίος και καινοτόμος τραγουδιστής της κάντρι, είχε την καλοσύνη να ανέβει μαζί μας στη σκηνή. Μας παρακίνησε να παίξουμε στρέιτ στα κομμάτια που τραγούδησε. Ήταν κάτι που συνέβη τυχαία καθώς βρισκόταν τότε στην περιοχή και είχαμε έναν κοινό φίλο. Δεν έχουμε σκεφτεί να χρησιμοποιήσουμε τραγουδιστή στο μέλλον. Πού και πού όταν τα έχω πιει, επιχειρώ να τραγουδώ εγώ σε κάποια κομμάτια, αλλά η φωνή μου είναι κακή… Θα προτιμούσα να μπορούσα να τραγουδώ αυτά τα τραγούδια, αντί να παίζω σαξόφωνο.

Στα περισσότερα από τα CD της εταιρείας Hot Cup υπάρχει πολύ χιούμορ και διάθεση για πλάκα. Ο Jon Irabagon μας είχε πει σε αυτό το περιοδικό ότι το χιούμορ είναι ένας τρόπος που σε βοηθά να σκέφτεσαι έξω από την πεπατημένη και να προσπαθείς να αναπτύξεις κάτι δικό σου.

Ξέρω τι εννοεί. Το χιούμορ διατηρεί τα πράγματα χαλαρά και σου επιτρέπει να αφήνεις τη μουσική να κατευθυνθεί οπουδήποτε θελήσεις, πράγμα που το θεωρώ πολύ σημαντικό. Μ’ αρέσει το ότι περνάμε καλά με το συγκρότημά μου στις συναυλίες. Τα λάιβ μας είναι διαφορετικά από τις ηχογραφήσεις. Υπάρχει πολλή σοβαρότητα στη μουσική και είναι καλό να προσπαθείς για κάτι διαφορετικό. Πάντα μου άρεσε να κάνω αστεία. Και οι γονείς μου έκαναν το ίδιο και μεγαλώνοντας σε τέτοιο περιβάλλον απέκτησα και εγώ χαλαρό χαρακτήρα…

Πώς φαντάζεσαι ότι θα αντιδρούσαν οι φίλοι της κάντρι ακούγοντας τις εκτελέσεις σας;

Φαντάζομαι ότι θα σκέφτονται πως κάνουμε πλάκα με αυτή τη μουσική, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν γίνεται κάτι τέτοιο. Απλά έτσι είναι η μουσική μας. Κάθε λίγο και λιγάκι παίρνω κάποιο μέιλ από κάποιον που τυχαίνει να του αρέσει και ο Merle Haggard και η αβάν γκαρντ τζαζ, αλλά αυτό συμβαίνει μάλλον σπάνια. Το κοινό στο οποίο απευθυνόμαστε είναι πολύ περιορισμένο, αλλά όταν η μουσική μας βρίσκει αυτούς τους ανθρώπους αισθάνομαι πραγματικά όμορφα.

Ξέρεις αν ο Merle Haggard έχει ακούσει τη μουσική του από σας;

Στείλαμε μερικά CD στο μάνατζερ και το διαφημιστή του, αλλά δεν πήραμε καμιά απάντηση.  Δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν μας άκουσε, ή κι αν το έκανε αν του αρέσαμε. Πάντως αν πρόκειται να μας ακούσει ελπίζω να αντιληφθεί το σεβασμό που έχουμε για τη μουσική του.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας;

Η γυναίκα μου πρόκειται να γεννήσει το πρώτο μας παιδί. Έτσι θα κάνω ένα διάλειμμα, αλλά μετά θα επιστρέψω στη ροή των πραγμάτων. Θα κλείσω μερικές εμφανίσεις και πιθανότατα θα ηχογραφήσουμε άλλο ένα άλμπουμ. Θα ‘θελα κάποια στιγμή να φέρω το γκρουπ στην Ευρώπη. Ξέρω ότι ο Moppa ήδη το προσπαθεί.

Jazz & Tzaz, Μάρτιος 2012

Daniel Bennett

Daniel Bennett Group: “Peace and Stability Among Bears (Bennett Alliance Records)

Ασχέτως με το ποια σημασία μπορεί να έχει η χρήση του όρου φολκ-τζαζ (προφανώς καμία), όταν αποδίδεται στον Daniel Bennett κάνει σαφές ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της μουσικής που παίζει, την επίδραση δηλαδή της φολκ στις μελωδίες του. Τα θέματα του σαξοφωνίστα, φλαουτίστα και κλαρινετίστα επανέρχονται παραλλαγμένα από άλμπουμ σε άλμπουμ, σαν ιστορία που εξελίσσεται. Πράγμα όχι τυχαίο, μιας και το “Peace and Stability Among Bears” κλείνει μια τριλογία που ξεκίνησε το 2004 με το “A Nation of Bears” και συνεχίστηκε το 2007 με το “The Legend of Bear Thompson” και την παρεμβολή ενός λάιβ το 2009. Η τριλογία είναι αφιερωμένη στην άλλη – πλην της φολκ – εμμονή του: τα καρτούν και ειδικά εκείνα όπου πρωταγωνιστούν αρκούδες. Καθένα από τα άλμπουμ αυτά έχει ένα χαλαρό κόνσεπτ που σκιαγραφείται από την εικονογράφηση που υπάρχει στο εξώφυλλό τους. Η σχέση με τα καρτούν δίνει ένα ζωηρό, παιχνιδιάρικο ύφος στη μουσική του που περιστρέφεται πάντα γύρω από το εκάστοτε μελωδικό θέμα. Στο τελευταίο μέρος της τριλογίας ο Bennett συνεργάζεται για μια ακόμη φορά με τον καρτουνίστα Timothy Banks (είναι ετεροθαλής αδελφός του) και χρησιμοποιεί το σύνηθες σχήμα του με κιθάρα, μπάσο και ντραμς. Η διαφορά είναι ότι αντί του ακουστικού κιθαρίστα Brant Grieshaber που τον συνόδευε τα προηγούμενα χρόνια, εδώ ο ηλεκτρικός ήχος του Chris Hersch τον βοηθά να μεταμορφώνεται μεταπηδώντας από το άφρο (“The Local Sheriff”, “The Lost Treasure Of Lunta”), στην ηλεκτρική μπαλάντα (“Ghost”, “Andrew Variations”), στην κάντρι (“Arizona”), στη θορυβώδη αβάν γκαρντ (“The Village”). Στο ποικιλόμορφο αυτό υπόβαθρο ο Bennett προτάσσει πάντοτε απτά και εξόχως μελωδικά θέματα, που παρόλο ότι εξελίσσονται συνεχώς μέσω των αυτοσχεδιασμών, δε χάνεις στιγμή την αίσθηση ότι αυτό που ακούς είναι όμορφα και οικεία τραγούδια.

www.danielbennettgroup.com

Jazz & Tzaz, Μάρτιος 2012

Tum Records

Φινλανδέζικη στέγη για τη δημιουργική μουσική

Juhani Aaltonen

Juhani Aaltonen

Το 1963 ο Bernard Stillman, ένας νέος δικηγόρος από το New Jersey που με αφορμή την ενασχόλησή του με τις κτηματικές περιουσίες του Charlie Parker και της Billie Holiday γνώρισε και αγάπησε την τζαζ, αποφάσισε να δημιουργήσει τη δική του δισκογραφική εταιρεία. Ο πρώτος καλλιτέχνης που υπέγραψε σε αυτήν, την ESP-DISK, ήταν ο Albert Ayler και το “Spiritual Unity” ήταν το πρώτο άλμπουμ της εταιρείας, αν εξαιρέσουμε μια ηχογράφηση του Stillman που είχε σκοπό να διαδώσει τη γλώσσα Εσπεράντο. Σαράντα χρόνια αργότερα ένας άλλος δικηγόρος, ο Φιλανδός Petri Haussila, ίδρυσε στο Ελσίνκι την Tum Records, έχοντας σκοπό να εκδώσει τη δουλειά ενός σπουδαίου σαξοφωνίστα κι αυτός, του συμπατριώτη του Juhani Aaltonen, που είχε είκοσι περίπου χρόνια να ηχογραφήσει τη μουσική του. Εστιάζοντας κυρίως σε καλλιτέχνες του ελεύθερου αυτοσχεδιασμού που θέλουν να παίξουν δικά τους πράγματα, στα περίπου τριάντα μέχρι σήμερα άλμπουμ της Tum Records περιλαμβάνονται αρκετοί παλιοί και νεότεροι Φιλανδοί, αλλά και ηχογραφήσεις του Leo Smith, του John Tchicai, του Andrew Cyrille και του Billy Bang.

«Το 2002 υπήρχαν διάφοροι λόγοι για τους οποίους χρειαζόταν να βρεθεί κάποιος τρόπος για να κυκλοφορήσει η φιλανδέζικη δημιουργική μουσική», λέει στο Jazz & Tzaz ο Petri Haussila. «Ο Juhani Aaltonen είχε ηχογραφήσει ένα λάιβ με το νέο του τρίο. Από την άλλη μεριά εγώ είχα διοργανώσει μια συναυλία του με ένα τρίο που περιλάμβανε τον Reggie Workman και τον Andrew Cyrille, καθώς και τους τρεις τους μαζί με την Avanti! Chamber Orchestra να ερμηνεύουν τη μουσική του συνθέτη Henrik Otto Donner που είχε ηχογραφηθεί σε ένα στούντιο στο Ελσίνκι. Ακόμη ο μπασίστας Antti Hytti που είχε έτοιμη μια ηχογράφηση με το γκρουπ Suhkan Uhka έψαχνε για εταιρεία, αφού το συμβόλαιό του με τη Naxos είχε διαλυθεί. Από αυτή την ανάγκη προέκυψαν τα τρία πρώτα CD της TUM. Και στα τρία συμμετείχε ο Juhani Aaltonen και η επιθυμία μου να εκδώσω τη μουσική του ήταν ένας βασικός λόγος να δημιουργήσω αυτή την εταιρεία, δεδομένου ότι αν και πρόκειται για ένα γίγαντα της ευρωπαϊκής αυτοσχεδιαζόμενης μουσικής είχε να κυκλοφορήσει κάτι αντιπροσωπευτικό της τέχνης του για περίπου είκοσι χρόνια». Όσο κι αν ακούγεται παράξενο, για μια χώρα που παραδοσιακά αγκαλιάζει την τζαζ και όπου υπάρχουν αρκετές ανεξάρτητες εταιρείες, το ενδιαφέρον αυτών των εταιρειών για τους παλιότερους ντόπιους εκπροσώπους του ελεύθερου αυτοσχεδιασμού ήταν περιορισμένο. «Ακόμη και στη Φινλανδία το επίκεντρο του ενδιαφέροντος ήταν το νέο-συντηρητικό mainstream και η γκρουβ τζαζ που παιζόταν από εικοσάρηδες».

Κόντρα στους όρους και τις τάσεις της αγοράς ο Petri Haussila καθορίζει τη στάση του από το μεράκι και την αγάπη του για την τζαζ και το κλειδί στην επιλογή των μουσικών που ηχογραφούν για την TUM είναι πάντα η δημιουργικότητα. Κοντεύοντας μια δεκαετία στο τιμόνι της εταιρείας εξακολουθεί να αγοράζει ασταμάτητα δίσκους, να ακούει και να απολαμβάνει την αυτοσχεδιαζόμενη μουσική ανεπηρέαστος από το βάρος του μάρκετινγκ. «Θέλω να συνεργάζομαι μόνο με καλλιτέχνες που έχουν κάτι αυθεντικά δικό τους να πουν. Δεν με επηρεάζουν οι εμπορικές δυνατότητες, αν και προσπαθώ να παρουσιάζω τη μουσική με τέτοιο τρόπο που να προσελκύει τον πραγματικό φίλο της δημιουργικής μουσικής. Βασικά έχω την οπτική του λάτρη της τζαζ: παρουσιάζω ό,τι απολαμβάνω εγώ ο ίδιος και ό,τι πιστεύω ότι αξίζει να ακουστεί πιο ευρέως. Από τη δεκαετία του ’80 και του ’90 ήμουν θαυμαστής πολλών από τους καλλιτέχνες της TUM, είτε είναι Φιλανδοί (όπως Juhani Aaltonen, Teppo Hauta-aho, Raoul Björkenheim) είτε από το εξωτερικό (Billy Bang, Wadada Leo Smith, Reggie Workman, Andrew Cyrille, Ahmed Abdullah) και ήθελα η TUM να τους δίνει τη δυνατότητα να εκδίδουν τη μουσική τους κάτω από τις σημερινές αντίξοες συνθήκες. Ταυτόχρονα ενδιαφέρομαι και για νεότερους μουσικούς που έχουν κάτι μοναδικό να προσφέρουν, όπως για παράδειγμα ο σαξοφωνίστας Mikko Innanen και ο κιθαρίστας Kalle Kalima, που αν και έχουν σπουδάσει σε ωδεία, δεν αναζητούν συμβατικές και εμπορικές λύσεις, αλλά αναζητούν πάντα κάτι διαφορετικό».

Ένα τέτοιο μίγμα από παλιά και νεότερα ονόματα είναι και οι τελευταίες κυκλοφορίες της TUM. Η συνάντηση του Dave Lindholm με τον Henrik Otto Donner, δύο παλαίμαχων της Φιλανδικής σκηνής, διαφέρει αρκετά από το υπόλοιπο ρόστερ της εταιρείας. Ο Lindholm, κιθαρίστας, τραγουδοποιός και τραγουδιστής με καριέρα που ξεπερνά σε διάρκεια τα σαράντα χρόνια, ακούγεται και φαίνεται σαν σκανδιναβική εκδοχή του Tom Waits με λιγότερο βραχνή και περισσότερο μελωδική φωνή, ενώ ο Donner είναι ένας βετεράνος συνθέτης και ενορχηστρωτής, με ακόμη μεγαλύτερη προϋπηρεσία αλλά ελάχιστα γνωστός έξω από τη Φιλανδία. Στο More than 123” τους ακούμε σε ένα σετ από όμορφα κομμάτια που έγραψαν οι δυο τους, όλα τους γεμάτα με άρωμα από μπλουζ και Νέα Ορλεάνη, και όλα τους παιγμένα από μια εξαιρετική επταμελή έως ενδεκαμελή μπάντα, όπου συμμετέχει και ο έξοχος σαξοφωνίστας Manuel Dunkel, που τον είχαμε χαρεί πέρσι με τον Γιώργο Κοντραφούρη. Το History Of Jazz In Reverse από το FAB Trio, δηλαδή τον Joe Fonda, τον Barry Altschul και τον Billy Bang είναι ένα σύνολο από ελεύθερες συνομιλίες ανάμεσα στο μπάσο, τα τύμπανα και το βιολί, έτσι όπως εξελίχτηκαν επιτόπου κατά την ηχογράφηση. Εξαίρεση το “One for Don Cherry” γραμμένο από τον Billy Bang και μια όμορφη εκτέλεση του πασίγνωστου “Chan Chan” του Compay Segundo, ένα κομμάτι που συνήθιζε να παίζει ο Bang και με τα άλλα του γκρουπ. Για τον Andrew Cyrille οι Haitian Fascination είναι μια προσπάθεια επιστροφής στις ρίζες του, αφού και οι δύο γονείς του ήταν από την Αϊτή. Έτσι το Route De Freresόλο ζωντάνια, χαρούμενους ρυθμούς και έντονα χρώματα της Καραϊβικής ακούγεται αρκετά διαφορετικό σε σχέση με αυτά που μας έχει συνηθίσει ο σπουδαίος ντράμερ. Την αμερικανοαϊτινή αυτή σύμπραξη συμπληρώνουν ο Hamiet Bluiett στο βαρύτονο και ο Lisle Atkinson στο μπάσο από τη μια και από την άλλη ο Alix Pascal στην ακουστική κιθάρα και ο Frisner Augustin στα κρουστά και τα φωνητικά. Όπως είπε προηγουμένως ο Petri Haussila, ο Mikko Innanen είναι μεγάλο ταλέντο. Στα 32 έχει ήδη πάνω από 15 CD σε ρόλο leader ή co-leader στα οποία έχουν συμμετάσχει μουσικοί όπως ο Han Bennink και ο John Tchikai. Σε ένα από αυτά, το “The Quintet” με το γκρουπ Contrasts του μπασίστα Wade Mikkola, ηχογράφησε μαζί με το Γιώργο Κοντραφούρη. Το Clustrophyείναι τo δεύτερο άλμπουμ του με τους Innkvisitio, ένα γκρουπ που εδώ παρουσιάζεται με ασυνήθιστη μορφή (τρεις σαξοφωνίστες, συνθεσάιζερ, κρουστά). Κοιτάζοντας προς πολλές κατευθύνσεις οι Innkvisitio συνδυάζουν το δυνατό σουίνγκ με την ανοικτή οπτική της φρι τζαζ μέσα σε ένα φουτουριστικό σκηνικό που δημιουργούν τα πλήκτρα του Seppo Kantonen. Το Olavi Trio τέλος αποτελείται από τρεις μουσικούς που όλοι τους έχουν το Olavi μέσα στο όνομά τους και που ο ένας με τον άλλον απέχουν ηλικιακά είκοσι χρόνια: τον εβδομηντάχρονο μπασίστα Teppo Olavi Hauta-aho, τον πενηντάχρονο τρομπονίστα Jari Olavi Hongisto και τον ντράμερ Niilo Olavi Louhivuori που πρόσφατα πάτησε τα τριάντα. Με το “Triologia”, ενισχυμένοι σε μερικά κομμάτια από τον κιθαρίστα Kalle Kalima, τον τρομπετίστα Verneri Pohjola και τον αγαπημένο της TUM Juhani Aaltonen, αφήνονται σε ένα ελεύθερο ταξίδι, όπως λένε οι ίδιοι «σε έναν τρόπο ζωής που στηρίζεται στο διαρκές κυνήγι της στιγμής».

Ο Petri Haussila ξέρει βέβαια ότι η οικονομική κρίση και ο κατήφορος της δισκογραφικής αγοράς δεν αφήνουν περιθώρια να πετά στα σύννεφα. «Το μέλλον παραμένει ομιχλώδες. Προς το παρόν σκοπεύω να επικεντρωθώ στην κυκλοφορία CD με υψηλής ποιότητας digipack και εκτενή ένθετα, με ποιοτικές φωτογραφίες και εξώφυλλα που επιμελούνται Φιλανδοί καλλιτέχνες, αλλά όταν το CD ξεπεραστεί όλα αυτά προφανώς θα αλλάξουν. Ειλικρινά δεν έχω σκεφτεί τι θα κάνω σε αυτή την περίπτωση».

Το ξεκίνημα του 2012 πάντως προβλέπει φουλ πρόγραμμα για την TUM, καθώς προγραμματίζει να κυκλοφορήσει μεταξύ άλλων ηχογραφήσεις των Juhani Aaltonen, Iro Haarla, Mikko Innanen, Kalle Kalima, Wadada Leo Smith και Verneri Pohjola. Επίσης θα εκδώσει την τελευταία ηχογράφηση του Billy Bang με το γκρουπ του, που έγινε στο Ελσίνκι στις αρχές του 2011 (ο Billy Bang πέθανε τον προηγούμενο Απρίλιο), αλλά και CD των W.A.R.M. (Reggie Workman, Pheeroan AkLaff, Sam Rivers και Roscoe Mitchell), Archie Shepp και πολλών ακόμη.

επαφή: www.tumrecords.com

Jazz & Tzaz, Φεβρουάριος 2012

Karolina Strassmayer – Drori Mondlak

Karolina Strassmayer / Drori Mondlak: “Joining Forces” (Lilypad Music)

Συντροφιά με τους ίδιους συνεργάτες και πάντα σε δική του ανεξάρτητη παραγωγή, ο ντράμερ Drori Montlak, μένει πιστός στον ήχο που έχει διαμορφώσει από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας και που στηρίζεται στο ποστ μποπ. Στα τρία μέχρι σήμερα CD του, το “Wake-up Call” (2003), το “Point in Time” (2008) και τώρα στο “Joining Forces”, η αυστριακή άλτο σαξοφωνίστα Karolina Strassmayer και ο κιθαρίστας Cary DeNigris είναι αμετακίνητα μέλη του κουαρτέτου του, όπου μόνο η θέση του μπασίστα δεν είναι παγιωμένη.

Η διαφορά εδώ, στο “Joining Forces” δηλαδή, είναι ότι η Strassmayer εμφανίζεται πια σε ρόλο co-leader. Καθένας τους, πλην του έμπειρου κοντραμπασίστα John Goldsby (ο οποίος αν και εμφανίζεται μάλλον ως sideman συμβάλλει τα μέγιστα στο όλο αποτέλεσμα και κάνει δυο-τρία δυνατά σόλο), μέσω των κομματιών που υπογράφει δίνει και το δικό του συνθετικό στίγμα. Από τις τέσσερις συνθέσεις της Strassmayer, το “Calling All Shadows” σε γρήγορο τέμπο, οδηγείται από μια σε στυλ Coltrane πνευματική ανάταση, ενώ στις υπόλοιπες τρεις, πιο περίπλοκες αρμονικά, είναι το λυρικό στοιχείο που επικρατεί, προφανώς όχι τυχαία αφού δείχνει να έχει μια έφεση στις μπαλάντες και στο μελωδικό παίξιμο. Ο DeNigris, ένας ολοκληρωμένος κιθαρίστας με γλυκό τόνο και όμορφες, ευρηματικές γραμμές σε οποιαδήποτε ταχύτητα, προτιμά να ανεβάσει τους τόνους με δυνατό φανκι ρυθμό στα “See You Later (On the Other Side)” και “What Was That”. Τέλος ο Montlak στο ιδιότροπο “After All” και το σόλο ντραμς “Overtime” φέρνει σε πρώτο πλάνο τη ρυθμική δεξιοτεχνία του. Όλα αυτά μαζί, συν η παλιομοδίτικη στάνταρντ μπαλάντα “If You Could See Me Now”, απαρτίζουν άκουσμα διάρκειας μιας ώρας που κυλά ευχάριστα και απολαυστικά.

www.drorimondlak.com

Jazz & Tzaz, Φεβρουάριος 2012

Jean-Michel Pilc

Following all paths

Όχι κόνσεπτ, όχι γενικεύσεις, στερεότυπα και προκαταλήψεις, καμιά προσπάθεια να αναλύσει αυτό που κάνει. Δεν λειτουργεί ποτέ βάσει σχεδίου και αισθάνεται σαν ένας μουσικός πομπός που εκπέμπει ό,τι ακούει και ό,τι περνά από μέσα του, επαναλαμβάνοντας με την πρώτη ευκαιρία τα λόγια του Πικάσο «Δε ζωγραφίζω, η ζωγραφική με χρησιμοποιεί» ή την απάντηση του Στραβίνσκι όταν τον είχαν ρωτήσει πώς έγραψε την «Ιεροτελεστία της Άνοιξης»: Απλά πέρασε από μέσα μου.

Αντίθετα στον κανόνα που θέλει την πλειονότητα των γνωστών μουσικών στις μέρες μας να έχουν συστηματικές σπουδές στα μεγάλα ωδεία, ο Jean-Michel Pilc είναι αυτοδίδακτος στην τζαζ. Μεγάλωσε σε ένα σπίτι γεμάτο από δίσκους και άκουγε μετά μανίας τον Bix Beiderbecke, μέσω του οποίου ανακάλυψε την τζαζ και που παραμένει μέχρι σήμερα ο αγαπημένος του μουσικός. Σπούδασε τηλεπικοινωνίες και στα μέσα της δεκαετίας του ‘80 δούλευε στο εθνικό κέντρο διαστημικών μελετών της Γαλλίας στο Παρίσι. Οι ώρες όμως που του απέμεναν για να ασχοληθεί με το πιάνο δεν του έφταναν και παράτησε αυτή τη δουλειά για να αφοσιωθεί στη μουσική. Το 1995 φτάνοντας τα τριάντα πέντε του χρόνια και έχοντας καθιερωθεί πλέον στην πατρίδα του, αισθάνθηκε ότι ήταν ο καιρός να ζήσει αυτό που έκανε στο μέγιστο βαθμό και εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη. Οι περισσότερες ηχογραφήσεις του είναι για τη γαλλική Dreyfus με το τρίο στο οποίο συμμετέχουν ο γάλλος μπασίστας Francois Moutin, που παίζει μαζί του εδώ και τριάντα χρόνια και ο ντράμερ Ari Hoenig. Πρόσφατα μεταπήδησε στη νεοϋρκέζικη Motema Music με την οποία κυκλοφόρησε το σόλο πιάνο “Essential” και το “Threedom” με το επανασυσταθέν τρίο με το συλλογικό πλέον όνομα Pilc Moutin Hoenig. Με αφορμή τα δύο αυτά CD μιλήσαμε μαζί του για να ανακαλύψουμε ένα ομιλητικό και αυθόρμητο συζητητή που αναπτύσσει με ευχέρεια και ειλικρίνεια ξεκάθαρες ιδέες και απόψεις.

επαφή: www.jmpilc.com

Συνέντευξη με τον Jean-Michel Pilc

Ως αυτοδίδακτος μουσικός που τώρα διδάσκεις, ποια είναι τα στοιχεία εκείνα που παροτρύνεις τους μαθητές σου να αναπτύξουν;

Στόχος μου ως δάσκαλος – αν και προτιμώ τη λέξη coach – είναι να δημιουργώ αυτοδίδακτους μουσικούς σαν και μένα. Η μουσική μου αναζήτηση ποτέ δεν βασίστηκε στο «πώς» αλλά στο «γιατί όχι;». Γιατί να μην προσπαθήσω να δοκιμάσω αυτό ή να κάνω το άλλο, να δω τι θα συμβεί; Να μελετήσω τα πάντα, να πειραματιστώ κυριολεκτικά με ο,τιδήποτε πέσει στα χέρια μου και να δω πού θα με πάει, να ακολουθήσω όλα τα μονοπάτια και να δω πού οδηγούν. Κι ύστερα να ξεχάσω όλα εκείνα στα οποία εξασκήθηκα και να επιστρέψω στη μουσική δημιουργία.

Αντί να είμαι ένας ακόμη δάσκαλος, που λέει στους μαθητές του τι να κάνουν και πότε να το κάνουν, σκοπός μου είναι να γίνομαι ο καταλύτης, χάρη στον οποίο μέχρι ένα σημείο αισθάνονται ότι η μουσική διαπερνά το σώμα και την ψυχή τους. Όταν το πετυχαίνω, βλέπω ολόκληρη τη φυσική τους εμφάνιση, ολόκληρο το σώμα τους φαίνεται πως αντιδρά διαφορετικά. Περνούν σε μια κατάσταση που λέει «αυτό είναι» και εκεί βρίσκεται όλη η ουσία. Ο ρόλος μου είναι να τους οδηγήσω σε αυτή την κατάσταση, σαν ένας καλός ψυχολόγος ή ένας καλός διευθυντής ορχήστρας. Δεν τους διδάσκω τίποτα, τους οδηγώ κάπου.

Δεν δίνεις λοιπόν έμφαση τόσο στην τεχνική, όσο στο τι μπορεί να κάνει κάποιος με αυτά που ξέρει;

Εξαρτάται από τον μαθητή. Προσαρμόζω το μάθημα στο πώς αισθάνομαι, το πώς ακούω και τι ακούω στο παίξιμο του καθενός. Για μένα το να διδάξω ένα μαθητή είναι πάντα μια ξεχωριστή εμπειρία που δεν μπορεί να αναπαραχθεί. Κάποιοι μαθητές χρειάζονται περισσότερες γνώσεις, κάποιοι περισσότερη τεχνική, αλλά κυρίως τους χρειάζεται να επιστρέψουν στην επαφή με την εσωτερική τους φωνή και τα συναισθήματα. Πολλοί παίζουν νότες που δεν τις ακούν καν ή δεν τις αισθάνονται. Αυτό είναι κάτι που το πετυχαίνει κανείς όταν ακούει, αισθάνεται και δουλεύει εξαρχής το ρυθμό και τη μελωδία.

Χρειάστηκες πολύ καιρό από τότε που εγκαταστάθηκες στη Νέα Υόρκη για να αισθανθείς σιγουριά για τον εαυτό σου;

Η λέξη σιγουριά είναι περισσότερο μια προσωπική υπόθεση για κάθε καλλιτέχνη, που υπακούει σε εσωτερικούς κύκλους παρά σε γεωγραφικές καταστάσεις. Κάποιες φορές αισθάνομαι σίγουρος, κάποιες άλλες βρίσκομαι σε τρομερή αμφιβολία και οπουδήποτε κι αν βρίσκομαι πάνω στον πλανήτη δεν έχει καμιά σημασία. Η μουσική είναι ένα σύμπαν από μόνη της και κάθε μουσικός μεταφέρει το δικό του ή το δικό της κόσμο. Για μένα αυτό είναι που έχει σημασία και όχι πού ζει και από πού είναι.

Όπως έχεις δηλώσει αρκετές φορές δεν έχεις ποτέ στο μυαλό σου οποιοδήποτε κόνσεπτ όταν συνθέτεις ή όταν παίζεις. Πώς επιλέγεις συνήθως το υλικό των άλμπουμ σου;

Εξαρτάται από το άλμπουμ. Κάποιες φορές όπως στο “True Story” (το τελευταίο μου με την εταιρεία Dreyfus), υπάρχουν πρωτότυπες συνθέσεις που παίζω με το γκρουπ μου και τις οποίες με φυσικό τρόπο τις ηχογραφώ και στο στούντιο. Δεν πρόκειται για κόνσεπτ, αλλά για υλικό που μου αρέσει να παίζω. Τα δύο πιο πρόσφατα CD για την εταιρεία Motema, το “Essential” και το “Threedom”, αποτελούν εντελώς αυτοσχεδιαζόμενη μουσική, ενώ τα στάνταρντ έχουν παιχτεί χωρίς οποιαδήποτε προηγούμενη προετοιμασία. Σε όλες τις περιπτώσεις μόλις τελειώσει μια ηχογράφηση, περιμένω λίγες μέρες και ύστερα ακούω ό,τι έχει γραφτεί εξαρχής και επιλέγω αυτά που μου αρέσουν περισσότερο. Με άλλα λόγια απόλυτος οδηγός είναι η ποιότητα της ηχογραφημένης μουσικής και όχι κάποιος αυστηρός προγραμματισμός. Η μουσική και μόνο η μουσική έχει τον πρώτο ρόλο.

Γιατί συνήθως προτιμάς να δουλεύεις είτε με το σταθερό σου τρίο, είτε σόλο. Χρησιμοποιείς καθόλου μεγαλύτερα σχήματα;

Το είχα κάνει όταν ήμουν στη Γαλλία. Στο άλμπουμ “Big One” του 1993 συμμετείχαν  13 μουσικοί. Στην πραγματικότητα έχω γράψει και ακόμη γράφω πολύ υλικό για μεγαλύτερα σχήματα. Έχοντας γίνει πρόσφατα πατέρας η υλοποίηση αυτών των σχεδίων μου έχει καθυστερήσει, αλλά βεβαίως ελπίζω ότι θα καταφέρω να παίξω και να ηχογραφήσω αυτό το υλικό στο κοντινό μέλλον. Δεν προτιμώ να παίζω σόλο ή με το τρίο ή ο,τιδήποτε άλλο, καθώς κάθε σπουδαίο σχήμα σού προσφέρει μια μοναδική, ασύγκριτη μουσική ευχαρίστηση. Όμως είναι δυσκολότερο να δημιουργήσεις και να διατηρήσεις ένα μεγάλο σύνολο και μερικές φορές προτιμάς κάτι πιο απλό και με λιγότερα προβλήματα στη μουσική σου ζωή! Με άλλα λόγια περισσότερη μουσική και λιγότερα λογιστικά.

Ο Keith Jarrett έχει πει ότι σκοπός του standard trio του είναι να παίζει μουσική που τόσο εκείνος όσο και ο Gary Peacock και ο Jack DeJohnette την γνωρίζουν ήδη τόσο καλά, ώστε δεν χρειάζεται κανένας τους να πει ο,τιδήποτε για να προετοιμαστούν πριν αρχίσουν να παίζουν. Ποια είναι η προσέγγιση του δικού σου τρίο;

Κι εμείς δε λέμε κουβέντα που ξεκινήσουμε να παίζουμε! Κάποιες φορές δεν ξέρουμε καν ποιο standard πρόκειται να παίξουμε, μέχρι το κομμάτι στην κυριολεξία παιχτεί μόνο του. Και ποτέ δεν το ξαναπαίζουμε με τον ίδιο τρόπο, μέχρις σημείου να μη μοιάζει καθόλου ότι πρόκειται για το ίδιο κομμάτι. Είναι αυτό που λέμε αυτοσχέδια σύνθεση, δημιουργία ενός νέου μουσικού κομματιού κάθε φορά. Η μουσική παίζει εμάς αντί να συμβαίνει το αντίθετο.

Ένα μεγάλο μέρος από το τελικό αποτέλεσμα όταν παίζει κανείς με άλλους προέρχεται από την αλληλεπίδραση μαζί τους. Τι γίνεται όταν παίζει κανείς μόνος του, οπότε απουσιάζει αυτή η αλληλεπίδραση;

Είναι μια καλή ερώτηση. Έχω ανακαλύψει ότι όταν παίζει κανείς σόλο, στην πραγματικότητα δεν παίζει πιάνο αλλά διευθύνει μια ορχήστρα, με τη διαφορά ότι όλοι οι μουσικοί βρίσκονται στο μυαλό (και τα δάκτυλά του). Όπως το είχε θέσει περίφημα ο Jelly Roll Morton το πιάνο πρέπει πάντα να μιμείται μια ορχήστρα. Πιστεύω ότι όλοι οι μεγάλοι πιανίστες και συνθέτες όπως για παράδειγμα ο Μπετόβεν ή ο Σοπέν πριν από ο,τιδήποτε άλλο είναι ενορχηστρωτές. Σαν σόλο πιάνο αυτοσχεδιαστής πρέπει κανείς να ακούει, να αισθάνεται και να μεταφέρει ταυτόχρονα μια ολόκληρη ορχήστρα.

Η κυριότερη δυσκολία είναι ότι πρέπει να φαντάζεται και να δημιουργεί στο μυαλό του την κατάλληλη ορχήστρα, κάτι που μπορεί να είναι και πλεονέκτημα αφού μπορείς να διαλέγεις – ή και να διώχνεις – τους μουσικούς που θέλεις κάθε φορά, ακόμη και στη μέση ενός κομματιού. Επιπρόσθετα καθένας τους θα συνεισφέρει αρκετές ιδέες, κάτι πάλι που μπορεί να δημιουργήσει και πρόβλημα γιατί σε μια καλή μπάντα οι μουσικοί αλληλοσυμπληρώνονται αλλά και έρχονται σε αντιπαράθεση ο ένας με τον άλλο. Γι αυτό και το σόλο πιάνο είναι μια επικίνδυνη άσκηση, που σπάνια πετυχαίνει, και όταν πετυχαίνει συχνά θυμίζει σχιζοφρένεια ή σύνδρομο διχασμένης προσωπικότητας. Ακούστε για παράδειγμα το τρελό τρέξιμο του Art Tatum στη μέση ενός εντελώς απαλού και χαλαρού κομματιού, η τις παραπλανητικά απλές μελωδικές γραμμές του Monk να σχοινοβατούν πάνω από ένα ιλιγγιώδες αρμονικό βάραθρο.

Βρίσκεις καθόλου χρόνο να ακούσεις μουσική; Παρακολουθείς τι συμβαίνει στη σημερινή σκηνή;

Συνήθως ακούω αυτά τα οποία είμαι σίγουρος ότι μου αρέσουν. Έτσι αυτό τον καιρό είμαι πολύ συντηρητικός στα ακούσματά μου. Πρόσφατα άκουσα αρκετά «καινούρια» πράγματα στο YouTube, με ανάμεικτα συναισθήματα για να είμαι ειλικρινής.  Ίσως λόγω έλλειψης χρόνου ή λόγω αντίδρασης σε όλη αυτή τη μουσική που έχω μέσα στο μυαλό μου με προσελκύουν πράγματα τα οποία μου είναι οικεία και με συγκινούν περισσότερο. Θα πρέπει να παραδεχτώ ότι κυρίως πρόκειται για «κλασική μουσική», ένας όρος που δεν μου αρέσει καθόλου. Τον τελευταίο καιρό πέρασα μια μεγάλη περίοδο Σούμπερτ, δεν μπορούσα να χορτάσω τη μουσική του. Τα ακούσματά μου λειτουργούν με κύκλους. Μπορεί να κολλήσω σε ένα και μόνο συνθέτη, ή και σε ένα κομμάτι για μια μεγάλη χρονική περίοδο και να το ακούω με μανία.

Τι δουλεύεις αυτή τη στιγμή;

Παίζω πολύ Μπαχ, Μπετόβεν, Μότσαρτ και Σοπέν. Επίσης γράφω πάρα πολλή νέα μουσική που σκοπεύω να την περιλάβω σε ένα μελλοντικό άλμπουμ.

Jazz & Tzaz, Ιανουάριος 2012

Michael Jefry Stevens – Satoko Fujii

Με δικό του τρόπο ο καθένας καταφέρνουν και οι δύο να φτάνουν στο ίδιο αποτέλεσμα. Να είναι απίστευτα παραγωγικοί, σε βαθμό που γίνεται πραγματικά πολύ δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς πλήρως τη δισκογραφία τους και να παίζουν ασταμάτητα περιοδεύοντας ανά τον κόσμο. Ο Michael Jefry Stevens επιλέγει μικρά, κλασικά σε δομή γκρουπ και ηχογραφεί με πολλές εταιρείες. Αντίθετα τα σχήματα της Satoko Fujii ποικίλουν σε μέγεθος και έχουν συχνά «ανορθόδοξους» συνδυασμούς οργάνων, ενώ οι ηχογραφήσεις της κυκλοφορούν κυρίως από τη δική της δισκογραφική εταιρεία Libra Records.

Δεν ξέρω αν ξεμπέρδεψε για φέτος με αυτά τα CD ο νεοϋορκέζος στην καταγωγή και κάτοικος του Μέμφις πιανίστας Michael Jefry Stevens. Έχει λίγο καιρό μέχρι το τέλος της χρονιάς για να κάνει κάτι ακόμη με κάποιο από τα ούτε λίγο ούτε πολύ 15 σχήματα -αν δεν παρέλειψε κανένα σε όσα αναφέρει στο σάιτ του- με τα οποία δουλεύει.

In Transit λέγεται το ελβετικό κουαρτέτο του Stevens και το Shifting Moods(Konnex) είναι το δεύτερο άλμπουμ που κυκλοφορεί μαζί του. Ως διαδικασία τούτο εδώ το λάιβ στο Moods Jazz Club της Ζυρίχης δεν διαφέρει από το “Moving Stills”, που κυκλοφόρησε πριν από τρία περίπου χρόνια, αφού είτε πάνω στη σκηνή, είτε στο στούντιο, ο πιανίστας και οι τρεις Ελβετοί συνεργάτες του παίζουν μια και έξω αυτοσχέδιες συνθέσεις. Ξεκινώντας σχεδόν κάθε φορά από ένα αφαιρετικό, ατονικό σχεδίασμα του πιάνου, ο Stevens δημιουργεί ένα πλαίσιο οργανωμένης ελευθερίας, που παρακινεί το σαξοφωνίστα Jurg Solothurnmann, τον μπασίστα Daniel Struder και τον ντράμερ Dieter Ulrich, να παρασυρθούν όσο μακρύτερα γίνεται. Στο δρόμο που διανύουν απελευθερώνουν άφθονη ενέργεια, κάπου κάπου όμως μια αόριστη μελωδική φράση τους οδηγεί και σε στιγμές λυρισμού.

Ηχογραφημένο επίσης στη Ζυρίχη και με τη συμμετοχή των δύο εκ των τεσσάρων In Transit στις τάξεις του (εκτός του Stevens παίζει και ο Ulrich), το Griffith/Stevens Quartet κινείται σε εντελώς διαφορετικό έδαφος. ΤοOnly Love(Artists Recording Collective) περιλαμβάνει δέκα τραγούδια που έχουν αιχμή του δόρατος τη φωνή του μικροσκοπικού (καθ’ ύψος τουλάχιστον) Miles Griffith, που δεν είναι ο τραγουδιστής με τη κοινά αποδεκτή  ωραία φωνή, αλλά περισσότερο ένας δεινός περφόρμερ και αυτοσχεδιαστής. Με τα γρυλίσματα, τις βραχνές κορώνες και τη λογοδιάρροια του φρενιασμένου του σκατ, τραβά εξαρχής την προσοχή πάνω του, όπως κάνει κατά κανόνα οπουδήποτε συμμετέχει. Ανάμεσα στους βρυχηθμούς του “Sometimes”, το θεότρελο “Oh Mama” όπου κάνει λογοπαίγνιο με το όνομα Obama, ή το “Lonely Tears” όπου κάποια στιγμή τραγουδάει σαν να κάνει γαργάρα, ακούγεται «παράξενα» όταν  στο “Highway Blues” παραμένει στα όρια του στρέιτ μπλουζ και στα “Perfect Dream”, “Borderline” και “Only Love” τραγουδά με συμβατικό τρόπο μια μπαλάντα.

Επί ευρωπαϊκού εδάφους πάντα το Icicles(Konnex) είναι η δεύτερη εμφάνιση του Stevens με το Eastern Boundary Quartet. Ένα κουαρτέτο κατά το ήμισυ αμερικάνικο, με τον πιο κοντινό συνεργάτη του πιανίστα, τον Joe Fonda στο μπάσο (διατηρούν το Fonda/Stevens Group 25 χρόνια τώρα και παίζουν μαζί σε πολλούς άλλους συνδυασμούς) και κατά το ήμισυ ουγγρικό χάρη στη συμμετοχή του Balazs Bagyi στα τύμπανα και του Mihaly Borbely στο σαξόφωνο. Με την εξαίρεση των δύο πρώτων κομματιών, του “Fish Soup” που εκτυλίσσεται γύρω από μια φάνκι μπασογραμμή του Fonda και της λυρικής μπαλάντας “Icicles”, σε όλο το υπόλοιπο άλμπουμ επιχειρείται η προσέγγιση ανατολής – δύσης. Το γεφύρωμα αυτό αναλαμβάνει στο “Borders” ο Fonda, που με ένα δίλεπτο μονόλογο οδηγεί την ουγγρική φολκ εισαγωγή σε ένα αυτοσχεδιαστικό κρεσέντο γεμάτο με διαφωνίες από τα πλήκτρα του Stevens. Στο “Soft Balkan Wind”, το “Hungarian Jazz Rhapsody” και το “Tansylvania Blues” εμπνέονται ξεκάθαρα από ουγγρικά και βαλκανικά θέματα, με τον Borbely πότε στο σοπράνο και πότε στο ταρογκάτο (ένα πνευστό ρουμανο-ουγγρικής προέλευσης, που βρίσκεται ανάμεσα στο κλαρινέτο και στο σοπράνο σαξόφωνο), ενώ στο “China” η σύγκλιση ανατολής-δύσης φτάνει μέχρι την Κίνα.

Τέταρτη στη σειρά ευρωπαϊκή ηχογράφηση για τον Stevens, το Dear Jonas (Konnex), είναι ένα ντούο άλμπουμ του πιανίστα με το Δανό κιθαρίστα Jon Hemmersam. Το μεγαλύτερο μέρος του καλύπτεται από δύο εκτενή κομμάτια, τη σουίτα “Amber” σε τρία μέρη και το “Blue Peace” (σε δύο μέρη αυτό), που καθένα τους διαρκεί συνολικά πάνω από είκοσι λεπτά. Και τα δύο φαίνεται να προέρχονται από ελάχιστα γραμμένα μέρη που αποτελούν αφορμές για τους μακροσκελείς, ελεύθερους σε ανάπτυξη διαλόγους ανάμεσα στην ακουστική κιθάρα και το πιάνο. Περισσότερο δομημένα και με πιο συγκεκριμένη μελωδία ακούγονται τα υπόλοιπα δύο κομμάτια, το “Andrea” και ιδίως το “Dear Jonas”, που σε όλη του τη διάρκεια διατηρεί τη μελωδικότητα της μπαλάντας.

Η προσφιλής τακτική της Satoko Fujii να κυκλοφορεί πάνω από ένα CD την ίδια μέρα, έφτασε στο αποκορύφωμά της στις 12 Σεπτεμβρίου του 2006, όταν εμφανίστηκαν ταυτόχρονα 4 άλμπουμ της, από 4 διαφορετικές εταιρίες και καθένα με μια διαφορετική big band. Σχετικά πιο συγκρατημένη … φέτος η πιανίστα από το Τόκιο, στις 19 Ιουλίου άρχισε να διαθέτει μέσω της Libra Records 3 καινούριες δουλειές της. Επιθυμία της αυτή τη φορά ήταν να κάνει ένα δώρο στο σύντροφό της και στη μουσική και στη ζωή, τον τρομπετίστα Natsuki Tamura, για τα εξηκοστά του γενέθλια, το λεγόμενο kanreki στην Ιαπωνία, όταν δηλαδή κάποιος συμπληρώσει έναν πλήρη κινέζικο ζωδιακό κύκλο (που περιλαμβάνει 5 eto, τους μικρότερους κύκλους που διαρκούν 12 έτη).

Eto ονομάζεται και το άλμπουμ της με τη δεκαπενταμελή Orchestra New York, την πιο παλιά από τις τέσσερίς της big band (οι άλλες τρεις έχουν έδρα το Τόκιο, το Κόμπε και τη Ναγκόγια αντίστοιχα), που υπάρχει από το 1997 και στην οποία συμμετέχουν πολλοί σημαντικοί σολίστες όπως ο Ellery Eskelin, o Chris Speed, o Herb Robertson και o Joe Fiedler. Κεντρικό κομμάτι του CD είναι η ομώνυμη σουίτα που ανάμεσα στην εισαγωγή και τον επίλογό της περιλαμβάνει 12 σύντομα μέρη, σε καθένα από τα οποία ένα όργανο αναπαριστά ηχητικά κάποιο από τα ζώα του ζωδιακού κύκλου. Έτσι στο “Rat” το κλαρινέτο του Chris Speed αποδίδει τo γοργό, νευρικό τρέξιμο του αρουραίου, στο “Ox” το τρομπόνι του Joey Sellers ακολουθεί την αργή γαλήνια κίνηση του βοδιού, στο “Horse” το βαρύτονο του Andy Laster δίνει τον περήφανο καλπασμό του αλόγου, στο “Snake” η τρομπέτα με σουρντίνα του Tamura μιμείται το απειλητικό σύρσιμο του φιδιού κι ούτω καθεξής. Τα υπόλοιπα τρία κομμάτια είναι μεγαλύτερης διάρκειας και αναδεικνύουν περισσότερο την ενορχηστρωτική ικανότητα της Fujii, με σύνθετη γραφή, συνεχείς αλλαγές και επιβλητικές εξάρσεις, ιδίως στο “Stroll” που ακούγεται σαν επένδυση επικής κινηματογραφικής ταινίας.

Ένα κεντρικό θέμα, αυτή τη φορά το νερό, υπάρχει και στην ιδέα του Watershed, που είναι το δεύτερο άλμπουμ του Min-Yoh Ensemble. Ενός κουαρτέτου με παράδοξη μορφή (πιάνο, ακορντεόν, τρομπόνι, τρομπέτα) που συνδέεται με τη γιαπωνέζικη παράδοση, εξ ου και η ονομασία του, η οποία στα γιαπωνέζικα σημαίνει φολκ μουσική. Αν και απουσία μπάσου και ντραμς στο σύνολο αυτό το αναμενόμενο είναι να στηρίζεται περισσότερο στην παρτιτούρα, η γραφή ακούγεται συχνά πολύ χαλαρή και το όλο άκουσμα επικεντρώνεται κυρίως στον αυτοσχεδιασμό. Το τρομπόνι του Curtis Hasselbring και η τρομπέτα του Tamura δίνουν συχνά τον ήχο της ροής και της κίνησης του νερού, με τη συνοδεία του ακορντεόν της Andrea Parkins που βρίσκεται σε συνεχή διάλογο μαζί τους και της Fujii που παίζει μινιμαλιστικές γραμμές, σκόρπια ακόρντα ή τσιμπά τις χορδές του πιάνου.

Η Fujii, ο Tamura και δύο γάλλοι μουσικοί, ο τρομπετίστας Christian Pruvost και ο ντράμερ Peter Orins απαρτίζουν το πρωτοεμφανιζόμενο κουαρτέτο Kaze.  Ένα ακόμη γκρουπ με περίεργο συνδυασμό οργάνων που το ντεμπούτο τουRafale ηχογραφήθηκε ζωντανά στην Κρακοβία στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τα διακόσια χρόνια από τη γέννηση του Σοπέν. Το “Noise Chopin” αποδίδει χαρακτηριστικά το όλο κλίμα του άλμπουμ, που επιχειρεί ένα συνδυασμό στοιχείων της κλασικής μουσικής με το θόρυβο.  Έτσι στις έξι συνθέσεις του άλμπουμ (εκ των οποίων οι τρεις ανήκουν στον  Evans) υπάρχουν αρκετές γαλήνιες και λυρικές στιγμές, αλλά και περιπετειώδεις στα όρια του θορύβου και της κακοφωνίας αυτοσχεδιασμοί.

επαφές: www.michaeljefrystevens.com, http://www2s.biglobe.ne.jp/~Libra/

Jazz & Tzaz, Δεκέμβριος 2011

Samuel Blaser

Samuel Blaser: “Consort in Motion” (Kind of Blue) / Boundless (Hat Hut)
Δύο CD με δύο αρκετά διαφορετικά μεταξύ τους πρότζεκτ για τον ελβετό τρομπονίστα Samuel Blaser αυτή τη χρονιά. Το “Consort in Motion”, ηχογραφημένο στο New Jersey με ένα κουαρτέτο όπου συμμετέχει ο Paul Motian, ο πιανίστας Russ Lossing και ο μπασίστας Thomas Morgan, είναι μια φιλόδοξη προσπάθεια να συνδυαστεί το μπαρόκ και η τζαζ, με ένα μίγμα από διασκευές σε έργα τριών ιταλών συνθετών του 17ου αιώνα (Monteverdi, Frescobaldi και Marini) και συνθέσεων του Blaser που τις εμπνεύστηκε από αυτούς. Στην ουσία το μεγαλύτερο μέρος του άλμπουμ είναι αφιερωμένο στον Claudio Monteverdi αφού πέντε από τα δέκα κομμάτια είναι δικά του και δύο ακόμη αναφέρονται σε εκείνον, ενώ το “Ritornello” σε ρόλο κεντρικού κομματιού, εμφανίζεται σε δύο εκτελέσεις, που λειτουργούν σαν συνδετικός κρίκος με τα υπόλοιπα. Οι τέσσερις μουσικοί δανειζόμενοι τις πολύπλοκες μελωδίες και αρμονίες των πρωτοτύπων, αφήνονται να παρασυρθούν μακριά από την παρτιτούρα με ελεύθερο παίξιμο και εγκεφαλικούς αυτοσχεδιασμούς. Μένοντας ως επί το πλείστον σε χαμηλές ταχύτητες ο Blaser αναπτύσσει τις μελωδίες με παραπονεμένες γραμμές και εκτεταμένη χρήση των multiphonics, κάτω από ακατάπαυστους χρωματισμούς και ξεσπάσματα του Lossing και ρουμπάτο αγωγή από τον Motian και τον Morgan.
Στο “Boundless” ηχογραφημένο ζωντανά στη Λοζάννη, τη Ζυρίχη και τη Βασιλεία, ο τρομπονίστας παρουσιάζει μόνο δικό του υλικό έχοντας το σταθερό κουαρτέτο του, με το οποίο έχει κυκλοφορήσει άλλα δύο CD και όπου συμμετέχουν ο Γάλλος κιθαρίστας Marc Ducret, ο Ελβετός μπασίστας Bänz Oester και ο Αμερικανός ντράμερ Gerald Cleaver. Ολόκληρο το άλμπουμ καλύπτεται από την ομώνυμη σουίτα η οποία περιλαμβάνει τέσσερα εκτενή μέρη, που καθένα τους ξεπερνά σε διάρκεια τα δεκαπέντε λεπτά. Σε σύγκριση με το “Consort in Motion” το αρμονικό πλαίσιο χαλαρώνει, ο ρυθμός γίνεται πιο έντονος και πιο συγκεκριμένος, οι ταχύτητες φτάνουν συχνά στα ύψη και οι δυνατότητες για ελεύθερες πτήσεις πολλαπλασιάζονται. Ο Blaser με την ικανότητά του να ανταποκρίνεται σε πολλαπλές καταστάσεις και προκλήσεις μπορεί να σουινγκάρει με δύναμη ενώ ύστερα από λίγο μπορούμε να διακρίνουμε καθαρά τις κλασικές του επιρροές. Ο Ducret συνδυάζοντας τον ηλεκτρισμό και τη δύναμη του ροκ με πολύπλοκες τζαζ φόρμες ανεβοκατεβάζει την ένταση βοηθούμενος από το σφιχτοδεμένο ρυθμό του Oester και του Cleaver.
www.samuelblaser.com

Jazz & Tzaz, Δεκέμβριος 2011

Fourth Page

Fourth Page: “Along the Weak Rope” (For/Wind)

Η Carolyn Hume

Η Carolyn Hume

Η πιανίστα Carolyn Hume δουλεύει συνήθως σε ντούο με τον ντράμερ Paul May και μέσα σε μια δεκαετία έχει κυκλοφορήσει μαζί του 5 CD. Κάπου κάπου όμως εμφανίζεται μόνη ή με άλλα, πάντοτε μικρά σχήματα και έχει ηχογραφήσει άλλα 3 άλμπουμ. Σε όλες τις περιπτώσεις τα στοιχεία που επικρατούν είναι τα ίδια: μινιμαλισμός, χαμηλοί τόνοι, εσωστρέφεια. Αυτή τη φορά τη συναντάμε όχι ως leader, αλλά ως μέλος του λονδρέζικου κουαρτέτου Fourth Page, όπου συμμετέχουν ο May, ο κιθαρίστας Charlie Beresford και ο κοντραμπασίστας Paul Marsh. Το πρώτο άλμπουμ του γκρουπ δεν διαφοροποιείται πολύ ως προς το ύφος του σε σχέση με τη δουλειά της Hume. Το αργό τέμπο, ο ακουστικός ήχος και η ίδια σκοτεινή ατμόσφαιρα παραμένουν και στα 6 κομμάτια του “Along the Weak Rope”, δημιουργώντας ένα άκουσμα αυτοσχεδιαστικό μεν, που δεν δίνει όμως έμφαση στο σολάρισμα, ούτε έχει θεαματική εξέλιξη και αλλαγές, αλλά που βασίζεται στην επεξεργασία και ανάπτυξη της ατμόσφαιρας με μικρές, ανεπαίσθητες προσθήκες. Τα ψιθυριστά φωνητικά του Beresford, οι σποραδικές μελωδίες που ακούγονται από τις χορδές του και οι βαριές γραμμές του Marsh επιτείνουν το γκρίζο στις ιμπρεσσιονιστικές εικόνες που συνήθως δημιουργούν τα πλήκτρα της Hume συνοδευόμενα από τα σκουπάκια του May. Στα περισσότερα κομμάτια (“Twist of the Tongue” “The Ash Tree”, “Citadel”) νιώθουμε ένα βαρύ νέφος να κινείται αργά και απειλητικά, το “Along the Weak Rope” θα μπορούσε να αποτελέσει μια ακουστική έκδοση του ήχου του Μπρίστολ, ενώ οι λέξεις που μουρμουρίζει ο Beresford, τα ακόρντα της Hume στο ενδιάμεσο μεγάλων παύσεων και ουποτυπώδης ρυθμός του Marsh και του May είναι ό,τι γεμίζει τον αέρα στα 6 λεπτά του “The Air in Between”.

www.4thpage.com

Jazz & Tzaz, Δεκέμβριος 2011

Sara Serpa – Susana Santos Silva

Γεννήθηκαν την ίδια χρονιά στην Πορτογαλία, είναι νέες, ταλαντούχες και όμορφες και από πολύ νωρίς κατάφεραν να έχουν στο ενεργητικό τους συνεργασίες με πολύ μεγάλα ονόματα της τζαζ. Μέσα από τις δικές τους δουλειές η τρομπετίστα Susana Santos Silva και η βοκαλίστα Sara Serpa ξεχωρίζουν πλέον με τη δική τους φωνή.

Η Sara Serpa σπούδασε κλασικό τραγούδι και πιάνο αλλά ένιωθε μεγαλύτερη έλξη για όσα άκουγε στο Hot Clube Jazz της Λισσαβόνας, παρά για την προοπτική να ασχοληθεί με την κλασική μουσική. Προτίμησε λοιπόν να κατευθυνθεί προς τη Βοστόνη προκειμένου να σπουδάσει αυτοσχεδιασμό. Εκεί ηχογράφησε και το πρώτο της CD με τίτλο “Sara Serpa Quintet” και μετά την αποφοίτησή της, το 2008, εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη. Δεν της πήρε πολύ χρόνο να κάνει τις κατάλληλες γνωριμίες. Τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς έκανε εντυπωσιακή εμφάνιση πλάι στο κουιντέτο του Greg Osby, στο “9 Levels” με το οποίο ο σαξοφωνίστας εγκαινίασε τη δική του εταιρεία. Αμέσως μετά η Inner Circle Music κυκλοφόρησε και το δικό της CD “Praia”. Πέρσι ηχογράφησε με δύο από τους δασκάλους της στη Βοστόνη, με τον Danilo Perez το “Providencia” και με τον Ran Blake ένα ντούο άλμπουμ με τον τίτλο “Camera Obscura”.

Στο καινούριο της CD Mobile (κι αυτό από την Inner Circle), όπως και στα προηγούμενα βασικό χαρακτηριστικό είναι ότι χρησιμοποιεί τη φωνή της σαν ένα όργανο και όχι με γνώμονα πόσες οκτάβες μπορεί να καλύψει ή πόσο καλό βιμπράτο διαθέτει. Η διαφορά είναι ότι εδώ όλα τα κομμάτια έχουν ένα κοινό τόπο. Η αφετηρία τους βρίσκεται σε αναγνώσματα που τη συντρόφεψαν στη διάρκεια ταξιδιών και κατά τη διαμονή της στις πόλεις που πέρασε τον περισσότερο χρόνο της: τη Λισαβόνα, το Άμστερνταμ, τη Βοστόνη και τη Νέα Υόρκη. Αναγνώσματα που κεντρικό τους θέμα είναι το μοναχικό ταξίδι, η εξερεύνηση του αγνώστου. Εικόνες, χρώματα, εντυπώσεις και συναισθήματα ξεχύνονται συνεχώς από τη φωνή της καθώς διαβάζει ένα ταξιδιωτικό κείμενο του John Steinbeck, καθώς τραγουδά στίχους του Cummings που έχει μελοποιήσει η ίδια, ή όταν αποδίδει με φωνητικά χωρίς λόγια σκηνές από την Οδύσσεια του Ομήρου, από το Μόμπι Ντικ του Melville, από ένα ιστορικό κείμενο του Ηρόδοτου. Μια φωνή που διηγείται ιστορίες όχι μόνο με τους στίχους τραγουδιών, αλλά και (κυρίως) με τις μελωδίες που επινοεί τη στιγμή της ερμηνείας, όπως άλλωστε κάθε καλός αυτοσχεδιαστής όποιο όργανο κι αν παίζει. Κεντρικός ο ρόλος του συμπατριώτη της κιθαρίστα Andre Matos που σχεδόν παντού αναπτύσσει μαζί με τη Serpa τα θέματα και τις μελωδίες, ενώ τη rhythm section απαρτίζουν η καναδέζα πιανίστα Kris Davis, ο μπασίστας Ben Street και ο ντράμερ Ted Poor.

Η Susana Santos Silva από το Πόρτο είναι μέλος δύο μεγάλων ορχηστρών: της εγχώριας Orquestra de Jazz de Matosinhos και της διευρωπαϊκής European Movement Jazz Orchestra. Η πρώτη τής έδωσε τη δυνατότητα να συνευρεθεί  με special guests όπως η Maria Schneider, η Carla Bley, ο Lee Konitz, ο Joshua Redman και ο Kurt Rosenwinkel, ενώ και με τις δύο περιοδεύει ανά την Ευρώπη. Το προσωπικό της ντεμπούτο Devils Dress πάντως είναι αμιγώς πορτογαλέζικο. Ηχογραφήθηκε στη Λισσαβόνα με ντόπιους μουσικούς και κυκλοφορεί από την Tone Of A Pitch, του χαρισματικού κιθαρίστα Andre Fernandes (γνώριμου από το Eurojazz της Αθήνας) που συμμετέχει στο κουιντέτο της, έχοντας κεντρικό ρόλο, ακριβώς όπως και ο Matos στο CD της Sepra. Το ομότιτλο κομμάτι, με τις συνεχείς εναλλαγές ανάμεσα στην τρομπέτα και την παραμορφωμένη κιθάρα και ανάμεσα στο ρουμπάτο και το σφιχτό γκρουβ, αντιπροσωπεύει ίσως περισσότερο από όλα το ταίριασμα του καθαρού ακουστικού ήχου με τον ηλεκτρισμό του ροκ που συναντάμε στο μεγαλύτερο μέρος του άλμπουμ. Η έντεχνη γραφή της Silva (έχει συνθέσει 6 από τα 8 κομμάτια του CD) είναι γεμάτη από ιδέες, από μελωδικές και ρυθμικές στροφές, σπάνια ακολουθώντας τη σειρά θέμα – διαδοχή των οργάνων στους αυτοσχεδιασμούς – θέμα, δεδομένου ότι το θέμα κατά καιρούς επανέρχεται, η πορεία αλλάζει κατεύθυνση, οι αυτοσχεδιασμοί γίνονται ομαδικοί. Η τρομπέτα μένει συνήθως στις μεσαίες συχνότητές της, το τενόρο του Ze Pedro Coehlo έχει πάντα καθαρό μελωδικό ήχο, ενώ η κιθάρα του Fernandes αλλάζει συνεχώς πρόσωπο. Σπουδαία δουλειά και από το μπάσο του Demian Cabaud και τα τύμπανα του Marcos Cavaleiro.

επαφές: www.saraserpa.com, www.susanasantossilva.com

Jazz & Tzaz, Νοέμβριος 2011

ECM Catalog

Δε φαντάζομαι να υπάρχουν πολλές άλλες δισκογραφικές εταιρείες για τις οποίες θα μας προκαλούσε μεγάλο ενδιαφέρον η έκδοση ενός καταλόγου και μάλιστα στα γιαπωνέζικα. Όμως η σχέση όσων παρακολουθούν την πορεία της εταιρείας του Manfred Eicher είναι σχέση ιδιαίτερη. Για διάφορους λόγους. Για τη σταθερά υψηλή ποιότητα των ηχογραφήσεών της, για τους καλλιτέχνες όπως ο Keith Jarrett, o Jan Garbarek ή ο Charles Lloyd, που η διαδρομή τους ακολουθεί πιστά τη δική της, για τα στάνταρντ αισθητικής που έθεσε, για το ντιζάιν των εξώφυλλών της.

Αν και η εμφάνιση αυτού του καταλόγου από τις εκδόσεις Kawade Shobo, αρχικά προοριζόταν να συμπέσει χρονικά με τη συμπλήρωση των σαραντάχρονων της εταιρείας, η κυκλοφορία του έγινε το καλοκαίρι του 2010. Υπεύθυνος της έκδοσης είναι ο Kenny Inoaka (επικεφαλής της ιστοσελίδας www.jazztokyo.com, παραγωγός και διανομέας για αρκετά χρόνια της ECM στην Ιαπωνία), ενώ ανάμεσα στους συγγραφείς είναι και ο πιανίστας Nobu Stowe (Jazz & Tzaz 190, Ιανουάριος 2009).

Ο πιανίστας Nobu Stowe, ένας από τους συγγραφείς του βιβλίου

Στις πρώτες 200 από τις 700 του σελίδες παρουσιάζονται με τη σειρά έγχρωμα τα εξώφυλλα (6 ανά σελίδα) των πάνω από 1.100 δίσκων που κυκλοφόρησε η εταιρεία, αρχής γενομένης με το “Free at Last” του Mal Waldron Trio στα τέλη του 1969 και φτάνοντας μέχρι την τριπλή επανέκδοση υλικού του Eberhard Weber υπό τον τίτλο “Colours” τον Ιανουάριο του 2010. Συμπεριλαμβάνονται, εκτός φυσικά από τις γνωστές σειρές Rarum και Works, και τα 5 DVD που φέρουν την ετικέτα της ECM, όπως και οι 41 τίτλοι της θυγατρικής JAPO. Η χρονική αυτή παράθεση των εξωφύλλων μάς δίνει τη δυνατότητα να παρακολουθήσουμε πώς εξελίχτηκε διαχρονικά το σπαρτιάτικο ντιζάιν της εταιρείας, ξεκινώντας από τα πολύχρωμα και διαφόρων τεχνοτροπιών εξώφυλλα της δεκαετίας του ’70 για να φτάσουμε στις σκουρόχρωμες, ως επί το πλείστον ασπρόμαυρες εικόνες που κυριαρχούν τα τελευταία χρόνια. Στις υπόλοιπες 500 περίπου σελίδες υπάρχει δίγλωσση αναφορά (στα γιαπωνέζικα και στα αγγλικά) στα πλήρη στοιχεία κάθε άλμπουμ (τίτλους και συνθέτες κομματιών, συμμετέχοντες, συντελεστές, ημερομηνία και τόπο ηχογράφησης), καθώς και ένας σύντομος σχολιασμός μόνο όμως στα γιαπωνέζικα.

Το βιβλίο είναι διαθέσιμο στην Ευρώπη μέσω του σάιτ της ECM.

Jazz & Tzaz, Νοέμβριος 2011

Cuong Vu


Leaps of Faith

Το Σιάτλ δεν είναι από τις πόλεις με τη μεγαλύτερη συμβολή στην εξέλιξη της τζαζ. Αντίθετα, ως γενέτειρα του Jimi Hendrix, του grunge, αλλά και αρκετών πετυχημένων νέων γκρουπ σαν τους Band of Horses και τους Fleet Foxes, την ξέρουμε περισσότερο σαν μια πόλη γεμάτη από ροκ. Τα τελευταία είκοσι περίπου χρόνια όμως το τζαζ δυναμικό της γίνεται όλο και πλουσιότερο, περιλαμβάνοντας μουσικούς που είτε γεννήθηκαν εκεί, είτε επέλεξαν να μένουν σε αυτήν την πόλη στο βορειοδυτικό άκρο της Αμερικής, όπως ο Bill Frisell, o Wayne Horvitz, o τρομπτετίστας Thomas Marriott, o ντράμερ Matt Jorgensen και εν προκειμένω ο τρομπετίστας Cuong Vu. Φαινόμενο που όπως μου είπε κατά την πρόσφατη γνωριμία μας ο Χρήστος Γωβέτας (διατηρεί στο Σιάτλ διάφορα μουσικά σχήματα που στηρίζονται στην ελληνική παράδοση και συμμετείχε στο “Intercontinentals” του Bill Frisell), δεν είναι συμπτωματικό αλλά έχει άμεση σχέση με την ποιότητα της μουσικής εκπαίδευσης, με σχολεία του επιπέδου του Roosevelt High School και του Garfield High School που βραβεύονται σχεδόν κάθε χρονιά στους μεγάλους διαγωνισμούς της χώρας.
Ιδιόμορφη η σχέση του Cuong Vu με την τρομπέτα, αφού επιδόθηκε σε αυτό το όργανο που όχι μόνο δεν ήταν η πρώτη του επιλογή, αλλά όπως έχει πει, κατά βάθος για αρκετό καιρό το μισούσε. Γεννημένος στη Σαϊγκόν βρέθηκε στην Ηνωμένες Πολιτείες από έξι χρόνων, όταν το 1975 η οικογένειά του εγκατέλειψε τη βιετναμέζικη πρωτεύουσα που καταλήφθηκε από το στρατό του Βόρειου Βιετνάμ. Ο πατέρας του που ήταν μουσικός, έπαιζε διάφορα όργανα, ανάμεσα στα οποία σαξόφωνο και τρομπέτα. Εντυπωσιασμένος από το σαξόφωνο ο μικρός, έλεγε ότι ήθελε να παίξει κι εκείνος το πνευστό, χρησιμοποιώντας τη λέξη horn. Η μητέρα του ακούγοντας τη λέξη αυτή νόμιζε ότι εννοούσε τρομπέτα και του αγόρασε μια για δώρο. Με βαριά καρδιά ο Cuong άρχισε να μελετά, κι όταν πια αποφάσισε ότι δεν του άρεσε, ένιωσε ότι είχε γίνει αρκετά καλός για να την παρατήσει. Παρόλο που προτιμούσε το ροκ, την ποπ και το φιούζον, ως τρομπετίστας που δεν ήθελε να ασχοληθεί με την κλασική μουσική, μελέτησε τζαζ στο New England Conservatory of Music. Από το 1994 ξεκίνησε την καριέρα του στη Νέα Υόρκη και εντάχθηκε στη downtown σκηνή της πόλης. Αν και η συμμετοχή του στο Pat Metheny Group (που βραβεύτηκε με Grammy για το “Speaking of Now” το 2002) του άνοιξε διάπλατα τις πόρτες για τη συνέχιση της καριέρας του στη Νέα Υόρκη, εδώ και μια πενταετία προτίμησε σε αναζήτηση μιας καλύτερης ποιότητας ζωής να επιστρέψει στο Σιάτλ, όπου πρόσφατα ανέλαβε καθήκοντα καθηγητή τζαζ στο πανεπιστήμιο της πολιτείας Washington.
Από το πρώτο του άλμπουμ “Bound” (2000), διάλεξε για μπασίστα στο γκρουπ του τον Stomu Takeishi, ενώ τα τελευταία 7-8 χρόνια έχει μόνιμο ντράμερ τον Ted Poor. Με αυτό το βασικό τρίο συν τον Luke Bergman, έναν μπασίστα με εντελώς διαφορετικό στιλ και μπακγκράουντ σε σχέση με τον Takeishi, ηχογράφησε ζωντανά το “Leaps of Faith” (Origin Records). Παρά την προσθήκη του δεύτερου μπασίστα, η ρυθμική βάση του γκρουπ δεν θα λέγαμε ακριβώς ότι επεκτάθηκε, αφού ούτε ο Bergman, με τις σκοτεινές γραμμές του Fender του, ούτε ο Takeishi που κινείται ως επί το πλείστον στις μεσαίες και υψηλές νότες του πειραγμένου ηλεκτρικού μπάσου, έχουν ευδιάκριτο ρυθμικό ρόλο. Πειραγμένη είναι και η τρομπέτα του Vu, που περνά διαρκώς μέσα από ηλεκτρονικά, όπως και οι διασκευές που καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος του CD. Τα τρία τζαζ στάνταρντ (“Body and Soul”, “All The Things You Are”, “My Funny Valentine”), το “Something” των Beatles και το “My Opening Farewell” του Jackson Browne αποδομημένα και σχεδόν απαλλαγμένα από το αρμονικό τους περίβλημα, αγνώριστα πλέον συγκλίνουν με τη μινιμαλιστική φύση των δικών του συνθέσεων. Εξίσου περιπετειώδες είναι και το κουαρτέτο Agogic, ένα άλλο πρότζεκτ με το οποίο δουλεύει ο τρομπετίστας, όπου συμμετέχουν ο σαξοφωνίστας/κλαρινετίστας Andrew D’Angelo, ο Bergman και ο ντράμερ Evan Woodle. Σε αντίθεση όμως με το “Leaps of Faith” το υλικό του “Agogic” (που εγκαινιάζει την εταιρεία Tables and Chairs Music) περίλαμβάνει μόνο πρωτότυπες συνθέσεις. Συνθέσεις που άλλοτε αναπτύσσονται αργά γύρω ένα άμπιεντ, υπνωτικό τέμπο (“Gently Shifting Next”, “Old Heap“, “Felicia”) και άλλοτε σπρώχνονται από το δυνατό μπιτ της νεανικής rhythm section (“Too Well”, “Use 2”, “En Se Ne”). Και στις δύο περιπτώσεις Vu και D’Angelo αλληλοσυμπληρώνονται με εκτεταμένους αυτοσχεδιασμούς.
www.cuongvu.com

Συνέντευξη με τον Cuong Vu
Είναι κάπως αστείο το πώς ξεκίνησες να παίζεις τρομπέτα. Αληθεύει ότι δεν σου άρεσε αυτό το όργανο;
Τώρα πια που έχω βρει τη φωνή μου σε αυτήν, που μπορώ να παίζω καλά και συγκριτικά να εξασκούμαι λιγότερο, μου αρέσει. Ήταν τόσο υπερβολικά δύσκολο όργανο, που εκείνη την εποχή «το μισούσα». Όταν ξεκίνησα να παίζω τρομπέτα δεν ήταν όχι η πρώτη, ούτε καν η τρίτη ή η τέταρτή μου επιλογή. Δεν πιστεύω ότι υπήρχε περίπτωση να επιλέξω αυτό το όργανο. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι θα ήταν καλύτερο για μένα να διάλεγα την κιθάρα ή τα τύμπανα ή και τα δυο. Όμως τη στιγμή που συνειδητοποίησα ότι θα μπορούσα να παίξω και κάποιο άλλο όργανο από αυτά που μου άρεσαν, η τρομπέτα απαιτούσε τόσο πολύ από το χρόνο μου που δεν μου επέτρεπε να εξασκηθώ αρκετά σε ο,τιδήποτε άλλο.

Υπάρχουν κάποιοι μουσικοί, τρομπετίστες ή και όχι, που θα έλεγες ότι έχουν καθορίσει τον τρόπο που παίζεις;
Ο Clifford Brown είναι ο μοναδικός που είχε τεράστια επίδραση πάνω μου. Η καλαισθησία του Miles Davis και το λιτό του παίξιμο με επηρέασαν επίσης πολύ. Αλλά διστάζω να αναφέρω τον Miles όταν μιλώ για τις επιρροές μου, γιατί το μυαλό των περισσότερων πηγαίνει στην ηλεκτρική του περίοδο. Όμως εγώ στην πραγματικότητα αν εξαιρέσουμε ένα-δύο δίσκους, δεν έχω ακούσει παρά ελάχιστα τη συγκεκριμένη δημιουργική του περίοδο.

Πώς άρχισες να ενσωματώνεις τα ηλεκτρονικά στο παίξιμό σου;
Χαζολογώντας στο στούντιο ενός φίλου. Δοκίμασα κάμποσα διαφορετικά πράγματα και τίποτα από αυτά δεν μου άρεσε, μέχρι που πέρασα την τρομπέτα από delay, που άρχισα να χρησιμοποιώ λούπες και να πειραματίζομαι μπαίνοντας σε διαφορετικές ηχητικές περιοχές.

από αριστερά: Stomu Takeishi, Cuong Vu, Ted Poor

Συνήθως δουλεύεις με ένα γκρουπ που έχει βασικό πυρήνα το Stomu Takeishi και τον Ted Poor. Προτιμάς να συνεργάζεσαι με ανθρώπους που είναι εξοικειωμένοι με τη μουσική σου και με αυτά που κάνεις;
Ναι. Είναι ο μοναδικός τρόπος που θέλω να δουλεύω στα δικά μου πρότζεκτ και θεωρώ ότι είναι ο καλύτερος για μένα.

Έχεις παίξει με τον Bill Frisell και τον Pat Metheny, δύο από τους κιθαρίστες με τη μεγαλύτερη επιρροή σήμερα. Ποιες είναι οι κυριότερες διαφορές στη συνεργασία με αυτούς τους δύο μουσικούς που έχουν εντελώς διαφορετική προσέγγιση ο ένας από τον άλλο;
Ο ένας είναι η γη και ο άλλος ο ουρανός. Αλλά και οι δυο είναι φοβεροί και τους αγαπώ το ίδιο. Είναι πολύ διαφορετικοί άνθρωποι με πολύ διαφορετικές προσωπικότητες και αυτό αντανακλάται στη μουσική τους. Προτιμώ να μην το αναλύσω και να αφήσω τους ακροατές να κάνουν τις δικές τους σκέψεις πάνω σε αυτό το θέμα. Είναι πολύ δύσκολο να τους συγκρίνω γιατί στη συνεργασία μου με τον Pat ήταν εκείνος ο ηγέτης του γκρουπ και εγώ ήμουν εκεί για να τον βοηθήσω να πραγματοποιήσει το δικό του όραμα. Έτσι, εκείνος με οδηγούσε και μου ζητούσε να κάνω διάφορα πράγματα που συνήθως δεν σκέφτομαι να κάνω. Αντίθετα ο Bill συμμετείχε σε πρότζεκτ όπου leader ήμουν εγώ και αποφάσιζα εγώ για το τι πρέπει να γίνει.

Μετά από δύο άλμπουμ στην Artistshare, με το “Leaps of Faith” επέστρεψες σε μια συμβατική δισκογραφική εταιρεία. Ποια ήταν η εμπειρία σου δουλεύοντας με μια ιντερνετική εταιρεία;
Ήταν σπουδαία εμπειρία αλλά απαιτούσε πάρα πολύ χρόνο. Δεν είχα κανέναν που να ασχολείται με τα διαδικαστικά της δουλειάς. Με τη θέση που έχω τώρα ως καθηγητής σε ένα από τα μεγάλα πανεπιστήμια (της Washington), δεν μπορώ να διαθέσω τόσο χρόνο και τόση αφοσίωση που χρειάζεται το να κάνει κανείς ένα δίσκο μόνος του. Η Origin records είναι λοιπόν πολύ καλή από αυτή την άποψη, δεδομένου ότι δεν επεμβαίνει με κανένα τρόπο στη δουλειά μου. Πάντως θα ‘θελα να δουλέψω με την ECM. Άκουσα από τον Tim Berne ότι ο Manfred (Eicher) είναι «το κάτι άλλο» και είναι εντελώς αφοσιωμένος στο όραμά του. Αυτός ο συνδυασμός ισχυρής γνώμης και δυνατού concept με τον οποίο δουλεύει είναι πολύ ενδιαφέρων και θα με ωθούσε να εξερευνήσω διαφορετικούς χώρους.

Το “Leaps of Faith” ξεκινά με τρία από τα χιλιοπαιγμένα στάνταρντ. Πιστεύεις ότι υπάρχει ακόμη χώρος για μια διαφορετική ερμηνεία τους;
Αυτή τη στιγμή το πιστεύω περισσότερο από ποτέ. Αλλά δεν θα έκανα αυτό το δίσκο αν δεν πίστευα ότι υπάρχουν άπειρα περιθώρια για να «σκάψει» κανείς πολύ – πολύ βαθύτερα ακόμη.

Και στα δύο τελευταία σου σχήματα, του Agogic και το 4-tet επιλέγεις κυρίως αργούς ρυθμούς και σκοτεινές γραμμές του μπάσου. Κάποτε είχες πει ότι σε φόβιζε το ότι μπορεί να ακούγεσαι όπως ο Herb Alpert ή ο Chuck Mangione …
Στην πραγματικότητα θα έλεγα ότι με διασκέδαζε και την ίδια στιγμή με φόβιζε το ότι ο κόσμος μπορούσε να κάνει αυτή τη σκέψη. Ποτέ δεν αφιέρωσα αρκετό χρόνο στη μουσική κανενός από τους δύο για να με επηρεάσουν με οποιοδήποτε τρόπο. Για να μην αναφέρω ότι ο τρόπος που παίζω δεν μοιάζει καθόλου με τον δικό τους. Απλά κάποιες φορές αναρωτιέμαι πώς ακούει ο κάθε άνθρωπος και πόσο ανόητος μπορεί να είναι κάποιος, ώστε να λέει πράγματα που δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματικότητα.

Jazz & Tzaz, Οκτώβριος 2011

Avram Fefer / Eric Revis / Chad Taylor

Avram Fefer / Eric Revis / Chad Taylor: “Eliyahu” (Not Two)

Τον Avram Fefer είχα να τον ακούσω δέκα περίπου χρόνια, από τότε που κυκλοφόρησε τους δύο πρώτους προσωπικούς του δίσκους. Ο ένας ήταν το “Calling All Spirits” με το τρίο του και ο επόμενος το “Few and Far Between” με το σπουδαίο πιανίστα Bobby Few και τον μπασίστα Wilber Morris σε μια από τις τελευταίες ηχογραφήσεις της ζωής του. Στο “Eliyahu” που είναι το δέκατο CD αυτού του αξιόλογου σαξοφωνίστα βρίσκω πολλά κοινά με το “Calling All Spirits”. Παρόμοιο σχήμα sax τρίο όπως και σε εκείνο και σταθερά με τον Eric Revis στο κοντραμπάσο, αλλά κυρίως την ίδια φλόγα και την ίδια ροπή προς την πνευματικότητα να το διαπερνά από την αρχή ως το τέλος. Ροπή η οποία ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο σαξοφωνίστας αφιέρωσε αυτό το δίσκο στη μνήμη του πατέρα του, που όπως λέει τον έμαθε «να αγαπά τη ζωή και να ζει την αγάπη». Σε αρκετά κομμάτια (όπως “Song for Dyani”, “Wishful Thinking”, “Essaouira”) οι ρυθμοί από τα τύμπανα του Chad Taylor (Chicago Underground Trio), όσο και οι γραμμές του κοντραμπάσου έχουν ευθεία σύνδεση με την καρδιά της Αφρικής. Είναι χαρακτηριστικό ότι και στα τρία αυτά κομμάτια (όλα τους ξεπερνούν τα 6 λεπτά σε διάρκεια) το σχήμα με το οποίο ξεκινά ο Revis, το επαναλαμβάνει απαράλλακτο μέχρι το τέλος. Αντίθετα στο “City Life” τού δίνει και καταλαβαίνει με πολύ γρήγορες περπατητές γραμμές και ένα ορμητικό σόλο. Το σαξόφωνο του Fefer ξεκινώντας συνήθως με απλά μελωδικά θέματα που αποτελούνται από μικρές φράσεις, ανεβάζει σιγά σιγά στροφές για να φτάσει σε δυναμικά ξεσπάσματα. Ακόμη και αυτά δεν υπολείπονται σε μελωδικότητα και ακόμη και τότε δεν παρασύρεται σε φλυαρίες. Όπως και συνολικά στο “Eliyahu” ακούμε τρεις μουσικούς που με το ουσιαστικό και γεμάτο πάθος παίξιμό τους μεταδίδουν την αφοσίωση που έχουν σε αυτό που κάνουν.

www.avramfefer.com

Jazz & Tzaz, Ιούλιος 2011

Wadada Leo Smith – Ed Blackwell

Wadada Leo Smith – Ed Blackwell: “The Blue Mountain’s Sun Drummer” (Kabell Records)
Δεν είμαι σίγουρος αν το “Interstellar Space”, ο τελευταίος στούντιο δίσκος του Coltrane, ήταν το πρώτο free jazz ντούο άλμπουμ για πνευστά και τύμπανα. Σίγουρα όμως λειτούργησε σαν μοντέλο για δεκάδες μουσικούς που από τότε (1967) μέχρι σήμερα ηχογράφησαν με ανάλογα σχήματα. Ανάμεσά τους ο Leo Smith και o Ed Blackwell, που έπαιξαν αρκετές φορές σε τετ α τετ συνθήκες (όπως με Gunter Sommer, Adam Rudolph, Jack DeJohnette ο πρώτος, ή με Dewey Redman και Don Cherry ο δεύτερος).

Η μεταξύ τους γνωριμία ξεκίνησε το 1969 στο Παρίσι, όπου ζούσε τότε ο Smith, ενώ ο Blackwell ήταν σε περιοδεία με το γκρουπ του Ornette Coleman. Τον Οκτώβριο του 1986 βρέθηκαν μαζί στο ραδιοφωνικό σταθμό του Πανεπιστημίου Brandeis, κοντά στη Βοστόνη, και ηχογράφησαν τα 10 κομμάτια του “The Blue Mountain’s Sun Drummer” σχεδόν χωρίς καμιά προετοιμασία, πέρα από κάποια σχεδιάσματα και μερικές υποτυπώδεις υποδείξεις του τρομπετίστα σχετικά με το περιεχόμενό τους. Ακόμη και σαν ντοκουμέντο και μόνο να το δει κανείς, δεδομένου ότι ο Blackwell πέθανε 6 χρόνια αργότερα, δύσκολα δικαιολογείται το ότι χρειάστηκε 25 χρόνια για να καταφέρει να βγει στο φως (πόσο μάλλον όταν η ποιότητα της εγγραφής κάθε άλλο παρά κακή ακούγεται), κάτι που τελικά έγινε μέσω της δισκογραφικής εταιρείας του Smith Kabell Records.

Όπως έλεγε ο Miles Davis στην αυτοβιογραφία του οι μεγάλοι τρομπετίστες «την κάνουν λαχείο» όταν παίζουν με μεγάλους ντράμερ. Αυτό φαίνεται να ισχύει και για τον Leo Smith που με αυτό το αρμονικά απογυμνωμένο σχήμα βγάζει ένα λυρισμό που δεν ακούγεται συχνά στις άλλες δουλειές του. Μελωδικός όπως πάντα είναι και ο Blackwell, που συνήθιζε να λέει ότι τα τύμπανα, ιδίως με τον τρόπο που παίζονται στην Αφρική, χρησιμοποιώντας την ένταση και τους διαφορετικούς τονισμούς μπορούν να διηγούνται ιστορίες και να είναι εξίσου μελωδικά με τα υπόλοιπα όργανα. Χωρίς παρτιτούρες, χωρίς ακόρντα, χωρίς τα πατήματα και την αρμονική κίνηση που υποδεικνύουν οι γραμμές του μπάσου, παρά μόνο με τη μονοφωνική μελωδία και τον αρχέγονο ρυθμό, οι δύο μουσικοί απολαμβάνουν την απόλυτη ελευθερία να πάνε όπου τους οδηγεί η στιγμή. Αυτό τους βοηθά να δώσουν περισσότερη έμφαση στην πνευματικότητα που ούτως ή άλλως χαρακτηρίζει τη δουλειά τους (μη ξεχνάμε ότι και οι δύο γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στον αμερικάνικο νότο), πράγμα που αποτυπώνεται και στους τίτλους των κομματιών (“The Celestial River”, “Arrows in the Garden of Light”, “A Blues Ritual Dance”, “Albert Ayler in a Spiritual Light”). Σε δύο κομμάτια, το “Seeds of a Forgotten Flower”) και το “Don’t you Remember”, ο Smith αφήνοντας την τρομπέτα για να παίξει το αφρικάνικο όργανο μπίρα και να τραγουδήσει, εισχωρεί στη τελετουργική παράδοση της μαύρης ηπείρου και προβάλλει τη βαθιά του πίστη στις ουμανιστικές αξίες και τη λυτρωτική δύναμη της μουσικής.

www.wadadaleosmith.com

Jazz & Tzaz, Ιούνιος 2011

Walt Weiskopf

Walt Weiskopf Quartet: “Live” (Capri Records)
Η ζωντανή αυτή ηχογράφηση του Walt Weiskopf με το κουαρτέτο του στο πανεπιστήμιο της South Carolina το 2008, δεν είχε γίνει με σκοπό να κυκλοφορήσει σε CD. Ο ξαφνικός θάνατος όμως του ντράμερ Tony Reedus σε ηλικία 49 ετών, οδήγησε το σαξοφωνίστα, σαν φόρο τιμής στον αγαπημένο φίλο και συνεργάτη του, να μετατρέψει το αρχικά προορισμένο για αρχειακό υλικό, στο πρώτο του live μετά από 15 περίπου στούντιο άλμπουμ (τα περισσότερα από τα οποία στην Ολλανδική Criss Cross).
Από άποψη περιεχομένου το CD δεν έχει και πολλά νέα πράγματα να παρουσιάσει, αφού το σετ εκείνης της βραδιάς περιλάμβανε δύο πασίγνωστα στάνταρντ (“Love for Sale” και “Blame it on my Youth”), μια πολύ όμορφη διασκευή του Weiskopf σε ένα σκοτσέζικο φολκ τραγούδι που την είχε πρωτοπαίξει πριν από αρκετά χρόνια, τέσσερις δικές του συνθέσεις που είχαν περιληφθεί κι αυτές σε προηγούμενες δουλειές του και ένα μόνο καινούριο κομμάτι. Μένουμε λοιπόν κυρίως στο ότι μας δίνει την ευκαιρία να ακούσουμε για πρώτη φορά live τον πολύ καλό αυτό τενορίστα και την άψογη επικοινωνία με το γκρουπ του που περιλάμβανε τον Reedus (τον αποκαλεί τον καλύτερο ντράμερ που γνώρισε ποτέ), τη γνωστή καναδέζα πιανίστα Renee Rosnes και τον μπασίστα Paul Gill. Χωρίς περιττά φτιασίδια και περίπλοκες ενορχηστρώσεις, οι τέσσερις μουσικοί βρίσκονται σταθερά σε στρέιτ πορεία, ακολουθώντας πιστά τη σειρά θέμα – αυτοσχεδιασμοί – θέμα και τις γνωστές τζαζ φόρμες, με το τενόρο να παίρνει τη μερίδα του λέοντος στο σολάρισμα. Εξαίρεση αποτελούν το “Dizzy Spells / Jay-Walking”, με την κλασικότροπη εισαγωγή του πιάνου και το “Scottish Folk Song” όπου κυριαρχεί το λυρικό στοιχείο. Αναπόφευκτα βέβαια δεν μπορούμε παρά να παρασυρθούμε σε συναισθηματικούς συνειρμούς από το γεγονός ότι στο άλμπουμ ακούγεται ο πρόωρα χαμένος σπουδαίος ντράμερ σε μια από τις τελευταίες του εμφανίσεις.

Επαφή: www.waltweiskopf.com

Nordic Connect

Nordic Connect: “Spirals” (ArtsitShare)

Σε συγγενικές σχέσεις, κοινή καταγωγή, παρόμοια κοινωνικά, οικολογικά και καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα, έχουν την αφετηρία τους οι σπείρες που ξετυλίγουν οι Nordic Connect.  Αν και είναι ένα γκρουπ με συλλογικό πνεύμα και με κανένα από τα μέλη του σε εμφανή ρόλο leader, κινητήρια δύναμη φαίνεται να είναι η τρομπετίστα Ingrid Jensen, αυτοσχεδιάστρια και συνθέτις καθιερωμένη δύο δεκαετίες τώρα και από την προσωπική καριέρα της, αλλά και σαν σταθερό μέλος της περίφημης Maria Schneider Orchestra.

Γεννημένη και μεγαλωμένη στον Καναδά από Δανό πατέρα η Ingrid Jensen, μαζί με την αδελφή της τη γνωστή σαξοφωνίστα Christine Jensen, αποτελούν τη γραμμή των πνευστών του κουιντέτου. Στο πιάνο είναι η φίλη τους πιανίστα Maggi Olin και στο μπάσο ο Mattias Welin, και οι δυο τους από τη Σουηδία, ενώ ο ντράμερ Jon Wikan εξίσου βόρειος (έχει γεννηθεί στην Αλάσκα, με νορβηγικές ρίζες), είναι σύζυγος της Ingrid. Ένας ακόμη σουηδός, ο κιθαρίστας Torben Waldorff, άντρας της Olin αυτός, έχει κάνει την παραγωγή του δεύτερού τους CD. Όλο αυτό το πλέγμα δεσμών επηρεάζει ποικιλοτρόπως και τη δουλειά τους. Το λέει ο τίτλος του άλμπουμ, το ίδιο το όνομά τους, το γράφουν ξεκάθαρα και σε ένα κείμενο στο εξώφυλλο του δεύτερου CD τους Spirals.

Η Βίκινγκ καρδιά που έχουν κληρονομήσει τούς έχει εμποτίσει με τη λαχτάρα να ταξιδέψουν στ’ ανοιχτά, να βυθιστούν στο μυστήριο και την περιπέτεια με τη μουσική τους. Αυτό δείχνει και το σχέδιο του καραβιού που σε δύο παραλλαγές διάλεξαν για εξώφυλλο στα δύο τους άλμπουμ. Ένα τέτοιο ταξίδι φαντάζεται κανείς ακούγοντας την εξέλιξη του “Travel Fever”, που ξεκινά γλιστρώντας γλυκά με τα απαλά ακόρντα των φέντερ ρόουντς και το όμορφο μελωδικό φύσημα της τρομπέτας. Η έξαψη και οι εκπλήξεις του ταξιδιού εμφανίζονται στην πορεία υπό τον drum ‘n’ bass ρυθμό που κρατούν τα τύμπανα και κορυφώνονται με ένα πυκνό σόλο από το τενόρο και τις γραμμές που παίζουν μαζί οι δύο αδελφές. Με παρόμοιο τρόπο αναπτύσσεται και το “Song for Inga”, με τις εξάρσεις που ακολουθούν το μελωδικό θέμα και τα σόλο από την τρομπέτα και το σοπράνο. Το αργό γκρουβ του “Earth Sighs” φέρνει το γκρουπ στην ατμόσφαιρα του φιούζον που έπαιζε ο Miles Davis στα τέλη της δεκαετίας του ’60, αίσθηση που γίνεται ακόμη εντονότερη με τα φέντερ ρόουντς, την περασμένη από ηλεκτρονικά τρομπέτα και το δυναμικό ρυθμό του “Brejk A Leg”. Miles θυμίζει και η τρομπέτα με σουρντίνα της Ingrid Jensen στο “M-Oving”, ενώ το αργόσυρτο μαρς “Ballad North” αφήνει χώρο σε όλα τα όργανα να συνομιλήσουν μεταξύ τους. Το αρμονικό πλαίσιο του “Castle Mountain” που θυμίζει τη δεκαετία του ’70 ευνοεί τα έντονα ρυθμικά ξεσπάσματα του Wikan και στον αντίποδα η γαλήνια μελωδία του “Yew” φτιάχνει ατμόσφαιρα για χαμηλόφωνους ρεμβασμούς από το σοπράνο και την τρομπέτα. Μέσα απ’ όλα αυτά το γκρουπ έχει διαμορφώσει έντονη προσωπικότητα κατανοώντας και ερμηνεύοντας τη Σκανδιναβική τζαζ μέσα από μια αμερικάνικη οπτική ή, γιατί όχι, και το αντίστροφο.

Επαφή: www.ingridjensen.com

Jazz & Tzaz, Μάιος 2011

Επόμενη σελίδα: »


Κατηγορίες

Email me:

vagarag at freemail.gr

Blog Stats

  • 21,574 hits
Watch videos at Vodpod and other videos from this collection.

 

Ιουνίου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μάι    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930  

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.